Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2007

Ο έξω και ο μέσα καύσωνας

Ο καύσωνας. Το καινούριο βιβλίο που γράφω. Ακριβέστερα, το καινούριο βιβλίο που γράφεται. Και μάλιστα, ερήμην μου. Μιλάει για την παρατεταμένη ανομβρία. Του καιρού και της ψυχής. Την απ’ έξω και από μέσα μας ξηρασία.
Τίποτα δα, το πρωτότυπο. Η πραγματικότητα, άλλωστε, το ξεπερνάει. Αφόρητη η περασμένη και η προπερασμένη βδομάδα και πόσες και πόσες επόμενες. Πάρτε μαζί σας νερό, προειδοποιούσε ο ποιητής. Τότε βέβαια δε χρειαζόταν ακόμη. Έσκαβες ένα πηγάδι και στα δέκα μέτρα ανάβλυζε από μόνο του. Στα διακόσια φτάνουν τώρα οι γεωτρήσεις, πόσιμο νερό δε βρίσκουν. Μόνο υφάλμυρο.
Άραγε σύμπτωση; Πάντως, υφάλμυρα είναι και τα συναισθήματα που κατοικούν στα έγκατα της ψυχικής μας ανομβρίας: ο καύσωνας απλό ντεκόρ των διακοπών μας, ο καύσωνας φυσικό βιάγκρα των σεξουαλικών επιδόσεών μας, ο καύσωνας πεδίο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, ο καύσωνας τηλεοπτικό θέαμα, ο καύσωνας αφορμή επίδειξης κοινωνικής μέριμνας σε προεκλογική περίοδο, ο καύσωνας αντικείμενο φιλελεύθερων ιδεολογικών χρήσεων με τις ευθύνες για τις κλιματολογικές αλλαγές να αποδίδονται γενικώς και αορίστως σε όλους, ο καύσωνας θέμα αυτάρεσκων λογοτεχνικών αφηγήσεων.
Στο μεταξύ, ο καθένας βολεύει όσο και όπως ξέρει τη συναισθηματική του ξηρασία σε συνθήκες επιδεινούμενης φυσικής ξηρασίας. Εγώ, για παράδειγμα, κατέβασα τα παιδιά απ’ τον όροφο στο ισόγειο και λέω να τα εγκαταστήσω οριστικά στο υπόγειο. Και πιάνω τις ιδεολογικές και καλλιτεχνικές μου ευαισθησίες να εξεγείρονται: τυφλοπόντικες θα τα κάνω. Ολημερίς κάτω απ’ τη γη και το απόβραδο απάνω. Τελικά δικαιώνω την επιλογή μου: το μέλλον των ανθρώπων, σκέφτομαι, είναι κάτω απ’ τη γη, και δυστυχώς όχι μόνο το μεταθανάτιο.
Ξέρω, ξέρω. Υπερβολές και κινδυνολογίες. Γιατί καλοκαίρι είναι, θα ’χει τις κάψες του. Γιατί κι άλλοτε φτάσαμε τους 40 βαθμούς και παραπάνω. Γιατί ακόμα και αν υπάρχει πρόβλημα θα βρεθεί λύση απ’ τους ειδικούς. Πολλές, ασφαλώς, οι ενστάσεις. Δικαιολογημένες; Επιτρέψτε μου την επιφύλαξη, αλλά μου θυμίζουν τον τρόπο αντιμετώπισης βαρύτατων ασθενειών στα τελευταία στάδιά τους. Καμιά σχεδόν θεραπευτική προσπάθεια, μόνο απάλυνση του πόνου. Να υπάρχει αλλά να μην νιώθεται. Στην προκειμένη περίπτωση, προτιμάμε τις ιδεολογικές και πνευματικές μορφίνες, για να καθησυχάζουμε το φόβο μας, και περιοριζόμαστε στις απλές ασπιρίνες για τον καρκίνο που λιώνει πια τη φύση.
Να γιατί δεν το γράφω εγώ το βιβλίο. Η πραγματικότητα το γράφει μ’ εμένα απλό διαμεσολαβητή. Κι έχουν οι σελίδες του τη μυρωδιά του ξεραμένου δέντρου.
Αυγή, 1.7.07

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2007

Παραλιακή ιχνηλασία...




Σε ξεγελάει το γαμημένο για καλοκαίρι!
Σε τυλίγει μ ε μια αποχαυνωτική ζέστη και θαλπωρή, παραμυθιάζοντάς σε για μεγαλύτερο δικαίωμα στην ραστώνη και στην χαλαρότητα.
Είναι τυχαίο άραγε πως σε τέτοιες συνθήκες πολλαπλασιάζονται τα πάσης φύσεως ΜΙΚΡΟΒΙΑ;
Εκείνα πα να πει, τα ασήμαντα λόγου ζωντανά μορφώματα, που μπορούν να αχρηστέψουν ολόκληρους πολιτισμούς και ανώτερα (δήθεν) είδη.

Έτσι λοιπόν….
Το καλοκαίρι στην παραλία, χαζεύω σε φλουταρισμένες εικόνες με έντονα χρώματα.
Δεν εστιάζω, απλά κοιτώ χωρις να βλέπω.
Το κέντρο του εγκεφάλου που αναλύει τις βαθύτερες αιτίες που προκαλούν τις αλληλουχίες των εγκεφαλικών ηλεκτρικών εκκενώσεων, που προέρχονται από τα ερεθίσματα του εξωτερικού περιβάλλοντος, ΥΠΟΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ, σαν Δημόσια Υπηρεσία τον Αύγουστο….

Ρε δεν γαμιέται τώρα!....

