Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

Κομματιασμένες ισορροπίες


Είναι στην Κόψη που έχει θέα φιλαράκι….
Πότε κοιτάζεις προς την μία, πότε προς την άλλη βλέπεις
και το μπροστά γύρω-γύρω σαν βεντάλια να ανοίγεται…..

Σε θέλει όμως όρθιο….
….στις μύτες….
σε διαρκή άσκηση ισορροπίας, σε πιρουέτα,
βάζοντας το δισάκι σου στο ζύγι,
και τα έξω του και τα μέσα του,
σε ένα μέτρημα λειψό, σε αέναο αλισβερίσι…..
…..τι αφήνω από εδώ, τι θα πέσει από εκεί,
πόσες ανάσες θέλει ένα μακρύ μαλλί
κι αν κλάψεις προς την μια, να φτύσεις πρέπει από την άλλη…
….να κόβει και τα πέλματα το μέταλλο…
(ανωμαλία κι αυτή!... Να κάνει κανείς οικειοθελώς φάλαγγα!...)

Γλιτώνουν όσοι μαθαίνουν να πετούν
και φωσφορίζοντας σαν Γνώση, παλεύουν να μην αφήσουν τις μνήμες να κοπούν, να πέσουν……
Μα και οι άλλοι, όσοι ορίζουν σαν βουτηχτές τα θέλω τους, με σκάφανδρο ή όχι,
διαλέγουν μόνο ποια πλευρά τους πάει και πάνε….
….δεμένοι βαρίδια την ανάγκη….

Κι η Κόψη μένει εκεί….
Αταλάντευτη…
Αμετακίνητη…..
Απαστράπτουσα….
Αλώβητη….
Ακονίζεται σαν Ιστορία και καρτερεί,
Τις καινούριες φουρνιές που πάντα έρχονταν να δοκιμασθούν και πάντα θα έρχονται…….

Που και που, συμβαίνει και κάποιοι Παλαιοί να ξαναέρχονται….
…κανένας «Ιπτάμενος» που ξέπεσε, κανένας «Βουτηχτής» που του στένεψε το σκάφανδρο,
…ψάχνοντας πάλι θέση….
…μα αντέχουν λιγότερο κάθε φορά…..

Πονάει η Κόψη τις παλιές πληγές…..

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2007

Άρμη (απόσπασμα)

- Εσύ θα με ρωτούσες: «Γιατί φύγανε, μπαμπά;»
- Εγώ θα σου απαντούσα: «Κάτσε να σου πω ένα παραμύθι, για να καταλάβεις γιατί φύγανε».
- Εσύ θα απορούσες: «Και το παραμύθι του ύπνου τι είναι, ρε μπαμπά; Δεν είναι παραμύθι;»
- Εγώ θα σου εξηγούσα: «Παραμύθι είναι κι αυτό. Σήμερα όμως θα σου πω ένα απ’ τα άλλα, απ’ τα κανονικά τα παραμύθια. Απ’ αυτά που σου ’λεγε κι η μαμά σου για τα παλιά τα χρόνια, τους καλούς τους πρίγκιπες και τα κακά τα τέρατα».


