Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

Ολόκληρη συνείδηση, ολόκληρες ευχές....

Θα μπορουσε να είναι η Έλσα, η Βασούλα, η Καίτη, η Κατερίνα......




....θα μπορούσε να είναι ο Βασίλης, ο Στράτος, ο Γιώργος, Ο Νίκος, ο Παύλος......




















...θα μπορούσε να είμαι εγώ, εσύ, ο κολλητός....








...θα μπορούσε να σου κάνουν ΄"αστεία" δώρα, για να ξορκίζεις την ασχήμια....



























.....θα μπορούσε να μην είναι ενα graffiti που σου ηλεκτρίζει τις "εορταστικές" ενοχές σου....








...θα μπορούσε να είναι μια ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!.....



ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ ΡΕ! (...και μην το βάζετε κάτω....)

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Θυμάσαι το άγαλμα;;....

....τότε που του είχαν βάλει μια πολύχρωμη ομπρέλλα;;;


...Με έστειλες ρε ρεμάλι λέμε....

...με έστειλες....

"Ξένοι" άνθρωποι, που όμως έχουν κάνει save κοινές εικόνες......
....και μνήμες.....

Νά 'στε καλά ρε ρεμάλια απόψε....
(ξέρετε εσεις ποιοι είστε....)


Με ταψιδέψατε και ανατρίχιασα λέμε....


Να 'στε καλά......

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

"Καπελοβιβλίο"...


Εδώ και καιρό, παραπονιόμουν, γκρίνιαζα και τσατιζόμουν, όταν έβλεπα κάτι φοβερές ιστορίες σε μερικά blogs και για να τις διαβάσω, έπρεπε να κολλάω την μουράκλα μου στην οθόνη, με αποτέλεσμα να γίνονται τα μάτια μου σαν αιμορροΐδες ταξιτζή.
Άσε που δεν μπορούσα να κάτσω στον καναπέ να τις διαβάσω, ούτε ήταν πρακτικά εφικτό να πηγαίνω στην τουαλέτα με μια οθόνη αγκαλιά για να μην διακόψω την ανάγνωση…..
Μερικές φορές δε, το τι μπινελίκι έριχνα δεν περιγράφεται, όταν δεν θυμόμουν το όνομα του blog και έπρεπε να ψάξω στο χάος των «Αγαπημένων» στο πισί…….

….και ΙΔΟΥ….
Η blogoσυλλογικότητα «ΚΑΠΕΛΑ ΣΤΑ ΦΩΤΑ», έβγαλε ως χριστουγεννιάτικο «project» σε μορφή βιβλίου, με αυτοέκδοση, 27 blogoκειμενο-ποιηματο-ιστορίες, κάθε ένα από διαφορετικό blogάνθρωπο, με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις του, να αποτελέσουν «συνεισφορά» στην «Καμπάνια για την Τσιάπας» και στους αγώνες των Ζαπατίστας.
Δηλαδή, μιλάμε στην ουσία για ένα «άλμπουμ» blogoγραπτων.
ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΔΗΛΑΔΗ ΡΕ, ΣΕ ΑΛΗΘΙΝΟ, ΧΑΡΤΟΝΕΝΙΟ ΧΑΡΤΙ!!
Όχι οθόνες, «κλικ», enter, forward, backspace, open και αρχίδια μύδια!!
ΧΑΡΤΙ ΜΙΛΑΜΕ! ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ!

(Ναι! Έχω «κόλλημα» με το χαρτί λέμε! ¨ότι υπάρχει εδώ μέσα γραμμένο από μένα, έχει πρώτα περάσει κατά 99,9% από έντυπη μορφή, με μαύρο στυλό και κατόπιν πληκτρολογείται!!!.
Ξέρω, ξέρω!!!... Πάμε όλοι μαζί!!!!! : ΜΑΖΟΧΑΑΑΑΑ!!!!!!...)

Συμαβτικός «σχολιασμός» του βιβλίου, δεν θα είχε λοιπόν κανένα νόημα
(ποιος χέστηκε κιόλας για τους «σχολιασμούς»… Το ζεις κάτι ή δεν το ζεις…Απλά πράγματα….)

Προσωπικά, βρίσκω αυτή την κίνηση της συλλογικής έκδοσης, αλλά και την όλη «φιλοσοφία» του project «Καπελοβιβλίο», ως μια πάρα πολύ όμορφη κίνηση, από το στάδιο της σύλληψής του, την διάθεσή του, την μορφή του μέχρι και την διάθεση των εσόδων του.
Φτάνει πια γαμώτο με τις κατ’ οίκον ομφαλοσκοπήσεις, την dark απομονωτική διάθεση, τον «ατομισμό της οθόνης»….
Καιρός για κάτι «ζωντανό», «αληθινό», συλλογικό»…..
Έστω και σε μορφή «project»….
Ακόμη πιο όμορφα όταν διακατέχεται από τον αυθορμητισμό του «ερασιτεχνισμού» και της «παρεΐστικης διάθεσης»…
Καιρός για κάτι «ανθρώπινο» να πάρει ο διάολος….

Το απόλαυσα το βιβλιαράκι και τα κείμενά του λέμε!
Με διαφορετική ένταση το καθένα, αφού είχαν το δικό τους ύφος, στυλ και vibes αποκρυσταλλώνοντας μέρος της διάθεσης του δημιουργού τους, αλλά το ταμείο ήταν «θετικό».
Αίσθηση;
Πως χαζεύεις τους πρισματικούς ιριδισμούς του φωτός, σε ένα από εκείνα τα φανταστικά Κυριακάτικα απογεύματα με όμορφη διάθεση που έχεις την αίσθηση πως κάτι ωραίο είναι έτοιμο να ξεκινήσει;
Έ έτσι ένα πράμα!!!....
Πραγματικά μου άρεσε.

(Φαντάζομαι πως, θα ήταν φοβερό συμπλήρωμα το να ακούω την ώρα που το διάβαζα, τις μουσικές από το περσινό CD, το προηγούμενο «project» των «ΚΑΠΕΛΩΝ», αλλά δυστυχώς ΔΕΝ ΤΟ ΕΧΩ ΤΟ CD ΛΕΜΕ!!!!
(Τ’ ΑΚΟΥΤΕ ΩΡΕ ΚΑΠΕΛΑΔΕΣ;;;…)

Πάντως, πολύ θα γούσταρα να ήξερα πως θα βγει και 2ο «τεύχος», και γιατί όχι και 3ο και 4ο , κατι δηλαδή σαν «Καπελοσυλλογή» ή «Ανθολόγιο Καπέλων»…
Εεεε;;;;;;….