Κάτσε να κάνω χάζι στο στριγκάκι της κορμάρας μπροστά μου, στα πονηρά βλέμματα της γλυκιάς μικρομάνας πιο δίπλα, ή στο θολό ξελιγωμένο βλέμμα του executive στην πλαϊνή της chez long.
(Τι φοράει ο μαλάκας στο αυτί και αναβοσβύνει; Καλωδιωμένος στην παραλία; Ανάγκη ή prestige; Αν θελήσει άραγε να πάει για χέσιμο, τα κάνει save για αργότερα; Από ποιο U.F.O. κατέβηκε;… Μήπως τελικά εγώ είμαι U.F.O. ρε πούστη μου;;;…)

Rewind…..

Στο μόνο που τελικά μπορώ να εστιάσω, είναι στον βυζοχορό "siliconato e duro" της τριαναταπενταρας λοξά απέναντι, η οποία λικνίζεται μπροστα στον μπρατσωμένο μυτόγκα της με το tribe tattoo.
Σε αυτόν κουνιέται , γύρω κοιτάζει, τι να πεις;;
Μας τα κουνά πέρα δώθε, θέτοντας μας το ερώτημα «So you think THEY can dance?...»
Εντάξει ρε φιλενάδα!...ΠΕΡΝΑΝΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΑΣΗ!...

……και εκεί που παρακολουθώ ταυτόχρονα την χορογραφία αλλά και το στριγκάκι μπροστά μου και την μικρομάνα δίπλα, ξαφνικά η εικόνα του περαστικού λαθρομετανάστη από την Νιγηρία με τα cd και τα dvd’s που εισέβαλλε στο «κάδρο» μου, κάνει τον αποχαυνωμένο εγκέφαλό μου να πάρει ανάποδες….

ΠΙΣΩ ΚΟΥΦΑΛΕΣ!
ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΤΕ ΕΜΕΝΑ!
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ!!!!

Τα προβλήματα ρε εξακολουθούν να ταλανίζουν τον κόσμο και δεν μπορεί να με αποπροσανατολίζουν δήθεν τυχαία στριγκοσκυψίματα σε απόσταση τσιγάρου (άφιλτρου) από την μούρη μου, με άρωμα καρύδα και χρώμα σοκολατί.
Έχω ηθικό χρέος απέναντι στην ύπαρξή μου!

Πάρε βρε κοπέλα μου τον (ωραιότατο) πισινό σου από την μύτη μου!!...
..και είμαι σε κρίσιμη ηλικία…
Μην με κολάζεις πανάθεμα σε!

Ξέρεις τι είναι θυσία της προσωπικής ευχαρίστησης για το κοινό καλό;;;
Ο προβοκάτορας μέσα μου φωνάζει: ΜΑΛΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΡΕ, ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!...
(Σκάσε μαλακισμένο! Στην τρύπα σου γρήγορα!...)

(Πω πω ρε μάγκα μου! Λίγο τον λαιμό μου να τεντώσω, I’ ll kiss the Dark Side Of The Moon, λέμε!!!!!...)

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΡΕ!

Έχω να στοχαστώ το πρόβλημα της Παιδείας, την παγκοσμιοποίηση, την αστυνομική βία, το CERN στην Ελβετία, την ξεφτίλα των θεσμών και τις αλλαγές στους παράγοντες του σύγχρονου κοινωνικού γίγνεσθαι….

- Αγάπη μου!!! Δώσε μου σε παρακαλώ το τάπερ με το πεπόνι για τα παιδιά!!
- Μπαμπά! Η αδερφή μου είναι χαζή! Με λέει φαφούτη!
- Μπαμπά!! Μου τραβάει τα μαλλιά! Ναι, είσαι χαζός και ο μικρός είναι χαζότερος!
- Μαμάαααααα!!!! Με βλίζει η αδεφή μου!!

ΣΠΛΛΑΑΑΑΑΤΣ!!!
(ο ήχος από το ηχηρότατο χαστούκι της πραγματικότητας, όταν προσγειώθηκε άτσαλα στην μάπα μου….)

- Ηρεμήστε παιδιά! Μην τσακώνεστε:… Ορίστε το τάπερ αγάπη μου!

Γαμώτο….

….δεν έχει Αντίσταση σήμερα…..

….και πάνω στην αναμπουμπούλα την έτζασε και το στρινγκοπιπίνι , την ατυχία μου μέσα…..
…και η μικρομάνα μας άφησε την χρησιμοποιημένη πάνα για ενθύμιο ή μήπως τιμωρία ;;….
(ρε συ! Ο executive εμένα κοιτάζει τώρα;;;;)

Σσσσσσττ!!!!

Επιστρέφει η τριανταπεντάρα από τα ντους και ο «μυτόγκας» είναι στα «βαθιά»….
Αρχίζει το δεύτερο μέρος του «siliconato con scerzo ma non tropo pianissimo»!!!!

Με βρεγμένα χέρια από το τάπερ, στρίβω άτσαλα τσιγάρο…
Σκατά γαμώτο….πάλι γεύση πεπόνι θα έχει…..