Μια φορά και έναν καιρό,

Στα παλιά τα χρόνια σαν διψούσανε οι άνθρωποι, ανοίγανε πηγάδια. Πιάνανε τους κασμάδες και τα φτυάρια, στο μισό μέτρο βρίσκανε νερό, στα πέντε μέτρα στέρνευε μέχρι απάνω η τρύπα. Γάργαρο νεράκι, ξεδίψασμα για την ανάγκη τους, δροσιά για την ψυχή τους. Μετά ήρθαν ξερικοί καιροί στεγνώσαν τα ποτάμια, τραβήχτηκαν οι λίμνες και ξεράθηκαν τα πηγάδια. Φέρνανε γεωτρύπανα να ξεσκίσουνε τα σώτερα της γης, έσκαβε το ατσάλι μέσα σε στεγνό χώμα, έβρισκε πέτρα και έπεφτε απάνω σε βράχια, μούγκριζε η μηχανή τα σιωπηλά μουγκρίσματα της γης που της ανοίγανε τις σάρκες, της μπήζανε βαθιά το σωλήνα στα ογδόντα και στα εκατό και στα εκατό πενήντα και στα διακόσια δέκα μέτρα βάθος, αλλά και πάλι ίσα με ένα βιαστικό ξεδίψασμα το νερό που βρίσκανε κι αυτό υφάλμυρο. Όσο που να πιουν, ξαναδιψούσαν. Ευχαρίστηση δεν είχαν.
Αλλά ακόμη και τέτοιο, νερό ήταν, το γύρευε ο οργανισμός τους. Αφού τους έκανε έτσι η φύση και χωρίς αυτό δεν ζούσαν. Πίνανε και πίνανε το υφάλμυρο, χρόνια ολόκληρα, από παιδιά ακόμη κι ύστερα όταν μεγαλώνανε. Κι έτσι σιγά σιγά έμαθαν στη γεύση του. Συνήθισαν στην αλμύρα του κι άρχισαν να το αρέσουν. Αλατίστηκε το αίμα τους κι πότισε με αλάτι όλα τα όργανά τους, αλμύρισαν τα νεφρά τους, αλμύρισε το συκώτι τους, αλμύρισε το έντερό τους, αλμύρισε η σπλήνα τους, αλμύρισε κι η καρδιά τους. Μες στην άρμη γεννιούνταν, πολλαπλασιάζονταν και πέθαιναν όλα τα κύτταρά τους. Το ’χανε πια γραμμένο στον γενετικό τους κώδικα και πήγαινε η αλμύρα απ’ τους μπαμπάδες και τις μαμάδες στα παιδιά τους και απ’ τα παιδιά τους στα εγγόνια τους.
Και έτσι οι από μέσα γλυκολίμνες τους, που παλιά κελάρυζαν καθαρό, δροσάτο το νερό, γινήκαν πικρολίμνες, που βούρκωναν δυο μέτρα πάτος στο αλάτι, κι άλλο δεν μπορούσαν να ζήσουν τα κανονικά τα ψάρια που ζούσανε παλιά εκεί, μον’ κάτι τέρατα μεγάλα κολυμπούσαν, όπως αυτό που λεν ότι ζει κρυμμένο στο Λοχ Νες, και κάτι άλλα πιο μικρά, πώς είναι αυτά που έχει στη Δρακόλιμνη ψηλά απάνω στα Ζαγόρια και μ’ είχε ανεβάσει ο μπαμπάς μου μια φορά και τα κοιτούσα και παραξενευόμουνα, έτσι περίεργα και άσχημα που είναι.
Άλλαξαν για τα καλά οι άνθρωποι. Μεταλλάχτηκαν. Σαν τις σαρδέλες όταν τις παστώνουν με το χοντρό το αλάτι και τις κλείνουν σε κονσέρβες. Ένα τέτοιο πράγμα. Παστωμένη σε κονσέρβες η ζωή τους, συντηρημένη μούμια η ψυχή τους, φορεμένη πανοπλία το σώμα τους, κολλημένη μάσκα το πρόσωπό τους και δυο γυάλινοι σβόλοι τα μάτια τους. Αλλιώς κοιτούσαν, αλλιώς καταλάβαιναν, αλλιώς επιθυμούσαν κι αλλιώς έκαναν. Ό,τι ήταν απ’ τον γλυκόνερο παλιό εαυτό τους, το σιχαίνονταν και το μισούσαν. Κατά βάθος το φοβόντουσαν. Φοβόντουσαν τη δροσιά του καλοκαιρινού πρωινού, τη συννεφιά της φθινοπωρινής μέρας, τη βροχή της ανοιξιάτικης μπόρας, το χιόνι της χειμωνιάτικης νύχτας, γιατί είχαν μεγάλη ανησυχία μην τύχει και ξαλμυρίσει απ’ το γλυκόνερο το σώμα και η ψυχή τους και αρχίσουν μετά να λιώνουν οι σαπισμένες σάρκες τους και να πέφτουν κάτω τα ξεραμένα μέλη τους και να βρωμάνε θανατίλα τα λόγια και τα χαμόγελα και τα κοιτάγματά τους.