(Υ.Γ. Επιθυμητή «αμοιβή» για την θετική παρουσίαση, νικελωμένο chopper με «πηρούνι» 1,80 και στο ντεπόζιτο έναν μαχητή Ναβάχο. Εναλλακτικά, μια «INDIAN» μοντέλο από το ’70 και δώθε, χρώματος μαύρου…Αναμένω…)

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Σπίτι με θέα

Πιο πολύ για συμμάζεμα. Ως τώρα σκόρπια τα 'χα από δω κι από κει, σχεδόν πεταμένα. Να τα λοιπόν σε ηλεκτρονική μορφή οργανωμένα. Αφορμή για σχόλια και κρίσεις. Αλλάζω λοιπόν στέκι; Ασφαλώς, όχι. Που να τον αφήσω μόνο του να ξεχειμωνιάζει; Τον πιάνουν, απ' ό,τι φαίνεται, τελευταία ξανά κι οι κρίσεις... Απ' το κακό στο χειρότερο πάει...
Απ' την άλλη, το 'χω πει απ' την αρχή: μακριά από μένα οι λογοτεχνικές μονομανίες. Όμως και το μεράκι μεράκι. Έπρεπε να το στεγάσω. Και να το. Τελευταίο κάτω χαμηλά στα link.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

Ένα μπουκάλι, το κέρναγα.....

Χριστουγεννιάτικο οικογενειακό τραπέζι.
Τα πιτσιρίκια λυσσάνε στο πατρικό δυαράκι, ενώ ο Ταξίαρχος και ο Επιτελάρχης ετοιμάζουν το τραπέζι.
Ο πατέρας κάνει ζάπιγκ μπας και πετύχει τίποτα ρεμπέτικα.
….διαφημίσεις, τηλεπωλήσεις, κινούμενα σχέδια, παιδική ταινία, Πετρέλης και….
«Ώπα πατέρα! Άστο λίγο!»

…παίζει βίντεο που δείχνει φιάλες κρασιών με λεζάντα από κάτω:
«Κρασιά από 5500 έως 6500 το μπουκάλι
Ένας κύριος εξηγεί κάτι με ύφος ειδήμονα, μπλα, μπλα, μπλα….
Άμεση διαστολή των κόρων των ματιών μου….
Τρίχα τσιτώνεται κάγκελο…
Ο πατερας μένει με το τηλεκοντρολ στο χέρι και προσπαθεί να πιάσει το θολωμένο μου βλέμμα….

Συνεχίζει το βίντεο, χέρια που μαγειρεύουν τρίβοντας κάτι απροσδιόριστο, λεζάντα:
«900 ευρώ το κιλό η μαύρη τρούφα, 11000 η λευκή, 16000 η κόκκινη
Θολούρα…
Μηνύγγια που χτυπάνε….
Ο πατέρας σφίγγει το τηλεκοντρολ και γρυλλίζει…..

Συνεχίζει το βίντεο, κάτι βαζάκια με μαρμελάδα από πορτοκάλια…
Σχόλιο εκφωνητή:
«….που μπορεί να φτάσουν μεχρι 45000 ευρώ το βαζάκι….»
Πέφτουν τα στόρια του μυαλού μου…
…..επαπειλούμενη σκοτοδίνη ….

Το βιντεάκι τελειώνει, ζουμ στην χαζοχαρούμενη φάτσα μιας ψευτο-ξανθιάς, κάτι σούργελα που κάθονται σε «πάνελ» σε ένα γιορτινά στολισμένο ντεκορ στουντίου που γράφει στους τοίχους «Κους κους»….
Αρχίζει ο σχολιάσμός με κάτι επιφωνήματα:
«αχ τι όμορφα, αχ τι ωραία….»
Εγκεφαλική πυρκαγιά, βρυχηθμοί έτοιμοι να γίνουν ουρλιαχτό, η κόρη μου -10 ετών- και ο μεγάλος γιός μου -7 ετών- (ο μικρός χέστηκε, αφού κυνηγάει την μαμά του για κουραμπιέ), κάτι έχουν ψιλιαστεί και με κοιτάνε απορημένα, ενώ ο πατέρας μου, κουνώντας το κεφάλι, με μάτια όλο τσατίλα και θλίψη ρωτάει:
«Να το αλλάξω παιδί μου με τους μαλάκες που δείχνει;;»
Η μάνα μου σχολιάζει με απελπισία: «Έχουν τρελλάθεί τελείως πια;;»
Ναι ρε μάνα, ΤΕΛΕΙΩΣ ΟΜΩΣ!!!

ΤΙ ΛΕΤΕ ΜΩΡΕ ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΟΙ ΧΛΕΧΛΕΔΕΣ;;;;!!!!
ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ ΧΡΟΝΙΑΡΕΣ ΜΕΡΕΣ ΜΩΡΕ;;;;!!!

Κάθεται να φάει κανείς Χριστουγεννιάτικα και κάνει το λάθος να ανοίξει για συντροφιά την τηλεόραση, την «διασκέδαση των φτωχών» και του πετάτε ξεδιάντροπα αυτή την κραιπάλη, την ασυδοσία πλούτου στα μούτρα του;;

Ρε γαμώ το ξεσταύρι σας, υπεύθυνοι των καναλιών, ιδιοκτήτες, μαρκετίερς, αναλυτές, διαφημιστές, καναλάρχες και όλη η σάρα η μάρα και το κακό συναπάντημα, τι νομίζετε πως νοιώθει ένας ηλικιωμένος παρκαρισμένος σε ένα γηροκομείο, ένας ασθενής σε νοσοκομείο, ένας άνεργος, ένας μοναχικός, ένας καταχρεωμένος, ένας φυλακισμένος, ένας απόκληρος, ένα παιδί πανάθεμά σας, που τρώει εκείνη την ώρα συσσίτιο από την πρόνοια και εσείς του δείχνετε μαρμελάδα των 45000 ευρώ;;;

ΜΑΛΑΚΕΣ!!!!
ΚΡΕΤΙΝΟΙ!
ΞΕΡΑΣΜΑΤΑ!
ΓΑΜΩ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΣΑΣ ΜΕΣΑ!!!


Τι είπατε;; Το κέρδος;; Η «αγορά»;;; Ο ανταγωνισμός;;

Αν πλακώσουν τώρα όμως δέκα καλικάντζαροι στο γιορτινό σας στούντιο κι αρχίσουν να κερνάνε μπουκάλια με άμμο, λάδι, φώσφορο, βενζίνη και αναμμένο στουπί για βούλωμα, ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΔΙΚΟ ΡΕ;;;;
Ποιοι θα είναι οι «προβληματικοί» ρε χάχολοι;;;;
Αυτοί ή ΕΣΕΙΣ;;;;

ΣΚΑΤΟΨΥΧΟΙ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΑ!