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2007

Για μια βιβλιοπαρουσίαση που δεν έγινε

Δεν έστησα το Blog για να μιλήσω για τα βιβλία μου, δεν έστησα το Blog για να μιλήσω για τη δουλειά μου. Ό,τι είχα να πω, το ’πα στις σελίδες τους. Ούτε τη συγγραφική μου ωραιοπάθεια θέλω να χαϊδέψω ούτε τη συγγραφική μου ανασφάλεια θέλω να ανακουφίσω. Έχω και άλλα να σκεφτώ πέραν του περίκλειστου λογοτεχνικού κόσμου, και αν μπήκα εντός των τειχών του ήταν όχι για να απομακρυνθώ απ’ την πραγματικότητα, όχι για να αναπτύξω λογοτεχνικές μονομανίες, αλλά για να κατανοήσω καλύτερα τον κόσμο. Το λέω εν είδει εξήγησης. Ενδεχομένως να εκληφθεί ως υποκρισία από ορισμένους. Δε με νοιάζει.
Τα πράγματα έχουν ως εξής. Γνώρισα το Σπύρο, το συνδιαχειριστή Vlaxo, μέσα απ’ το βιβλίο μου. Ακριβέστερα, δεν μ’ ανακάλυψε αυτός. Εγώ τον ανακάλυψα. Αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Από κοντά μία και μόνη φορά συναντηθήκαμε και ήταν αρκετή για να καταλάβω πόσο ψέματα έλεγε όταν σε βιβλιοφιλικό blog διακήρυσσε ότι είναι πιο όμορφος από μένα. Εν πάση περιπτώσει, εκτίμησα τον άνθρωπο, απόλαυσα τη γραφή του. Τον ρώτησα αν ενδιαφέρεται να πάρει μέρος σε παρουσίαση που σχεδίαζα να κάνω στη Θεσσαλονίκη. Τον πίεσα να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς του και στρώθηκε στο γράψιμο. Ύστερα από δέκα μέρες μου έστειλε το κείμενο που ακολουθεί. Έχει αποσπασματικό χαρακτήρα, γιατί είναι σε πρωτόλεια μορφή. Η εκδήλωση δεν έγινε. Το κείμενο έμεινε ως είχε. Νιώθω την υποχρέωση να το δημοσιεύσω. Γράφτηκε για να ακουστεί. Ευθύνομαι που δεν ακούστηκε. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω, έστω και αν δεν έχω την άδεια του. Αδράχνω την ευκαιρία τώρα που τον βρίσκω ακαλωδίωτο. Μιλάμε για το βιβλίο «Καλά μόνο να βρεις».


Ο λόγος στο Vlaxo

Βιβλίο – καταγγελία:
Ένοχη βουτιά στο σίχαμα της αλλοτριωμένης αστικής συνείδησης, καταγγέλλοντάς την, εκθέτοντάς την και βγάζοντάς την στο φως (σκέψεις μπάτσου, συζητήσεις – σκέψεις των «μεταφορέων», του στρατιώτη - δικηγόρου, αλλά ακόμη και των «θυμάτων» της ιστορίας του Κούρδου και της Νατάσας. Ποιών θυμάτων δηλαδή, αφού και οι υπόλοιποι, ΟΛΟΙ θύματα είμαστε τελικά. Άλλοι ζωής και άλλοι ψυχής….)
Εκμαυλισμός των αστικών θεσμών (Δικαιοσύνη, Αστυνομία, Μ.Μ.Ε.), εκμαυλισμός συνειδήσεων πολιτών, υποταγή σε επιβαλλόμενους ρόλους υποταγής, κοινωνία μπουρδέλο με αγοραίες σχέσεις, όπου το «ΚΑΛΟ» είναι το ΣΥΜΦΕΡΟΝ και «ΚΑΚΟ» είναι ΟΛΑ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ.
Καταγγελία ακόμη της σύγχρονης αποδοχής της διαδικασίας «υλοποίησης - μορφοποίησης της ψυχής», που γίνεται κοινωνικά αποδεκτή, μόνο μέσα στα αυστηρά καθορισμένα πλαίσια μιας οντότητας «σάπιου κρέατος».
Ένα ξεβράκωμα του σύγχρονου αστικού γίγνεσθαι που δίνει εικόνα σε μια πανθομολογούμενη (;) ξεφτιλισμένη αλλά αληθινή ισότητα:

HOMO ECONOMICUS + HOMO CONSUMUS = HOMO ΣΑΠΙΟΣ

Η περιγραφή της εξαρτημένης σχέσης φετιχισμού του νεοέλληνα με το life-style και την πλασματική ταυτότητα που μπορεί να αποκτήσει κανείς, με ένα γρήγορο αυτοκίνητο, με μια σπιταρόνα, με μια macho εμφάνιση, με «αντρικά» τραγούδια που δείχνουν πόσο «μάγκας» μπορεί να φανεί κάποιος στα μάτια των άλλων.
Ξεσκέπασμα της σιχαμένης και γλοιώδους ταξικής υποκρισίας μιας κοινωνίας των συναισθηματικά «λούμπεν προλετάριων», η οποία προσπαθεί να αποενοχοποιήσει ό,τι της είναι βολικό για την αισχρή αστική και αστικοποιημένη υπόστασή της, μεταβάλλοντας «κατά το δοκούν», τις διαχωριστικές γραμμές που η ίδια δημιουργεί και επιβάλλει και δίνοντας την πιο συμφέρουσα ερμηνεία σε θεσμούς, έννοιες και συμπεριφορές, για να μην διασαλευτεί η αταραξία των «κεκτημένων» της.
Καταγγελία της «σιωπής» ως επιλογής, η οποία καθορίζει de facto το ΤΙ , ΠΩΣ, ΠΟΤΕ και ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ θα ειπωθεί οτιδήποτε «αληθές».
«Η σιωπή είναι συνενοχή», είτε είναι κανείς στρατευμένος είτε όχι, είτε εργαζόμενος, είτε δημόσιος υπάλληλος, είτε ελεύθερος επαγγελματίας.
Η «σιωπή» ακυρώνει την ανθρωπιά.
Κανείς δεν μπορεί να μένει αποστασιοποιημένος από τα τεκταινόμενα γύρω μας.
Γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε με ένα μερίδιο ευθύνης στα χρωματοσώματά μας, που οφείλουμε οι ίδιοι να διαχειριστούμε. Αυτοπροσώπως.
Μας τρίβει στα μούτρα την - και καλά - δικιά μας «αχαλίνωτη ροπή» προς ένα άδειο, αμόλυντο, αγνό και πολλά υποσχόμενο «μπροστά», ενώ η πραγματική ζωή μένει «πίσω», με άλλους αργότερους ρυθμούς και δικό της χρόνο.
Είναι η αντανάκλασή αυτής της ζωής στους ψυχο - καθρέπτες του αυτοκινούμενου σαρκίου μας που μας οδηγεί, μαζί με τις ρίζες μας, αυτές τις ίδιες που φτάσαμε να θεωρούμε «κόλλημα» και τροχοπέδη, (αλλά, όπως το παρελθόν της γριάς πουτάνας, κανείς δεν μπορεί να της το πάρει, ούτε και την γνώση που έχει χαραχθεί στο κορμί και την ψυχή της. Έτσι κι εδώ)
Αυτά είναι το «τιμόνι».
Ταυτόχρονα, ξεμπροστιάζεται η γελοιότητα και η κενότητα της αγωνίας αυτοεπιβεβαίωσης που έχει αλλοτριώσει τόσο έναν άνθρωπο μιας αστούπολης, ώστε να επιζητά τον Σκοπό , το Νόημα, την Δικαίωση, την Υπεροχή μέσω ΑΥΤΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΧΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ.
Καταγγελία του νομοτελειακού της παρακμής και της αντικατάστασης της αυθεντικά ανθρώπινης βούλησης, από αυτό που κυριαρχεί, από αυτό δηλαδή που πιεζόμαστε να αποδεχόμαστε ως «πραγματικό»
Καταγγελία, της εμπορευματοποίησης της ανθρώπινης υπόστασης ως ανταλλάξιμου προϊόντος, μεταφερόμενου «μαζικά» με Δ.Χ. φορτηγά (αλλά και «μεμονωμένα» με Ι.Χ. όπως το αυτοκίνητο του δικηγόρου, ή ακόμη και το ίδιο το «περιπολικό»).
Παύει έτσι αυτή η «ανθρώπινη υπόσταση» να αποτελεί το «όχημα» για την ίδια της την απο – μορφοποίηση και την ψυχική άνοδό της και αφήνεται να άγεται και να φέρεται «Απ’ έξω». Ποια μαζικότητα δηλαδή και τρίχες κατσαρές, « εις οιωνός άριστος, αμύνεσθε για την πάρτη σας»….
Μετουσιώνεται αυτοβούλως πάει να πει, ο άνθρωπος, σε «αιτία - μέσο – εργαλείο – στόχος και αποτέλεσμα» της αγοράς (του καπιταλισμού ντε!) αποδεχόμενος τον ρόλο του συνεχιστή, που διαιωνίζει έτσι – με ποικιλία μορφών - την ίδια την λειτουργία της «αγοράς», με τον άνθρωπο αποδεχόμενο τον ρόλο του «γραναζιού» και ας αποτελεί θύμα – καύσιμο. (Ο ίδιος ο καπιταλισμός δηλαδή, που «τρώει» τις σάρκες του για να επιβιώσει – μετεξελιχθεί, ενώ οι «σάρκες» έχουν πειστεί πια πως «έτσι είναι η ζωή…όλοι έτσι κάνουν….Τι μπορείς να κάνεις;»…..)
Ακόμη πιο «σκληρή» αλληγορία (;), ο βιασμός της ίδιας της διατελούσας «εν συγχύσει» ανθρώπινης φύσης (με ή χωρίς εισαγωγικά), από τον ίδιο τον εαυτό της, στο όνομα της παροχής «καλύτερου» μέλλοντος. (Ο Πόλης όταν βιάζει μια μαστουρωμένη Νατάσσα, φωνάζοντας το όνομα της κόρης του….)

Αφύπνιση…
Στο τέλος, στην κορύφωση, αυτό που συνειδητοποιεί κανείς είναι πως η «αυτοτέλεια» ποτέ δεν είναι «αυτοτελής και αυτόφωτη». Μπορεί να έχει κάποιος την αίσθηση της «πληρότητας», αλλά μόνο με βάση αυτά που έχει επιλέξει ως μέτρα σύγκρισης.
Το νόμιμο και το παράνομο είναι απλά ένα θέμα «οπτικής γωνίας» και συγκυριών.
Ποτέ δεν θα έχει κανείς μια ολοκληρωμένη εικόνα, παρά μόνο όταν προσπαθήσει να έχει την αίσθηση» της πανοραμικότητας.
Όταν λοιπόν παρθεί η απόφαση για να «ενωθούν» όλες οι πανοραμικές «θέες», τότε θα δημιουργηθεί μια ολογραφική εικόνα πληρέστερη, αλλά μόνο γι’ αυτόν που κατανοεί πως ακριβώς γίνεται αυτή η «ένωση»…
Τότε, έρχεται η συναισθηματική – ψυχική – εγκεφαλική έκρηξη, δημιουργώντας ένα τσουνάμι αυτοκριτικής.
(«Με τον χρόνο στο κατόπι, καλούμαστε να κάνουμε ταμείο» ρε κιορατά….)
Δεν είμαστε μόνο αυτό που δείχνουμε, ούτε μόνο αυτό που βλέπουν οι άλλοι.
Δεν είμαστε αυτό που οι γύρω μας αναμένουν από εμάς, ούτε οι χαρές και οι λύπες μας καθορίζονται μόνο από τα θέλω των άλλων, όσο κοντινοί κι αγαπημένοι μας κι αν είναι.
Είμαστε ταυτόχρονα και αυτό που κρύβουμε, αυτό που σκεφτόμαστε, αυτό που επιλέξαμε να είμαστε, αλλά και αυτό που απορρίψαμε, αυτό που καταφέραμε και αυτό που μας στοίχειωσε, αυτό που δεν ζήσαμε, αυτό που αλλάξαμε και αυτό που κλείσαμε τα μάτια και επιτρέψαμε να γίνει.
Είμαστε σπόρος και μήτρα, φως και σκοτάδι, ζωή και απώλεια.
Όλα είμαστε, αλλά και τίποτα μαζί.
Αγάπη και σιχασιά, πρώτη ταχύτητα, δευτέρα, τρίτη, τετάρτη, πέμπτη, νεκρά (του Σαββάτου)και ενίοτε όπισθεν (της Κυριακής).
Μια διαρκής προσπάθεια ισορρόπησης «στου σχοινοβάτη το σκοινί» και χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Όλα αυτά, δοσμένα με μια καθαρότητα στην αποκρυστάλλωση εννοιών, σκέψεων, συναισθημάτων.
Λεκτικός πλεονασμός εδώ; «Τα κρύσταλλα είναι πάντα καθαρά»;
ΟΧΙ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΤΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙ…..
Πλήρης ξεσκέπασμα των αιτίων και των αιτιατών που θα έλεγε και ο Βέλτσος.
Δεν μένει καμιά αμφιβολία για τα κίνητρα, αφού χαρτογραφεί ο Πάνος, την εγκεφαλική – ψυχική λειτουργία του σύγχρονου νεοέλληνα - Ελληνάρα, της κρίσιμης ηλικίας των 30 κάτι, 40 φεύγα και πέρα.
Θεωρητικά ξεκομμένες μεταξύ τους «αποσπασματικές» εικόνες – ιστορίες, που κινούνται σε ένα παράλληλο σύμπαν ταυτόχρονα, μα που τελικά αποτελούν ένα «ΟΛΟΝ» για τον κάθε χαρακτήρα, όπως και για τον αναγνώστη και που, όταν τελικά αποκαλυφθεί η τραγική σχέση μεταξύ τους, πυροδοτούν την «έκρηξη».