Τον καθαρό ουρανό μόνο αρέσανε. Τις ανέφελες μέρες και τις αστρόφεγγες νύχτες. Ας κρατούσανε μοναχά για πάντα. Το καλοκαίρι και το χειμώνα, το φθινόπωρο και την άνοιξη, μέρα-νύχτα, κάθε μέρα, όλες τις ώρες. Στο κάτω κάτω, τι ανάγκη είχαν πια τα βρόχινα γλυκόνερα; Τους έφταναν και τους παράφταναν όσα πικρά αφαλάτωναν απ’ τις αλυκές τους κι ας ήξεραν ότι εκεί κοντά ήταν που ξέχυναν μαζεμένοι όλοι οι υπόνομοι τα απόνερα της ζωής τους.
Το ’βαλαν λοιπόν γινάτι να τα ξεράνουν όλα, σταγόνα να μη μείνει. Με τα εγγειοβελτιωτικά πήραν να στραγγίζουν τα επιφανειακά και με τις γεωτρήσεις να ρουφούν τα υπόγεια ύδατα, με τα αεροπλάνα να βομβαρδίσουνε τα σύννεφα και με τα αέρια να φτιάχνουν θερμοκήπια, να ανεβάζουν τις θερμοκρασίες και να λιώνουνε τους πάγους. Οπότε άρχισε να μικραίνει η μία λίμνη και να ξεραίνεται εντελώς η άλλη, να ρηχαίνει ο ένας ποταμός και να στερεύει εντελώς ο άλλος. Μεγάλη επιτυχία.
Αλλά και πάλι, ό,τι και αν έκαναν, ευχαρίστηση δεν είχαν. Γιατί παρόλο που κυνηγούσανε τα σύννεφα και λιγόστευαν τις βροχές τους, συνέχιζε ακόμα ο ουρανός να συννεφιάζει πού και πού και να ρίχνει από καμιά φορά ψιχάλα. Σκύλιαζαν αυτοί απ’ το κακό τους.
Τι να κάνουν, τι να κάνουν; Πολύ προβληματίστηκαν. Στο τέλος, είπαν να αλλάξουν ουρανό. Ψάξανε λοιπόν στο διάστημα να βρούνε άλλον. Στείλανε διαστημόπλοια, κοιτάξανε εδώ, κοιτάξανε εκεί, τίποτα δε βρήκαν. Είπαν να φτιάξουν στη Σελήνη κάτι τεράστιους θόλους, να κουβαλήσουν μέσα ανθρώπους, να τους χτίσουν πολυκατοικίες για να κοιμούνται, να τους κάνουν εργοστάσια για να δουλεύουν, να τους βάλουν αεροτουρμπίνες για να αναπνέουν, video-wall με πρωτόγονες εικόνες από βροχές, και δάση και ηλιοβασιλέματα στη γη, για να μαθαίνουν ιστορία, βαλσαμωμένα πουλιά στους δρόμους και αγάλματα με ζώα στις πλατείες, για να τρομάζουν πώς ήταν η παλιά ζωή.
Καλό τους φάνηκε. Αλλά άξιζε τον κόπο; Υπολόγισαν: τόσο το αρχικό κεφάλαιο, περίπου αυτό το κόστος, ένα ποσό για μίζες και λαδώματα, αυτά πάνω κάτω τα έξοδα συντήρησης, τόση περίπου η περίοδος απόσβεσης και αυτά τα προσδοκώμενα έσοδα. Α, πα, πα, πα. Πολλά τα λεφτά για να το κάνουν, μικρό το κέρδος για να κονομήσουν.
Είδαν και απόειδαν και αφού κατάλαβαν ότι χαΐρι δεν είχαν να ψάχνουν έξω απ’ τη γη, σκέφτηκαν να φτιάξουν ψεύτικους ουρανούς κάτω απ’ τον αληθινό. Ενώσανε καλώδια, βάλανε κεραίες, τοποθετήσανε πομπούς, χρησιμοποίησαν ηλεκτρομαγνητικά κύματα, κατασκευάσανε εικονικούς κόσμους και τελικά κατάφεραν να εκπέμψουν τους ψεύτικους ουρανούς τους. Απ’ τις οθόνες των τηλεοράσεων, των κινητών και των υπολογιστών. Κάθε σπίτι και ένας, δύο, τρεις και τέσσερις και πέντε παρακαλώ ψεύτικους ουρανούς. Οι μισοί άνθρωποι τρέξανε και κλείστηκαν πίσω απ’ τις οθόνες κι οι άλλοι μισοί τρέξανε και πιάσαν θέση μπροστά απ’ τις οθόνες.