(Ά ρε πατέρα!!...
Τι την ήθελες χριστουγεννιάτικα την τηλεόραση γαμώτο;;;!!!)

Άντε εβίβα!

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

Καλικάντζαρος...


Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία…..
«Το Πνεύμα των Χριστουγέννων»….
«Κατανάλωσε να δείξεις την αγάπη σου»….
«Ξόδεψε σαν να μην υπάρχει αύριο να δείξεις την χαρά σου»..
«Χαμογέλα σαν λοβοτομημένος για να γευτείς την γενική ευφορία»
«Τέτοιες μέρες, είναι μέρες ελπίδας, αγάπης, οικογενειακές» κλπ κλπ

ΓΙΑΤΙ ΡΕ;
ΟΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΤΙ ΗΤΑΝ;
ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΤΙ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ;

Μια καταναγκαστική - πλασματική ευφορία και ένας υποκριτικός οικουμενισμός συναισθημάτων, που «πηγάζει» από το ιδιαίτερο των ημερών και που σώνει και καλά θα πρέπει να αποδεχτούμε όλοι (και αν έχεις κιόλας μικρά παιδιά, τότε δεν ξεφεύγεις με τίποτα λέμε….)
…κι ας ξέρουμε πια πως η στολή του Αι Βασίλη ήταν μπλε και η Coca Cola την έκανε κόκκινη στα πλαίσια «διαδικασιών Μάρκετιγκ»…
… κι ας πεινάνε στους δρόμους οι άστεγοι και σκυλεύουν την εικόνα τους τα σκατοκάναλα για να δείξουν την «ανθρωπιστική ευαισθησία» των δημοτικών «αρχόντων» και να δημοσιοποιήσουν την δική τους «αρωγή» στον πόνο και την ανέχεια….
…κι ας σέρνονται απολειφάδια ανθρώπων οι εξαρτημένοι, στα ετοιμόρροπα εγκαταλελειμμένα σπίτια, στις έρημες οικοδομές, σε πρασιές πάρκων, σε εισόδους πολυκατοικιών και σε σκοτεινές γωνιές, να σουτάρουν απελπισμένα την ανάγκη τους σαν αδιάφανο μανδύα που θα τους προστατεύσει μάταια και για λίγο από την «ομορφιά» των ημερών των «άλλων»…..
… κι ας μην έχει ο συνταξιούχος να πάρει ένα κρασί και κάνει ντου στα νεκροταφεία να πάρει από τους τάφους….
….κι ας αυξάνονται τέτοιες μέρες τα κρούσματα ενδοοικογενειακής βίας, οι χωρισμοί, οι καταθλίψεις, τα «σαλταρίσματα»….
….κι ας λειώνουν στην εκμετάλλευση οι εργαζόμενοι στα καταστήματα για 700 ευρώ για να πάρεις εσύ το νέο κινητό που κοστίζει όσο το μηνιάτικό του, με υπέρυθρες, Bluetooth, mp3, ράδιο, βίντεο, παιχνίδια, internet, φριτέζα, εσπρεσσιέρα, μούσα Δεκεμβριανή, θράκα μου πυρωμένη, αχ πολλαπλασιασμένη, στα Δάση τα καμένα που ξεχάσαμε, τις διακοπές που δεν πήγαμε, τους φίλους που δεν είδαμε, τα ταξίδια που δεν κάναμε, την ζωή που δεν προκάναμε…..

Μου αρέσουν όμως αυτές οι μέρες κι ας μην φαίνεται..
ΑΛΗΘΕΙΑ!
Χαλαρώνω, παίζω περισσότερο με τα πιτσιρίκια μου, ξεσχίζομαι στα μελομακάρονα, τις δίπλες και τους κουραμπιέδες….
…χαίρομαι τον αστισμό μου και την «ευημερούσα» τύχη μου..

(…κι ας με πιάνει μερικά βράδια η τάση να ουρλιάζω στο φεγγάρι για να μην ξεχνιέμαι: ΕΙΜΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΛΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΥΣ ΓΑΜΩΤΟ!!..)

ΚΑΛΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΟΛΟΙ ΣΑΣ ΛΕΜΕ!!!

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

Πάνω....


Ράθυμα, νωχελικά κυλούν,
αφρός ξυρίσματος στα μούτρα του Θεού,
των παιδικών ψυχών τα πουπουλένια στρώματα

Στόχοι για ρίμες,
των αλαφροΐσκιωτων δοκιμασμένοι σύντροφοι,
με τα βλέμματα των ανυπότακτων
να φτιάχνουν μπαμπακοβάλσαμο για εσω-τραύματα

Αφ’ υψηλού δηλωτικά της παρουσίας ζωής,
στους χαμηλοδιαβάτες που αναζητούν πεζούλι και σκαλί,
να αποθέσουν τα άδεια τους γιατί,
ξεκρέμαστα δισάκια

Σημεία ελπίδας και αέναης ροής,
τολμούν να αχνο-ορίζουν τα χρώματα στην παλέτα του Χάους,
σαν ψίχουλα επιστροφής από ψυχομονοπάτια

Ξεκλειδώνουν κάποτε – συχνά,
αραχνιασμένες τις Πύλες της Συνείδησης και
μια φυσούν στα μάνταλα,
μια σπρώχνουν με κλωτσιές, βρισιές και καταπιεσμένη λύσσα,
τα ανήλιαγα να αναθαρρέψουν,
να παλέψουν στα γεμάτα τις Σκιές,
να βάλουν bra- de -faire στο φώς του τώρα,
να βουτηχτεί στα κόκκινα ο ορίζοντας κι η ελπίδα.

Μια ανοιχτή αρένα ο κόσμος μας,
Κοινά ντεκόρ και ίδια τα φώτα της ράμπας,
Σουρεαλιστική η διανομή των ρόλων,
Εμείς τα Λιοντάρια και οι Μονομάχοι.

Σσσστ!!! Καινούρια παράσταση αρχίζει…..

Πάνω κοιτάξτε….

27 Οκτωβρίου 2007

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

Άναψέ το..!


Καπνός κυλάει με άυπνες ακροβασίες στ΄ ακροδάχτυλα,
καψαλίζοντας σιγά - σιγά τις ακίδες του μυαλού μου

σημείο εστίασης άγρυπνων ματιών και ακοίμητων θέλω,
να πέφτει με τίναγμα η στάχτη της προηγούμενης ύπαρξης,
σε κόμπους κομμάτια άκοπα,
στερημένα από την ζωή, αγέννητα.