Δεν υπάρχει «κάθαρση», δεν μένει κανένας «αμόλυντος» μετά την αποκάλυψη – συνειδητοποίηση της προσωπικής μας φυλακής και των ορίων που εμείς οι ίδιοι θέσαμε στον εαυτό μας.
Αντίθετα, μένουμε μόνοι απέναντι στο βάλτωμα και την συγκαλυμμένη μπίχλα των επιλογών «ισορροπίας» που κάνουμε.
Και είμαστε πάρα πολλοί – ίσως όλοι- που λειτουργούμε με ανάλογους τρόπους.
Γι’ αυτό «οι μεσαίες λωρίδες έχουν πάντα μποτιλιάρισμα»

Ο Τίτλος….
Το ευχολόγιο – κατευόδιο της παλιάς «ξεδοντιασμένης» γενιάς- «γιαγιάς», αρρωστιάρας και σχεδόν μόνιμα κοιμισμένης , προς την νέα, ζωντανή γενιά, που διεκδικεί το δικαίωμα να ονειρεύεται, την γενιά των ΑΛΦΑ της Νατάσας, , δίνεται σαν τίτλος:
ΚΑΛΑ ΜΟΝΟ ΝΑ ΒΡΕΙΣ.
Έμμεση παραδοχή μιας θλιβερής πραγματικότητας του ότι «εμείς», η γενιά του ΓΑΜΑ (από το γάματα..), δεν τα κατάφερε όπως θα ήθελε και οραματιζόταν.
«Γονιδιακή» αγωνία της συνέχειας και της έμμεσης λύτρωσης, μέσω των παιδιών μας, ανεξάρτητα αν είναι τα παιδιά των «καλών» ή των «κακών», αφού η αθωότητα δεν έχει πολιτική.
Το άλλοθι όλων των πεπραγμένων μας, στο όνομα των αναγκών των επερχόμενων γενεών, το ΜΟΝΟ κοινό σημείο διαφορετικών «κόσμων».

Χωρίς να το θέλει άραγε (;), ο Πάνος μας έδωσε ένα βιβλίο που δεν λειτουργεί μόνο ως τέτοιο. έχουμε εδώ ένα «Εικονο – βιβλίο» χωρίς εικόνες (με την συμβατική έννοια), με ένα ιδιότυπο «λειτουργικό».
Βασιζόμενο σε ένα «εγκεφαλικό μοντάζ» αλλάζει οπτικές, περιβάλλοντα, χρονικές ζώνες, φωτισμούς και καταγράφει τις σκηνές μια ιστορίας – φιλμ, πυροβολώντας μας «κατά ριπάς» με εικόνες.
Φανερώνονται κομμάτι – κομμάτι, ψηφίδες με την μορφή εικόνων, σκέψεων και προβληματισμών που στέκονται αυτόνομα και από μόνες τους, σαν τα αυθάδη εκείνα κουκούτσια που κάθονται στον λαιμό, κόβουν την ανάσα και κάνουν μάτια να δακρύζουν.
Η «κατάποση» των «κουκουτσιών» στο τέλος, το κόμπιασμα στον λαιμό του αναγνώστη, θυμίζει την αγωνία και τις αντιρρήσεις των παιδιών σχετικά με το μουρουνόλαδο των μαμάδων.
Είναι πικρό το γαμημένο αλλά κάνει καλό….