Πολύ το χάρηκαν. Επιτέλους, βρήκαν την ησυχία τους. Ξένοιασαν για τα καλά με τα σύννεφα και τις βροχές. Αλλά όμως δεν κράτησε πολύ καιρό η χαρά και η ησυχία τους. Καινούρια προβλήματα εμφανίστηκαν. Με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να φωτίζουν μέρα νύχτα μέσα στο σπίτι τους, με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να ακτινοβολούν μέρα νύχτα μπροστά στα μάτια τους, άρχισε να σιγοψήνεται το αλάτι που ’χαν πασαλειμμένο πάνω τους, να πετσώνει για τα καλά στο δέρμα τους, να αλλάζει σιγά σιγά το δέρμα τους, να πιάνει κρούστα και να γεμίζει λέπια. Από πάνω ως κάτω λέπια. Λες κι ήταν ψάρια.
Ποιος θα το ’λεγε όμως; Ακόμα και έτσι, καλά τους βόλεψε. Γιατί στο μεταξύ ψήλωνε η στάθμη των θαλασσών, κοντεύαν να τους πνίξουν τα νερά τους. Χωρίς λοιπόν καμία δική τους πρόνοια, βρήκαν εκεί που δεν το περιμέναν έναν τρόπο να γλιτώσουν. Πνίγονται στις φουσκονεριές τα ψάρια; Ε, δεν πνίγονται. Στο εξής ούτε κι οι άνθρωποι θα πνίγονταν. Ο κύκλος της δημιουργίας: απ’ το νερό βγήκαν, στο νερό ξαναγυρνούσαν. Τι τα ’χαν πάνω τους τόσα λέπια;
Αλλά πάλι, να, βγάζεις με πετονιά μια σαρδέλα, την πασαλείβεις με το χοντρό το αλάτι και την κλείνεις στην κονσέρβα για να την έχεις μεζεδάκι το χειμώνα, που θα κάθεσαι με τους φίλους σου να πίνεις τσίπουρα και ούζα. Κι όμως, άνθρωπος είσαι, σε πιάνει στα καλά καθούμενα εκεί που πίνεις με τους φίλους σου τα τσίπουρα και τα ούζα το πονετικό σου και το λυπάσαι το ζωντανό έτσι ψόφιο στην κονσέρβα που το βλέπεις μες στα χοντρά τα αλάτια και λες κρίμα είναι ας το ξαναρίξω στη θάλασσα να χαρεί τα νιάτα του, να βρει το ταίρι του, να μη στεναχωριέται κι η μανούλα του. Το παίρνεις απ’ την κονσέρβα, το περνάς ένα χέρι καθάρισμα να φύγουνε τα χοντρά τα αλάτια και το ρίχνεις μες στο νερό να κολυμπήσει. Θα κολυμπήσει; Όχι, πες μου, γίνεται να κολυμπήσει;
Έτσι κι αυτοί. Παστωμένοι με τα αλάτια στις κονσέρβες τους, λεπιασμένοι με τα αλάτια στις ζωές τους ψάχνανε τρόπο για να κολυμπήσουν στα θαλασσόνερα που όλο φούσκωναν και σηκώνονταν γύρω απ’ τις στεριές τους. Τελικά βρήκανε τρόπο; Τι να σου πω, τώρα; Να σου πω, ότι βρήκανε; Ψέματα δε θέλω να σου λέω. Όσο και να το παλεύανε, δεν μπόρεσαν τελικά να κολυμπήσουν.
Και μετά… Άστο καλύτερα… Γιατί… γιατί μετά… γιατί μετά ξύπνησαν απότομα, για να ζήσουν το δικό τους παραμύθι του ύπνου. Κι ήταν εφιάλτης. Χειρότερος και απ’ τα χειρότερα όνειρά τους. Τουλάχιστον όμως ξύπνησαν. Ε, κάτι είναι κι αυτό.

Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

Θυμήθηκα......


Κάτι το αεράκι του Σεπτέμβρη,
κάτι η μαυρίλα από τα καμένα που δεν λέει να φύγει,
κάτι το ότι αρχίζω να ξαναβλέπω στα κανάλια ξαναμμένες σκατόφατσες που αφήσανε στην άκρη τις ευαισθησίες και ξαμοληθήκανε στο κυνήγι του προνομίου του να κλάνει κανείς στις Βουλής τα έδρανα (άπαιχτε Τζιμάκο),
κάτι τα πολλά τραγούδια Μάλαμα, Αγγελάκα και Παπάζογλου που κατέβασα από το internet,
ε!, δεν ήθελε και πολύ....
...το φλας-μπακ ήταν αναμενόμενο!

….και θυμήθηκα έναν άλλο Σεπτέμβρη……..

ΘΥΜΗΘΗΚΑ…….

…την γλύκα της «επιτυχίας» του να περάσω σε σχολή με την Τρίτη προσπάθεια….

….τα δάκρυα χαράς της μάνας μου και του πατέρα μου (μοναχοπαίδι βλέπεις), που είχαν χάσει πλέον κάθε ελπίδα για να σπουδάσω, αλλά ποτέ δεν με ζόρισαν…..

…την αίσθηση του «Είμαι και γαμώ! Κουφάλες! Πίσω και σας έφαγα!», πετυχαίνοντας να περάσω, με διάβασμα 3 μερόνυχτα για κάθε μάθημα!!…..

...το μυρμήγκιασμα στα εσώψυχα για όσα επρόκειτο να έρθουν, ψάχνοντας καμιά τρύπα να στεγάσω τα φοιτητικά μου όνειρα….

….την καύλα της πρόκλησης του να ζω μόνος μου, να τεστάρω τις αντοχές μου και τον εαυτό μου, να αποφασίζω εγώ…….

….τα συγκρουόμενα συναισθήματα στα μάτια σου, που γελώντας κλαίγανε ρε Ελενίτσα, όταν ήρθες να με πάρεις με την μηχανής σου, για να πάμε να το «γιορτάσουμε» σε εκείνο το ουζερί στα Εξάρχεια…..

……εκείνη την παράξενη αίσθηση «υπεροχής» από τα ζηλόφθονα βλέμματα των θαμώνων, όταν ξεκαβαλικέψαμε και έβγαλες το κράνος, τινάζοντας τα μαλλιά σαν Αμαζόνα……

….την μυσταγωγία διάχυτη σαν αραιωμένο πατσουλί (ναι τέτοιο φοράγαμε τότε!!!) στον φθινοπωρινό αέρα, με τα χέρια μπλεγμένα στο τραπέζι, τα μάτια βυθισμένα στα εσώψυχα του άλλου και τις καρδιές μας στο τσιγκέλι, αφού ξέραμε πως αυτή ήταν η τελευταία μας βραδυά…..

…το μέλλον να μου ανοίγεται μπροστά σαν οπτασία Νύμφης των Νερών αιωρούμενη πάνω από γάργαρα νερά και πλατανόφυλλα (η βουκολική μου "ρίζα" βλέπεις!)….

…και από την άλλη την αναζήτηση της έντασης του «τώρα», σίγουρος πως το μέλλον μπορεί να περιμένει ....έστω για λιγάκι…..

….την «σκηνή» δική μου, το έργο άγνωστο, τους συμπρωταγωνιστές ξένους, τον σκηνοθέτη στα αρχίδια μας, για μια παράσταση ζωής που μόλις ξεκίναγε…..

…τις μυρωδιές, τις ανατριχίλες, τα γέλια, τις πίκρες….


….ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΡΕ ΣΥ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ 23 ΧΡΟΝΙΑ!!!......

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Βουβή πίκρα.....