Να πως τελικά, φλόγα και μπορούν και δίνουν ευκολότερα τα ίσως,
από τα άλλα, τα βέβαια,
ορίζοντας εναερίτες σε υψικάμινο τις λέξεις σταχτοκαπνισμένες,
ν’ αφήνουν χνάρια καπνού στο λευκό χαρτί και στο τσιγαρόχαρτο,
στον κυκλικό μανδύα των συμβάσεών μας ντε,
εκείνων των βίαια ενωμένων τριμμάτων μιας καπνοζωής.

Κι όταν ακόμη και το περιτύλιγμα τσαλακώνεται και μόνο του σβύνει,
όλη η ζημιά προσμετράται στο περιεχόμενο

Και δεν είναι μόνο να ετοιμάσεις απο πριν το κάθε τσιγάρο να βρει το πεπρωμένο του,
- μιας και έχει την αίγλη του το να μην διαλέγεις απ΄τα έτοιμα, αλλά το να χειροπράττεις ο ίδιος στον χαμό σου,-

να διαλέξεις πρέπει και τον καπνό που θα φουμάρεις….

….και έχει πολλούς τώρα πια….

....ελαφρύ, αρωματικό, σκούρο, με γεύσεις….
Ψευδεπίγραφες επιλογές δηλαδή, ίσα – ίσα για να παραμυθιάζεσαι πως έχεις λόγο στο τι θα είναι αυτό που θα σε αρρωστήσει!....

Ένα τασάκι μωρέ, ένα τασάκι κανείς;;..
26 Οκτωβρίου 2007

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

Κλειστόν λόγω Α Π Ε Ρ Γ Ι Α Σ

... για όλα εκείνα τα αυτονόητα που προβάλλονται εντέχνως ως πολυτέλειες...

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Aς μιλήσουμε για πολιτική λογοτεχνία




Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η
Οι Εκδόσεις ΤΡΙΤΩΝ και το βιβλιοπωλείο ΠΑΙΔΕΥΣΙΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Κούστα
ΕΞΙ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΤΡΟΠΟΙ ΖΩΗΣ
Την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007 στις 8:00μ.μ. στο χώρο του βιβλιοπωλείου (Ελευθερίου Βενιζέλου 78, Γιαννιτσά, τηλ. 2382028998).
Για το βιβλίο θα μιλήσει ο συγγραφέας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, αποσπάσματα θα διαβάσει η Χέντβιγκ-Μαρία Καρακούδα, ενώ ο Παναγιώτης Κούστας θα εξηγήσει γιατί επέλεξε τα Γιαννιτσά για την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου του και θα απαντήσει σε ερωτήσεις.

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

Κοινωνική Ασφάλιση

Δεν έχω ειδική γνώση στο θέμα. Ούτε επιδίωξα να αποκτήσω. Άλλωστε, ποιος είπε ότι μόνο οι ειδικοί μπορούν να μιλούν; Επιτέλους πια μ’ αυτούς τους ειδικούς. Λοιπόν:
- Συμφωνώ ότι είναι ελλειμματικά τα ταμεία. Το ερώτημα είναι ποιος και γιατί δημιούργησε το έλλειμμά τους, ποιος και γιατί θα το πληρώσει. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μου.
- Συμφωνώ ότι υπάρχει ανάγκη αλλαγών. Το ερώτημα είναι γιατί το βάρος τους να το επωμίζονται μόνο οι εργαζόμενοι και ποια αρχή κοινωνικής δικαιοσύνης υπηρετεί η ελάφρυνση των εργοδοτών. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μου.
- Συμφωνώ ότι χρειάζεται διάλογος για τις αλλαγές. Το ερώτημα είναι πώς μπορεί να ευδοκιμήσει ένας διάλογος με προαποφασισμένες αυτές τις αλλαγές και με την εμμονή της κυβέρνησης να υποστηρίζει πως εκλέχτηκε για να εφαρμόσει αυτές τις αλλαγές. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μου.
Το θέμα μου είναι η επικοινωνιακή στρατηγική που ακολουθείται και ως τέτοιο εμπίμπτει στην ιδεολογική λειτουργία των ΜΜΕ.
Η αρχή έγινε με τη συνεχή (και κατευθυνόμενη;) παραγωγή λόγου για τα προβληματικά ταμεία, έτσι που αφενός να διαχυθεί η αίσθηση της συλλογικής ενοχής και αφετέρου να εμπεδωθεί η βεβαιότητα της ανάγκης των αλλαγών.
Η συνέχεια δόθηκε απ’ την επιλεκτική αναφορά σε ορισμένες στρεβλώσεις του συστήματος και απ’ τη σταθερή προβολή τους, έτσι που να δημιουργηθεί η αντίληψη ότι αποτελούν όχι την εξαίρεση αλλά τον κανόνα της ασφάλισης.
Η εξέλιξη υλοποιείται με την παραπλανητική χρήση της γλώσσας που μετονομάζει την επί της ουσίας επέκταση των συνολικού χρόνου εργασίας και των εισφορών σε μη αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και σε μη μείωση των συντάξεων.
Τίποτα βέβαια το καινούριο σ’ όλα αυτά. Το ξανάδαμε το έργο στις κρατικές επιχειρήσεις που βγήκαν στο σφυρί, το ξανάδαμε και στην περίπτωση του άρθρου 16 και του άρθρου 24. Αφελείς άλλωστε δεν είμαστε, να προσδοκούμε κοινωνική πολιτική απ’ αυτήν την κυβέρνηση. Είπαμε, ιδιωτικοποίηση των πάντων, και στο κάτω κάτω πώς θα αυξήσει την κερδοφορία της η ιδιωτική ασφάλιση;
Ναι, αλλά είναι κι αυτή η ρημάδα η κοινή λογική που επιμένει να εξεγείρεται. Γιατί, όπως αναφέρουν τα ΝΕΑ του Σαββάτου, έχουμε ήδη τις υψηλότερες εισφορές, τις μικρότερες συντάξεις και τον μεγαλύτερο όριο συνταξιοδότησης από τους άλλους Ευρωπαίους…

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Κατευόδιο...

Νοιώθω πως στο χρωστάω…

Δεν είναι εύκολο όμως ρε συ φιλαράκι…
Ούτε και «φίλος» δεν ήσουν στην ουσία πανάθεμά σε…..