Θα μπορούσε λοιπόν κάλλιστα, να είναι μια πολύ καλή ταινία.
Στο μυαλό μου έρχεται μια «ξεχασμένη» γαλλική ταινία του 1974 το ΤΕΜΡΟΚ που είχε το «θράσος» να έχει ήχο αλλά ΟΥΤΕ ΕΝΑΝ ΔΙΑΛΟΓΟ!
Μια βουβή ταινία με ήχους.
Τελείως διαφορετική και ως ρυθμός και ως αίσθηση με την «ταινία» του Παναγιώτη. ΟΜΩΣ:………………..
Κάπου στο τέλος, η κάμερα κάνει «zoom out» σε μια πόλη που πλέον έχουν κτιστεί όλες οι πόρτες και τα παράθυρα, αφού οι κάτοικοι ανοίγουν νέες πόρτες στην θέση των τοίχων, εδώ έχουμε την εγκατάλειψη – εν μέση οδό – του αυτοκινήτου.
Στο ΤΕΜΡΟΚ, την ώρα που δείχνει η κάμερα τα χτισμένα πορτοπαράθυρα, ακούγονται ουρλιαχτά λύκων που αποτελούν την κραυγή «απελευθέρωσης» και την αρχή της προσπάθειας «διαλόγου» με την φύση μας, εδώ έχουμε το σβήσιμο της μηχανής του αυτοκινήτου, την εγκατάλειψή του και την απομάκρυνση με τα πόδια.

Το μήνυμα σαφές.
Το «σύστημα» μπορεί να μπλοκάρει, από τον ίδιο τον «χρήστη» - «γρανάζι» του όποιου κατασκευάσματος, ο οποίος μπορεί να «ακυρώσει» τις τυποποιημένες από πριν και από άλλους διαδικασίες, χρησιμοποιώντας μάλιστα το ίδιο το «κατασκεύασμα» ως μέσο «δολιοφθοράς».
Η καινούρια αρχή έχει κόστος, αλλά δεν είναι ακατόρθωτη.
«Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».
Αρκεί μόνο να το επιλέξουμε.
Και εκεί είναι το «αισιόδοξο», η «έξοδος διαφυγής», η χαραμάδα για να ανασάνουμε:
ΟΛΑ κατά έναν παράξενο τρόπο (λες και θα μπορούσε να ήταν κι αλλιώς….), γίνονται από ΣΥΝΕΙΔΗΤΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ και καμία κατάσταση δεν «δημιουργεί» τους πρωταγωνιστές. Έτσι επέλεξαν.
Κι εμείς έίμαστε υπεύθυνοι για τις επιλογές μας.
ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΜΑΣ.

Όσοι έχετε ήδη διαβάσει το βιβλίο, μπορεί τώρα να σκέφτεστε: «…Καλά ρε πούστη μου, που τα λέει όλα αυτά; Άλλο βιβλίο διάβασα;....»
Η απάντησή μου είναι : ΝΑΙ!
Ο Πάνος μας έβαλε και διαβάσαμε ΟΛΟΙ μας από ένα «άλλο» βιβλίο. Εκείνο της δικιάς μας ζωής. Σε εμένα τουλάχιστον αυτό ακριβώς έκανε.
Λειτούργησε, με τον ίδιο τρόπο που εισπράττει κανείς το ηλεκτρονικό «μπανιστήρι» στα εσώψυχα» των άλλων, όταν επισκέπτεται και διαβάζει σελίδες από κάποιο ηλεκτρονικό ημερολόγιο, από κάποιο BLOG.
Ματιές σε μικρές βιογραφικές ιστορίες, σε προσωπικούς κόσμους, μέσα από χαραμάδες – οθόνες, σαν ένα δωρεάν «peep show», μόνο που αντί για γυμνά σώματα, εκθέτονται γυμνές ψυχές (ή τουλάχιστον αυτό προσπαθούν).
Το βιβλίο κάνει το ίδιο, αλλά με ιδιαίτερη επιτυχία, σαν πεπειραμένη «στριπτιζού».
Όπως λοιπόν ακριβώς γίνεται στα ειδικά δωμάτια για ματάκηδες, (που ρίχνοντας κέρματα, ανοίγει ένα παραθυράκι και σε αφήνει να «βλέπεις»), έτσι λοιπόν, την ώρα που οι ιστορίες – ματιές ενώνονται και αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε την μορφή που έχει το «κορμί» που μας εκτίθεται μπροστά μας, τα «στόρια» πέφτουν στα παραθυράκια, ενώ εμείς εναγωνίως ψάχνουμε τις τσέπες μας για κέρματα, μπας και προλάβουμε να δούμε λίγο ακόμα, ενώ τα ηχεία ξερνάνε το «Pigs» των Pink Floyd, ανάκατο με τις μουσικές των Κατσιμιχαίων, ως υπόκρουση στις δικές μας «δικηγορίστικες» σκέψεις, πονώντας την ψυχή για αυτά που ως «αθώοι» τραγουδήσαμε και ως «γρανάζια» μετέπειτα θρηνήσαμε.
(«Στοιχειώνουν της νιότης οι στιγμές, όταν τραγούδι ακούγονται σε γερασμένα αυτιά». Δικό μου αυτό ρε….)
Σε αυτό λοιπόν το show πιστωτικές κάρτες δεν γίνονται δεκτές.
Ούτε χαρτονομίσματα.
Ο Πάνος, έχει εγκαταστήσει «κερματοδέκτες» που κάνουν αποδεκτά μόνο τα μεταλλικά κέρματα που ο καθένας έχει…….

Γράψε ρε… Πάω να κάνω ψιλά….