Δεν την γνωρίζω, αλλά μένει κάπου κοντά μας…
Δύο χειμώνες τώρα, συνέχεια φορά τα ίδια ρούχα.
Καθαρά αλλά πολυφορεμένα.
Καπαρντίνα, μπλούζα, μαύρο παντελόνι τα ίδια παπούτσια, ανοιξιάτικα, με φαγωμένες μύτες και τακούνια.
Άνοιξη και καλοκαίρι με πουκάμισο, ελαφρύ μπουφάν, μπεζ παντελόνι και αθλητικά παπούτσια άγνωστης μάρκας.

Περπάτημα πάντα με τα χέρια πλεγμένα στο στήθος, σαν να προστατεύει την παλαιομοδίτικη τσάντα της που κρέμεται από τον ώμο της…..
Χειμώνα – καλοκαίρι…
Ψηλή, αδύνατη, μελαχρινή, με κουρασμένα χαρακτηριστικά, κοιτάζει συνήθως μπροστά, εστιάζοντας σε χιονισμένα τοπία και στέπες της χώρας καταγωγής της….
Ταξιδεμένο και ταξιδιάρικο βλέμμα προσμονής, υπομονής, αρχοντιάς και κρυμμένης υπερηφάνειας…
Μαλλιά πιασμένα κοτσιδάκι με φτηνό λαστιχάκι, άβαφα τα καστανά της μάτια, βουτυροκακάο στα λεπτά σφιγμένα χείλη….

Αχνά χαμόγελα στοργής και νοσταλγίας όταν το βλέμμα της τύχει να χαμηλώσει στα παιδιά μου ή σε γειτονόπουλα…

Σχεδόν κάθε βραδάκι την πετυχαίνω όταν επιστρέφω από τα Αγγλικά των παιδιών, το κολυμβητήριο ή το σχολείο μου…..
Πάντα, (έξω, μέσα, δίπλα) από την διπλανή μας κάβα – πρατήριο άρτου…..
Οκτώ στις δέκα φορές μέσα, τις άλλες δύο είτε όταν μπαίνει, είτε όταν βγαίνει…..
(Μία φορά στο διπλανό ψιλικατζιδικο, να μιλά κλαίγοντας βουβά, στο κοινόχρηστο τηλέφωνο…… στην γλώσσα της….)
Ρουτίνα οι αγορές της στην κάβα να προδίδουν μια βαλτωμένη, νεκρή ζωή…..
Μικρό καραφάκι ούζο Πλωμαρίου μέσα στο καταχείμωνο και μπύρα Άμστελ το καλοκαίρι….
Οι ίδιες ένοχες κινήσεις παραχώματος στα σκοτάδια της τσάντας της, στα σκοτάδια της ζωής της….
Κρεμάει την τσάντα στον ώμο της, χαμογελάει αμήχανα στο πάτωμα και συνεχίζει τον δρόμο της…

Σήμερα την ξαναείδα….

Το ένα μάτι μπλαβό, με μαύρο κύκλο γύρω – γύρω και με πρησμένο βλέφαρο….
Το κεφάλι όμως ψηλά......
......τα χέρια πάντα στο στήθος να σφίγγουν το λουρί της τσάντας......
......... το ένα μάτι να κοιτά μπροστά και το άλλο να ψάχνει στην άσφαλτο….

Μπήκε στην κάβα σαν κάθε άλλη φορά…..
Ίσως για αυτήν πράγματι να ήταν σαν κάθε άλλη φορά…..

Μια και μοναδική η σκέψη να κοπανάει τα τοιχώματα του κρανίου σαν μπίλια σε φλιπεράκι…

ΝΑ ΣΟΥ ΚΟΠΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΩΜΟ ΡΕ ΠΑΛΙΟΠΟΥΣΤΑ, ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΕ ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΕ, ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ!!!!.......

Σπίτι, μπαλκόνι, τσιγάρο……

Γαμώτο μου βραδυάτικα …………….

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ....