Τα «είπαμε» πολλές φορές και «μοιραστήκαμε» κουβέντες, σκέψεις, οράματα και προβληματισμούς, αλλά μονάχα μια φορά συναντηθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο…
Στο Χάος του Διαδικτύου, τι πιθανότητες μπορεί να έχει κανείς να πέσει πάνω σε «πραγματικούς» ανθρώπους;
Ειδικότερα δε, όταν κάποιος κάνει την «βουτιά» ως «νεόκοπος» σέρφερ, φορουμίστας, blogger (σαν και του λόγου μου δηλαδή), πηγμένος και μπουχτισμένος από τον αγώνα με τις συμβάσεις της ζωής, προσπαθώντας να διατηρήσει τα ψήγματα του κόσμου της εφηβείας του, ώστε να μην καταντήσει να ζει ζωή «εξ αντανακλάσεως», μέσα από την ζωή των παιδιών του και του περίγυρού του(όπως του λόγου μου δηλαδή…).
…με το άγχος της απόδειξης (στον ίδιο μου τον εαυτό πρώτιστα), πως «κρατάω ακόμα», «δεν παραδόθηκα», «δεν πρόδωσα», «δεν αλλοτριώθηκα»(τουλάχιστον όχι πολύ), «μπορώ ακόμη και τώρα»……
….να νοιώσω ξανά την καύλα του καινούριου, του μη συμβατικού και να δωθώ για άλλη μια φορά, στην πάλη για την υπερίσχυση του συναισθήματος, της ψυχής, του μη ορθολογικού, του «ανθρώπινου» γαμώ την μιζέρια μας μέσα, παρά να παραδοθώ άνευ όρων στο ήρεμο βάλτωμα της κινούμενης άμμου του «σήμερα», αναλογιζόμενος νοσταλγικά παρελθοντικές δόξες και παραλύοντας μπροστά στα επερχόμενα αυριανά αδιέξοδα….

Νοιώθω λοιπόν φίλε, ευθύνη να με βαραίνει….
…έχω την αδιόρατη αίσθηση πως συνέβαλα με τον τρόπο μου, στο να βγεις από την πολεμίστρα σου….
…άφησες κοντάρια, τόξα, σπαθιά και ασπίδα και είπες να «βγεις» να δεις πως θάβουμε τις ελπίδες μας, εμείς οι «νεκροζώντανοι»…
…και μας είδες να γελάμε με τα χάλια μας, με τα δυό μας πόδια μέσα στον λάκκο, με τα μέλη μας να πέφτουν ένα-ένα και να χαμογελάμε δήθεν ανέμελα, κάνοντας πως δεν μας ενοχλεί να βγάζουμε σε κοινή θέα τα χαλασμένα μας δόντια σε ένα σαπισμένο χαμόγελο…

….και ένοιωσες πως σε κοροϊδέψαμε….

Μάταια προσπαθήσαμε κερνώντας σε τσίπουρα να σε πείσουμε πως όλα τα σαπίσματα στο χαμόγελο, στο μυαλό και στο σώμα, δεν είναι αποτέλεσμα ακινησίας, αλλά πως κάποια είναι κακοφορμισμένες πληγές από περασμένες μάχες όταν ήμασταν και εμείς στρατιώτες «στο χαράκωμα»…
Δεν μπορούσες όμως να μοιραστείς πια νίκες και ήττες με «μισιακούς» συντρόφους…
…όχι από σιχασιά, αλλά από την μεγάλη σου λύπη για αυτούς, που έκαναν τα όπλα σου να βαραίνουν και τους στόχους σου να μπλέκονται και να θολώνουν……

Ζώστηκες ξανά την αρματωσιά, έριξες μια μούντζα στο κάστρο, στο νεκροταφείο και στο Πορνείο του, όπου πασαρέλα έβγαιναν στο τσιγκέλι λίγο μπούτι, λίγο στήθος και μερικά ολόκληρα οπίσθια,
έκαψες τα λάβαρά σου και τις θέσεις μάχης μπροστά στα θλιμμένα βλέμματα των νεκροζώντανων,
μάζεψες ακόμη και την σκιά σου,
κοίταξες προς τα πού βγαίνει ο Ήλιος σου αυτή την φορά
και κίνησες για άλλες μάχες, για την κατάκτηση των νοημάτων και των λέξεων…..

Όσοι σηκώσαμε χέρι να σε χαιρετίσουμε, μείναμε με το ένα πόδι στον λάκκο και το άλλο να πασχίζει να βγει έξω από αυτόν, να κοιτάζουμε τον ορίζοντα και τα καψαλισμένα χνάρια σου στα λιβάδια της Οργής και του Φαντασιακού….

Καλό δρόμο ρε…….

(Στον Γ....., έναν φίλο που δεν ήθελε να είναι…)

(Σημειολογικό παράδοξο: Το παραπάνω κείμενο, γράφτηκε στην πίσω όψη φωτοτυπιών ληγμένων λογαριασμών του ΟΤΕ, σήμερα το πρωί, ενώ όλη η γειτονιά είχε διακοπή ρεύματος και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι μπάζα και σκαμμένα…)