Το σχόλιο δικό μου:
Ξαναδιαβάζοντάς το, καταλαβαίνω πως δικαίωση μου δεν είναι μόνο η ανταμοιβή της γραφής αλλά και τέτοιοι αναγνώστες. Αναγνώστες που διανύοντας σ' αντίθετη πορεία όλη τη διαδρομή του Νείλου μπορούν να σε φτάσουν ως συγγραφέα στις σκοτεινές και αδιάβατες πηγές της έμπνευσής σου. Σ' ευχαριστώ, Σπύρο.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2007

"Ανόητες αγάπες"

Δυο τρεις φορές το ’δα. Κι όχι όλο. Δεν άντεξα παραπάνω. Αρκούσε ό,τι είδα. Εξ όνυχος τον λέοντα, που λένε. Μιλώ για το Je t’ aime. Ναι, για την ελληνιστί εκδοχή της αγάπης. Της τηλεοπτικής αγάπης, αλά Πάνια. Μ’ όλα τα παρελκό­μενα και συμπαρομαρτούντα.
Κοινώς τα ’χει όλα ο μπαχτσές. Έχει τους λαϊκούς, έντεχνους και κλασικούς βάρδους, κουβαλητές μιας εσκεμμένα διογκωμένης ιδιαιτερότητας. Έχει τις ημίγυμνες τηλεοπτικές γλάστρες, εισαγόμενες και εντόπιες γυναικείες σάρκες προς άγραν πεινασμένου τηλεοπτικού κοινού. Έχει τον παιχνιδιάρικο και υπαινικτικό τίτλο που ανακαλεί το γαλλικό αισθησιασμό τύπου «Εμμανουέλας» και κλείνει πονηρά το μάτι προς την αισθητική του πορνό. Έχει το καθ’ υπόδειξη συναυλιακό πάθος των παρευρισκομένων, όπου η λατρεία προς το είδωλο εναλλάσσεται με το χλευασμό του. Έχει το συντηρούμενο μυστήριο της πνευματικής ιδιοκτησίας των τραγουδιών, αγαπημένο θέμα του κίτρινου τύπου που συμπυκνώνεται στο φιλοσοφικό ερώτημα αν είναι ή δεν είναι ο Καρβέλας ο συνθέτης τους. Έχει και μια παρουσιάστρια, που οργάνωσε πετυχημένα την ως τώρα τηλεοπτική της εικόνα με κύριο συστατικό τον τσαμπουκά τού «δε μασάω», αξιοποιώντας κατάλληλα την αδυναμία των ανθρώπινων καρικατού­ρων που παρουσιάζει και παίζοντας με το κοινωνικό στερεότυπο της ανόητης ξανθιάς.
Εν ολίγοις, τα ’χει όλα. Όλα τα συστατικά της τηλεοπτικής επιτυχίας. Και μάλιστα στην κατάλληλη δοσολογία: τόση προσωπική ιδιαιτερότητα που να μην αγγίζει το απειλητικό σύνορο της τρέλας και να διατηρείται εμπορικά εκμεταλ­λεύσιμη. τόσο γυμνό που φλερτάροντας με τα όρια της δημόσιας αιδούς να παραμένει στο επίπεδο του μαζικού θεάματος. τόση κυνικότητα που παρ’ ότι ασεβεί απέναντι στον άλλον, αυτοδικαιώνεται καθιστώντας αυτόν τον άλλον υπόλογο για την αδυναμία του. τόση καλλιτεχνική ευτέλεια που παρ’ ότι ξεπέφτει στην κατηγο­ρία της χοντροκομμένης σάτιρας νομιμοποιείται αισθητικά μέσα απ’ την αξιοποίη­ση στιχουργικών και συνθετικών κλισέ του σκυλάδικου.
Εν ολίγοις, δεν έχει τίποτα. Τίποτα αποκλειστικά δικό του. Μια εμπνευ­σμέ­νη επιλογή προηγούμενων στοιχείων, ένα ευφάνταστο ανακάτεμα προηγούμε­νων συνταγών, μια προσεκτική αποφυγή προηγούμενων λαθών, να το μυστικό της επιτυχίας. Γιατί και τις χαριτωμένες φιγούρες τις είδαμε στο Ερωτοδικείο και την ερωτική πρόκληση την είδαμε πιο κραυγαλέα στις εκπομπές του Ψινάκη και τον εξευτελισμό της προσωπικότητας τον βλέπουμε στα χορευτικά λικνίσματα των παικτών του SUPER DEAL και την αδιάκριτη παρείσφρηση στον ιδιωτικό βίο τη βλέπουμε στη μεσημεριανή ζώνη. Δεν ανακάλυψε λοιπόν το Je t’ aime την Αμερική. Την εμπειρία των ταξιδιών των άλλων αξιοποίησε, για να χαράξει μια ασφαλέστερη πορεία. Και καλά έκανε. Γιατί αν δεν ήταν η εκπομπή αυτή, θα ’ταν άλλες. Θα ’ρθουν, άλλωστε, κι άλλες. Χειρότερες ακόμη.
Και πώς να μην έρθουν, όταν οι γυμνοί γλουτοί των λουομένων γίνονται από Μάρτη μήνα πρώτο θέμα καναλιών πανελλήνιας εμβέλειας; Όταν δημοσιογρα­φικοί αστέρες συνεντευξιάζονται τηλεοπτικά με καλλιτεχνικούς αστέρες όπως ο Πανταζής ή η Δημητρίου; Όταν ο τρελός του χωριού ή της συνοικίας ξεπέφτει απ’ την κατάσταση του κοινωνικού πειράγματος αλλά και της προστασίας σε αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης και τηλεοπτικού χλευασμού;
Τέτοια η κοινωνία, τέτοια η δημοσιογραφία, τέτοια και η τηλεόραση. Ή μήπως, τέτοια η τηλεόραση, τέτοια η δημοσιογραφία, τέτοια η κοινωνία;
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα. Έπιασα έκπληκτος λίγες μέρες πρωτύτερα την τετράχρονη κόρη μου να άδει το «το βας βας ο Παρασκευάς». Απ’ το νηπιαγωγείο προφανώς το άκουσμα. Και αναρωτιόμουνα πόσος Χατζιδάκις και Μάλαμας και Active Member χρειάζονται, για να βγάλει απ’ το μυαλό αυτόν τον άδειο στίχο που σαν σύνθημα τρύπωσε στη σκέψη της, χωρίς όμως να κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί απ’ τους συνομηλίκους της. Είμαι αδύναμος, συμπέρανα. Αδύναμος να προστατεύσω επαρκώς το ίδιο μου το παιδί.
Κατ’ επέκταση, αναρωτιέμαι, πώς θα προστατευτεί αυτή η κοινωνία, ποιους αμυντικούς μηχανισμούς θα αναπτύξει για να αποβάλει απ’ το σώμα της ό,τι την ευτελίζει, ποια αισθητικά και ιδεολογικά ξυπνήματα θα την αφυπνίσουν απ’ ό,τι την αποκοιμίζει.
Η απάντηση, πάλι απ’ το Je t’ aime. Γνωστή η τεχνική να επιλέγονται για τα τραγούδια πρόσωπα που υπονομεύουν το όποιο νόημά τους. Φέρτε στο μυαλό σας το «Έξω απ’ τα δόντια», το «Λαέ ξύπνα», το «Η μαύρη» κτλ. Ε, λοιπόν όσο πιθανό είναι να βγάλει νέα οδοντοστοιχία η ξεδοντιασμένη γριούλα που άδει το «Έξω απ’ τα δόντια», άλλο τόσο πιθανό είναι να υλοποιηθεί το αγωνιστικό μήνυμα που διατρανώνεται στο «Λαέ Ξύπνα». «Μαύρη» μαυρίλα, που λένε.
Αυγή, 24-6-2007