Άϊντε πάει και το καλοκαιράκι….
Αφού πρώτα η χώρα έγινε ένα τεράστιο μπάρμπεκιου, κάνοντας μας όλους να ξανατραγουδάμε ως άλλοι «Αχαρνείς» του Σαββόπουλου «…Μούσα καρβουναρού, θράκα μου πυρωμένη, αχ πολλαπλασιασμένη..», ήρθε καιρός να μαζεύουμε σιγά σιγά τα κομμάτια μας και τα καρβουνάκια μας και να επιστρέψουμε …..

«Ωραίο χρώμα ρε συ φιλαράκι!!! Νησάκι; Νησάκι;»
«Μπά!.... Στα βουνά της Πελοποννήσου!....Μιλάμε για γαμώ τα μαυρίσματα αδερφέ!....»

Όχι!! Δεν είμαι ούτε αναίσθητος, ούτε κυνικός! Αλλά περίσσεψε πια η μαυρίλα στις ψυχές μας.
Τόσοι, έγραψαν τόσα. είπαν άλλα τόσα και αισθάνθηκαν ακόμη περισσότερα..

Λίγο χαμόγελο ρε σεις!
Μπας και ξορκιστεί η μαυρίλα……..
………………………………………………………………………………………

Κόβοντας λοιπόν βόλτα, σε υπαίθρια έκθεση βιβλίου εκεί που έκανα τα μπάνια μου, ξαναείδα τον «Κουραδοκόφτη» του Ηλία Πετρόπουλου , που όλο λέω να αγοράσω κάποια στιγμή και όλο το αναβάλλω.
Οι συνειρμοί αναπόφευκτοι.
Ο μικρούλης προβοκάτορας μέσα μου άρχισε το λακριντί:
«Το string ρε ξεφτίλα! Είχες πει πως θα γράψεις κάτι! Άντε ρε πουριτανο- αναβλητικέ μικροαστούλη! Σοβαροφανή λογοπλόκε της συμφοράς! Αφού ψιλογουστάρεις ρε τα ξινά, γιατί δεν αφήνεσαι;»

….και αφέθηκα, ας όψεται που τα ξινά είναι λέει και καρδιοτονωτικά, αποσυμφορητικά, προκαλούν ευεξία, κλπ.

(…και ας κοίταγα συνέχεια πίσω από την πλάτη μου, μην με κάνουν τσακωτό τα πιτσιρίκια και ιδιαίτερα η «μεγάλη» και άντε να της εξηγήσεις μετά, ή μην τυχόν και μου έρθει καμιά κατακέφαλα με τον πλάστη από τον Ταξίαρχο! Μην ρωτάς ποιόν Ταξίαρχο! Ένας είναι ο Ταξίαρχος!)

Αφού λοιπόν είναι πλέον παραδεκτό πως το ντύσιμό μας αποτελεί έναν κώδικα επικοινωνίας, αυτό σημαίνει πω κάθε ρούχο επάνω μας, εκπέμπει ένα μήνυμα, είτε από μόνο του, είτε σε συνδυασμό με τα άλλα ρούχα, είτε σε σχέση με την ώρα της ημέρας που θα φορεθεί, την εποχή, με τις ιδιαίτερες συνθήκες που θα επικρατούν στο περιβάλλον την δεδομένη στιγμή «ένδυσης»κλπ

Αν λοιπόν ορίσουμε ως χώρο τις παραλίες, ως χρόνο τους καλοκαιρινούς μήνες και ιδιαίτερες συνθήκες την περίοδο των διακοπών, μια προσπάθεια καταγραφής των μηνυμάτων που θα μπορούσαν να εκπέμπουν τα strings, αλλά και των πιθανών συνειρμών – σκέψεων των οφθαλμολάγνων αποδεκτών τους, θα μποεούσε να καταλήξει σε ευρήματα, όπως λόγου χάρη:

- Έχω και δείχνω ρε! Τραβάς κανά ζόρι;
- Παντρεύτηκες ε;;!!! Κοίτα τι έχασες!!
- Μάντεψε σε τι μαγαζί δουλεύω!!
- You are all welcome! Please come inside!
- Αν σκύψω θα μου μιλήσεις;
- Είμαι απελπισμένη!
- Κοίτα λιγούρη! Ποτέ δεν θα με έχεις!
- Ο άντρας μου δεν με προσέχει!
- Made by Foustanos!
- Έχω διδακτορικό! Δεν με πιστεύεις;;
- Ο άντρας μου σε γουστάρει! Έλα να μου μιλήσεις!
- Ο μαλάκας δίπλα μου δεν είναι ο άντρας μου. Εγώ είμαι ο άντρας του!
- Τι μαλάκας είμαι! Πάλι το μαγιώ της αδερφής μου έβαλα!
- Τι αδερφή που είμαι! Πάλι το μαγιώ του μαλάκα έβαλα!
- Με άφησες για άλλη ε; Τώρα θα δεις!!
- Όχι! Δεν σου δείχνω το πρόσωπό μου! Είμαι incognito!
- Μα….αυτό είναι το πρόσωπό μου!!
- Πάχυνα φέτος! Πέρυσι αυτό ήταν κανονικό μπικίνι!...
- Θέλεις να μιλήσουμε για λογοτεχνία;
- Κοίτα μωρή πατσούρω που θέλεις να μου καμακώσεις τον δικό μου!!!
- Ναι, είμαι ντροπαλή! Πως το κατάλαβες;;!!

Στην δε προσπάθεια καταγραφής και «αποκωδικοποίησης» των πιο πάνω μηνυμάτων, θα μπορούσαν επίσης να καταγραφούν «ερμηνείες» όπως:

- Αχ ρε Μαράκι! Τι σε θυμήθηκα τώρα! Που να βρίσκεσαι άραγε;;
- Ωχ Χριστέ μου!...και έχω τρεις κόρες!
- Το εκκαθαριστικό της Εφορίας λες να μου ήρθε;;
- Γαβ! Γαβ! Γαβ!!!
- Μαμά! Κοίτα! Το φεγγαράκι!
- Παράξενο! Μου ήρθε όρεξη για χάμπουργκερ!
- It’s Alive!!
- Γαμώτο! Τελικά, πρέπει να πάω τράπεζα για δάνειο!
- Πόσο να κάνει ένα Viagra:
- Καλέ, γιατί βγάζεις αφρούς;;;
- Γυναίκα, πάμε σπίτι!! ΤΩΡΑ!!! (Ώρα να γίνουμε πολύτεκνοι!!)
- Το cd player το έκλεισα;;
- Σκρόφα! Θόλωσες το μάτι του Δημητράκη μου!
- Γρήγορα! Τα υπογλώσσια!! Στο τσεπάκι της τσάντας τα έχω!
- Εγώ λέω να πάρω ένα club sandwich!
- Ώπα πορτμπαγκαζ η κουμπαρούλααααα!!!!....
- Όχι ρε πούστη μου! Ο διευθυντής μου!
- Houston! We have a lift off!!!
- Μμμ!!! Σιγά! Ας με άφηνε η γυναίκα μου να βάλω το δικό μου και θα έβλεπες!Τσουλάκι!
- Ζγκρλνιαναι τσιου τσιου!!! (Έναν γιατρό ρε παιδιά! Ο παππούς!........)
- «Εχει Πανσέληνο απόψε και είναι ωραίααα…..»
- Γαμώτο! Αύριο αρχίζω γυμναστήριο!
- Τάκη! Αν ξανακοιτάξεις προς τα εκεί, θα μαδήσω το μουστάκι μου!
- Που να σε τσιμπήσει τσούχτρα ανάμεσα στα σκέλια τσουλάρα!
- Δεν έπρεπε να κόψω την αναβολή κατακαλόκαιρο ο μαλάκας!......
- Πολύ θα γούσταρα να είχα μια βάφλα με σοκολάτα και παγωτό καϊμάκι τώρα!

Αααααχχχχχ!!
Πάει το καλοκαίρι παίδες!

….και δεν πρόλαβα να φάω βάφλα την ατυχία μου μέσα!.....

- ….ΝΑΙ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!! ΤΩΡΑ ΠΑΩ ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΝΑ ΠΑΡΩ ΤΗΝ ΑΛΟΙΦΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΑΓΟΥΡΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΣΟΥ!
……………………………………………
- …..ΟΧΙ ΜΩΡΟ ΜΟΥ! ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ!!!........