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

Περπερούνα

Νοέμβρης μήνας και με δυο τρεις βροχούλες τη βγάλαμε. Πάλι καλά να λέμε. Καλύτερα βέβαια από πέρσι. Που πέρασε στεγνό και το φθινόπωρο, στεγνός και ο χειμώνας. Τι ήταν κι αυτό; Ξεραΐλα παντού. Τώρα όμως το ’πανε και στα κανάλια. Πολλή βροχή. Πλημμύρισαν τα καμένα της Πελοποννήσου, πάθανε ζημιές οι γεωργικές καλλιέργειες, ανέβηκε η στάθμη του ποταμού Έβρου. Ε, όσο να ’ναι, κάτι γίνεται. Ναι, αλλά είναι αρκετό;
Είναι τόσο αρκετό όσο μας πρέπει, είναι τόσο αρκετό όσο μας χρειάζεται και κυρίως είναι τόσο αρκετό όσο μας βολεύει. Γιατί πολύ μας βολεύει. Ακρίβυνε και το πετρέλαιο, κι ας είναι πλυμένο συνέχεια το αυτοκίνητο, και πιο άνετα χωρίς ομπρέλα. Οπότε χίλιες φορές καλύτερα έτσι. Με τις ηλιόλουστες μέρες, Χριστούγεννα από μπροστά, με τις δυο τρεις βροχούλες αραιά και πού και με το θερμόμετρο να παίρνει την ανηφόρα. Με τις γεωτρήσεις να τραβάνε υφάλμυρο νερό, με τις λίμνες να ανανεώνονται μόνο απ’ τους υπονόμους και με τους ποταμούς να μοιάζουνε ποτάμια. Με το φθινόπωρο να ψήνεται απ’ τους καύσωνες του καλοκαιριού, με το χειμώνα να διψάει απ’ την ανομβρία του φθινοπώρου και με την άνοιξη να ξεχρεώνει τα γραμμάτια του χειμώνα.
Αλλά και πάλι, τι να πεις; Αφού αυτά μας τύχανε και αυτά είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε. Μπορούμε κι αλλιώς; Συνηθίσαμε άλλωστε να τα ζούμε. Μια συνήθεια όλη η ζωή μας. Η συνήθεια να μαθαίνουμε να συνηθίζουμε. Ή αλλιώς, να συνηθίζουμε να μαθαίνουμε. Να μαθαίνουμε ό,τι μας μαθαίνουν. Ότι δηλαδή για όλα φταίει η απληστία του ανθρώπου, λες και η επιδίωξη του κέρδους δεν διογκώνεται στις δεδομένες κοινωνικές σχέσεις, ότι είναι ίσο το μερίδιο ευθύνης όλων, λες και ίδιο κακό είναι το κακό που προκαλείται απ’ το αυθαίρετο χαμόσπιτο του άστεγου και απ’ τις νομιμοφανείς μεζονέτες του οικοδομικού συνεταιρισμού, ότι η οικολογική καταστροφή είναι το αναπόφευκτο τίμημα της ανθρώπινης προόδου, λες και υπολόγισε ποτέ η καπιταλιστική ανάπτυξη την περιβαλλοντική παράμετρο. Και όταν πια το μαθαίνουμε καλά το μάθημά μας, είμαστε έτοιμοι να μάθουμε και το άλλο. Να μάθουμε να μας πείθουν. Ότι δηλαδή τη λύση θα την δώσουν οι επιστήμονες με την εναλλακτική τεχνολογία και ότι το πήρανε το μήνυμα οι εταιρίες, που κατασκευάζουν φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα, και ότι στο πρόγραμμα της κυβέρνησης υπάρχει πρόνοια και για τη φύση.
Και μαθημένοι και πεισμένοι. Και ζαλισμένοι απ’ το καθημερινό τρεχαλητό και ζεμένοι από τις τραπεζικές δόσεις. Οπότε, πού να σηκώσουμε κεφάλι; Εύκολο είναι; Καρφάκι δε μας καίγεται και σημασία δε δίνουμε. Και που πάμε κάτι λίγο να υποψιαστούμε, έρχονται τα κανάλια με τις απευθείας αναμεταδόσεις των βροχών για να μας ησυχάσουν. Να, ότι έβρεξε πολλή βροχή και ότι πλημμύρισε ο τόπος. Στα καμένα και στις καλλιέργειες και στον Έβρο.
Στο μεταξύ οι επόμενοι πόλεμοι, που όπως λέγανε παλιά, θα ’ναι για το νερό έχουν ήδη γίνει τωρινοί. Κανονική εκατόμβη. Κατά των τελευταίων φυσικών αντοχών, με σκοπό τη συσκότιση των πραγματικών αιτιών και των δυνατών λύσεων, προκειμένου να διατηρηθεί αυξημένη η κερδοφορία των επιχειρήσεων, σε βάρος της υγείας των ανθρώπων που πίνουν δηλητηριασμένο νερό, με τίμημα το μέλλον των επόμενων γενιών.
Ωραία λοιπόν. Και; Και τι κάνουμε τώρα; Θα το πω. Άλλο τι δε βλέπω, παρά μόνο εκείνο το ωραίο θρακιώτικο έθιμο στις περιόδους της ανομβρίας. Που στολίζανε με λουλουδάκια το ορφανό κοριτσάκι του χωριού και γυρίζανε οι φίλες της γύρω γύρω, τραγουδώντας «Περπερούνα περπατεί / το Θεό παρακαλεί / ρίξε, Θε μου, μια βροχή/ μια βροχή μια σιγανή…».

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Υποδειγματική διδασκαλία (Λες και λες...)