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2007

ΑΝΤΕ ΡΕ ΦΥΓΑΜΕ....


Σαν να φοβάμαι ρε φιλαράκι…
Σαν να σκιάζομαι σου λέω…
Ανασφάλειες φλαμπέ και το μυαλό στο τηγάνι…
Τι είναι τούτα καλοκαιριάτικα;
Ξεγυμνώματα ψυχής - μηνύματα σε μπουκάλια ψηφιακά, σε θάλασσες που αρμενίζουν και διαφεντεύουν Καπετάνισσες;;
Τι να πει το «πλιτς» το δικό μου;
…και καλά εσύ έχεις «εκδοθεί» και κάτι ξέρεις…
ΕΓΩ ΠΟΥ ΠΑΩ Ο ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΣ;
ΠΟΥ ΠΑ ΡΕ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΟΟΟΟ;;;;;
Κιοτής από το ξεκίνημα γαμώτο…..
Μια ζωή κοίταζα τους δρόμους και φανταζόμουνα το ταξίδι…
Άσε που εκεί που γούσταρα να πάω, δρόμοι δεν υπήρχαν….
…και όταν τελικά ξεκίναγα, πάντα το μυαλό πιο μπροστά και η ψυχή όσο αγκομαχούσε, άλλο τόσο γούσταρε…
….και μια παράξενη αίσθηση στασιμότητας και ανικανοποίητου να μην μ΄αφήνει να χαρώ…
Βλέπεις ρε συ Πάνο, όταν το φαντασιακό πραγματώνεται μπροστά σου, το πραγματικό απραγματοποίητο φαντάζει…
Σκέτη τρέλα δηλαδή…
Κι ο δρόμος πάντα εκεί….
…και εμείς όσα χιλιόμετρα κι αν κάναμε, πάντα εδώ…..

ΑΝΤΕ ΡΕ…ΦΥΓΑΜΕ….

Καλωσόρισμα

Το ’χα για ηλεκτρονικό σπίτι. Αλλά ούτε καν με σκηνή σε ελεύθερο κάμπινγκ δε μοιάζει. Ένα τσαντίρι, έστησα. Ανίδεος, γαρ. Σχεδόν ηλεκτρονικά αναλφάβητος. Να ’ναι καλά ο Νίκος Ρ, που υπάρχει έστω και έτσι. Αλλά τι να σου κάνει ο άνθρωπος, όταν δε σκαμπάζεις. Εν πάση περιπτώσει, ελπίζω να βελτιωθώ. Εγώ, ο px, κατά κόσμον Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, στον εργάσιμο χρόνο φιλόλογος (τρομάρα μου), στον ελεύθερο λογοτέχνης (ξανά, τρομάρα μου) και στον ελάχιστο που απομένει διαχειριστής (ξανά και ξανά, τρομάρα μου) αυτού του blog της κακιάς ώρας. Συνδιαχειριστές ο Σπύρος και η Μαρία. Τους ευχαριστώ θερμά για την τιμή.
Ξεκινούν λοιπόν οι ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ. Ο τίτλος κλεμμένος από μια ανολοκλήρωτη φοιτητική προσπάθεια, εκεί στις αρχές του ’90, για έκδοση περιοδικού. Μείναμε στο τεύχος 1. Το κείμενό μου «Εισαγωγικό μελέτημα βασικών επιστημολογικών εννοιών» (!). Πρώτη φορά που «εκδιδόμουν». Ούτε πια που καταλαβαίνω τι έγραφα.
Το εγχείρημα απέτυχε, το μεράκι έμεινε. Στο μεταξύ, ανομβρία και ξηρασία, στέγνωσαν τα περισσότερα απ’ τα ίχνη που τότε αναζητούσαμε. Τα βαριά όμως πατήματα αφήνουν πάντα βαθιά σημάδια. Τα σημάδια αυτά θα προσπαθήσουμε να ιχνηλατήσουμε στο χώρο της ιδεολογίας, της αισθητικής, της λογοτεχνίας, της εκπαίδευσης και της πολιτικής.
Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Κατ’ αρχάς, καλώς ορίσατε στο τσαντίρι μας.