Τα πράγματα είναι απλά.
Μπαίνεις μέσα βιαστικός. Αφήνεις την τσάντα στην έδρα, στέκεσαι απέναντί τους και τους κοιτάς. Τίποτα δεν άλλαξε. Όπως τους άφησες χτες και προχτές, όπως ήταν την προηγούμενη βδομάδα, όπως ήταν στη θέση τους και οι περσινοί και οι προπέρσινοι. Ίδιοι και απαράλλαχτοι. Στις θέσεις τους με σκυμμένα τα κεφάλια, τα βιβλία και τα τετράδια ανοιχτά, το στιλό στο χέρι. Το ξέρουν ότι δεν υπάρχει ούτε λεπτό για χάσιμο. Μια το μπερδεμένο πρόγραμμα, την άλλη οι καταλήψεις, την τρίτη οι αργίες, να κι οι εκδρομές. Δε βγάζουμε την ύλη, τους προειδοποιείς. Νοέμβρης μήνας και ακόμα με το Βιζυηνό πολεμάμε. Άλλα σχολεία τέλειωσαν το τρίτο κείμενο και ετοιμάζονται να μπουν στο τέταρτο, τα ιδιωτικά μπορεί και να ’χουν προχωρήσει παρακάτω. Κιχ δεν ακούγεται. Τους έχεις πείσει.
Ξεκινάμε. Τρεις, τέσσερις ερωτήσεις στα πεταχτά, καμιά απορία απ’ τα προηγούμενα, η εργασία που τους ανέθεσες. Κοιτάς το ρολόι. Πάει το δεκάλεπτο. Ξεφυσάς αγχωμένος και σηκώνεις τα μανίκια. Όχι δεν είναι για πάλεμα, όλα άνευρα, άλλωστε, εδώ μέσα. για ιατροδικαστική εξέταση είναι. Το πτώμα μπροστά σου κείτεται. Μες στα ανοιχτά βιβλία. Μες στα εφηβικά μυαλά τους. Κείτεται και σε περιμένει. Να το τεμαχίσεις. Βουρ και αρχίζεις την παράδοση του παρακάτω.
Διαβάζεις λέξη προς λέξη και σχολιάζεις. Κάτι για επαναφορές, για εγκιβωτισμούς και για ομοδιηγητικούς αφηγητές τούς εξηγείς. Λες, λες κι αυτοί γράφουν. Καμιά φορά ρωτάς κιόλας. Έτσι για να μην ξεχνιούνται. Κι ας ξέρεις ότι είναι παιδαγωγικά απαράδεκτο. Κι ας ξέρεις ότι είναι μορφωτικά άχρηστο. Κι ας ξέρεις ότι είναι λογοτεχνικά επιζήμιο. Σάμπως μόνο εσύ το κάνεις; Και όλοι οι άλλοι που διδάσκουν λογοτεχνία αλλά και εκείνοι των αρχαίων και των λατινικών και της έκθεσης και των μαθηματικών και και και… τα ίδια πάνω κάτω κάνουν.
Ναι, αλλά εδώ έχεις να κάνεις με τη λογοτεχνία. Που ζεματάει και καίει. Απ’ όπου κι αν την πιάσεις.
Οπότε σε πιάνει η στεναχώρια. Θα ’θελες να τους στείλεις στη σχολική βιβλιοθήκη για ψάξιμο, αλλά εκεί πάνε συνήθως του γυμνασίου και πολύ σπάνια της πρώτης λυκείου. Θα ’θελες να τους κάνεις αναγνωστική ομάδα να χαρούνε την απαγγελία, αλλά μόνο το γραπτό τους εξετάζεται στις πανελλαδικές. Θα ’θελες να τους βάλεις να ανοίξουν την ψυχή τους στα δικά τους κείμενα, αλλά οι λογοτεχνισμοί ποτέ δεν άρεσαν στους βαθμολογητές. Τι να κάνεις; Τι να κάνεις; Αρκείσαι στο να λες. Αρκείσαι στο να γράφουν. Γενικώς μαθαίνεις να αρκείσαι: στο βιβλίο του καθηγητή και στα βοηθητικά και στα ίδια ερμηνευτικά σχόλια που τους λες και στις αντιγραμμένες εργασίες που σου φέρνουν.
Πάει η στεναχώρια. Σκεπάστηκε από την πίεση της ύλης και απ’ τον ανταγωνισμό των φροντιστηρίων και απ’ την προσδοκία των μαθητών σου να περάσουν. Στη θέση της στεναχώριας φυτρώνει τώρα η ενοχή. Η ενοχή που ξέχασες να ερμηνεύσεις τη λειτουργία του κόμματος και παρέλειψες να μιλήσεις για το ενδοδιηγητικό επίπεδο αφήγησης και σ’ έπιασαν αδιάβαστο για το σχήμα του κύκλου. Αλλά πάλι, δεν πειράζει, σκέφτεσαι. Γιατί καλός είναι ο εκπαιδευτικός που αναγνωρίζει τις αδυναμίες του και βελτιώνεται απ’ τα λάθη του. Και εσύ, πρέπει να το ομολογήσεις, και τις αδυναμίες σου τις αναγνωρίζεις και τα λάθη σου τα βελτιώνεις. Οπότε του χρόνου θα τα πεις και αυτά και τα άλλα και πιο πολλά ακόμη. Να, όπως σ’ αυτούς που τους έχεις ήδη πει πιο πολλά απ’ ό,τι στους περσινούς και ακόμα πιο πολλά απ’ ό,τι στους προπέρσινους. Εδώ, εξάλλου, είναι το κριτήριο. Να τους τα λες και να τα ξέρουν για τις εξετάσεις. Όχι, αφελής δεν είσαι πια. Κανείς τους δεν πρόκειται να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία.
Και εσύ τους τα ’χεις πει. Όλα. Και για την επαναφορά και για τον εγκιβωτισμό και για τον ομοδιηγητικό αφηγητή. Για τα τελώνια όμως που κατοικούν στον κόσμο του Βιζυηνού αλλά και στο δικό τους κόσμο, για τη ρημαγμένη την ψυχή του Βιζυηνού αλλά και των σημερινών ανθρώπων, για τις δεισιδαιμονίες της εποχής του Βιζυηνού αλλά και των σημερινών των χρόνων, πότε επιτέλους θα μιλήσεις; Ε, πότε; Κάποτε. Πάντως, όχι τώρα. Τώρα είπες ήδη πολλά. Άλλωστε, δεν έχεις άλλο χρόνο. Η ώρα πέρασε. Το σαρανταπεντάλεπτο τελειώνει.
Κι αφήνεις το κείμενο παραπονεμένο, αυτούς ζαλισμένους κι εσένα εξαντλημένο. Φεύγεις. Ένα πικρό χαμόγελο διαγράφεται αμυδρό στα χείλη σου. Γιατί στο ’χουν πει κι αυτοί, όπως κι οι προηγούμενοι, όπως κι οι παραπροηγούμενοι.
Είστε καλός, πολύ καλός στη διδασκαλία των κειμένων κατεύθυνσης.
Αρχίζεις πια να το πιστεύεις. Σε βολεύει.
Αυγή, 23.11.07

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ....


(Άλλο ένα χαμένο απόγευμα;....)

Είδα μια συνέλευση ΕΛΜΕ, με εγγεγραμμένα περίπου 4000 μέλη, να ψηφίζει «πλάνο δράσης» και «πλαίσιο διεκδικήσεων» με 65 νοματαίους….

Έψαχνα με το κυάλι κανέναν συνάδελφο της «Τεχνικής»…
(Προσωπικά, ίμαι ΚΑΙ στην ΟΛΤΕΕ και στην ΟΛΜΕ και στην ΔΕΗ και στην ΕΥΔΑΠ και στην ΑΕΚ….Πήχτρα στα προβλήματα ο μαζόχας….)

Τέντωνα μάτια, αυτιά, προσοχή, βούληση και καλή διάθεση στα «όρια», για να ακούσω κάτι που να με «αγγίξει», κάτι «πραγματικό», κάτι «σημερινό», κάτι «βαθύ», κάτι «λογικό», κατι ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ να πάρει ο διάκος…
(Τελικά κατάλαβα πως, οι πιθανότητες ήταν συντριπτικά υπέρ του να τεντωθεί άλλο σημείο του σώματος…)

Βίωσα ένα αίσθημα «DΕJÀ VU», ξαναγυρίζοντας στα φοιτητικά μου χρόνια, όταν οι «θέσεις» και τα «έδρανα» ήταν ταμπούρια «μάχης» και ο «εχθρός» ο συμφοιτητής….

Αφέθηκα στην άτονη πολυχρωμία του «λόγου», των «αιτιάσεων» και της «κομματικής πασαρέλας» που με καλούσαν να διαλέξω «συνολάκι»…..
(Δεν βρήκα κάτι του γούστου μου και βλέπω να την βγάζω πάλι με τζιν, μπότες και τζάκετ….)

Μέτρησα τα «κότσια» μου και τα βρήκα «λειψά» (την πίστη μου μέσα…), ασφυκτικά πιεζόμενος από την μονότονη σκέψη: «Αν τωρα σηκωθώ και αρχίσω τα μπινελίκια δεξιά και αριστερά, ΠΩΣ ΘΑ ΟΔΗΓΗΣΩ ΕΠΕΙΤΑ;»
(Καθότι, σπασμένα πλευρά και βουλωμένα μάτια, δεν βολεύουν στην οδήγηση…..)

Μου επιβεβαιώθηκε από την ΕΣΑΚ και το ΠΑΜΕ πως: «η επανάσταση θα γίνει σίγουρα!»…
(Εισιτήρια προπωλούνται σε όλες τις ΚΟΒΕΣ……)

«Ξεσκόνισα» λιγο τον Λένιν, με ένα «μίνι επαναστατικό σεμινάριο» ενός συναδέλφου των «Συσπειρώσεων»…..
(Είναι και τα 90χρονα της Οκτωβριανής φετος….Ε, «κόλλαγε»….Πολύ «σκόνη» μαζεύεται σε 90 χρόνια…)

"Θαύμασα" μια τσαμπουκαλεμένη ΔΑΚΕ που κοπανιότανε να φωνάζει «και εσεις 15 χρόνια, ξεχνάτε τι κάνατε;», ενώ μια άνευρη ΠΑΣΚΕ να δίνει την εντύπωση της «κλαίουσας» Ιτιάς…
(ε, ρε πως αλλάζουν οι καιροί μερικές φορές….)

Με έπιασε ακατάσχετη φαγούρα της γεννετήσιας περιοχής όταν πήραν να «ανάβουν τα αίματα» γύρω από το θέμα «κρίσεις διευθυντών»…
(Λες και αυτό είναι ΤΟ πρόβλημα.…..)

Μπούχτησα από αναλύσεις και διαφορετικές προσεγγίσεις περι «συστράτευσης», « συσπείρωσης», «συμμεοχή», «συμπαράταξης», «συμπόρευσης», «συμπίεσης», αμορτισερ, κλάξον, φρένα, τακάκια, εξατμίσεις ο «ΘΕΟΦΙΛΟΣ»…..

Συνειδητοποίησα ΞΑΝΑ πως η δεξια αλαζονεία έχει πολλές αριστερές ευθύνες….

Μέτρησα άδεις καρέκλες
(Πολλές…..μα πάρα πολλές….)

Κάποιοι συνάδελφοι «παλιές καραβάνες», ανέφεραν κάτι περί «σύγχησης» του εκπαιδευτικού κινήματος, κάποιοι λίγα για τις καταλήψεις και το νόημά τους, αρκετοί για το ασφαλιστικό και το 12χρονο σχολείο…..

….μετά, παρακολούθησα με κατάνυξη την ευλαβική αποκομιδή των «κουκιών» και την καταμέτρησή τους ως «πολύτιμων λίθων»
(Εκείνη η γυαλάδα στο μάτι ρε παιδί μου όταν μετριώνται τα «κουκιά», ίδια παραμένει, ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ….)

Σήκωσα χέρι και υπερψήφισα ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΦΟΡΑ, μια πρόταση μιας συναδέλφισσας των Αγωνιστικών Κινήσεων (που στα «άλλα» δεν με καλύπτουν), επείδή ήταν η ΜΟΝΑΔΙΚΗ που εστίαζε στο πρόβλημα της μη συμμετοχής, ενημέρωσης, δραστηριοποίησης των συναδέλφων.
(Στην ουσία, με «κομψό» τρόπο είπε για την «κατάντια» κάτι σαν: «ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΠΟΥ ΠΕΙΝΑΜΕ, ΚΑΥΛΩΝΟΥΜΕ ΚΙΟΛΑΣ…..)

Έκανα πέντε στριφτά τσιγάρα με κανονικό καπνό ( η άκρη μου στα Ζωνιανά κολλιέται τελευταίως…), ήπια μισό καφέ και ένα μπουκαλάκι νερό, έριξα μια «προβοκατόρικη» κλανιά, (ξέρετε, από εκείνες τις «αθόρυβες» που βγαίνουν «γουργουριστές» με «φάλτσο» και σκοτώνουν ότι κινείται σε ακτίνα 5 μέτρων) και ξεκίνησα για την έξοδο….
(Περίεργο πράγμα ρε ούπστη μου, ενώ εγώ σιχάθηκα τον εαυτό μου και τάχυνα το βημα να φύγω, τα «κουκιά» δεν χαμπάριασαν τίποτα!!!!...)

Έβγαλα το κομπολόϊ μου, μπήκα στο αυτοκίνητο και ΤΟΤΕ ΘΥΜΗΘΗΚΑ Ο ΜΑΛΑΚΑΣ ΓΙΑΤΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΧΩ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΩ ΣΕ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ….
(…και η βρόχα έπεφτε straight through…)

Y.Γ. 26 Νοεμβρίου έχει 24ωρη απεργία….

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Κο-μάτια...



Νέα παιδιά, γύρω στα είκοσι, με το μωράκι τους φασκιωμένο (ναι ρε! Φασκιωμένο!) στην αγκαλιά, να μοιράζονται το κάθισμα του διαλυμένου τους τρίκυκλου, που αγκομαχώντας ξερνούσε τουλίπες μαύρου μέλλοντος και ανέχειας από την τρύπια εξάτμιση, κουβαλώντας στην καρότσα απομεινάρια ισχύος, τα παλιοσίδερα…

Κι όπως ο καρτο-φαμελιάρης και ο κινητο-μοναχικός κοιτάζουν τις βιτρίνες και πείθουν τους εαυτούς τους για την αναγκαιότητα ύπαρξης της «αγοράς» (για να αγοράζουν ύπαρξη), έτσι, ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ, κοιτάζανε τους κάδους μήπως δουν κανένα κομμάτι επιβίωσης να περισσεύει.

- Ε! παιδιά! Ρούχα θέλετε;
- Τι;
- Ρούχα λέω!.. παιδικά!...Θέλετε;
- Το ρωτάς ΑΦΕΝΤΙΚΟ;;!!! (Με γάμησε σου λέω! Με έσχισε σαν χασέ!)
- Περιμένετε δυο λεπτά……

Μια μεγάλη σακούλα παιχνιδάδικου, γεμάτη με ρούχα άρχισε να κατεβαίνει με ενοχή τις σκάλες.
(Βλέπεις, μεγαλώνουνε τα παιδιά!...
Θέλουν άλλα όνειρα να ζεσταίνονται πια και μένουν τα ρουχαλάκια τους σαν σημάδια – ψίχουλα της πορείας τους…)
Φώναζε η σακούλα θύμισες, φύσαγε ο αέρας έξω και το μωράκι κοιμόταν στις Ρομά φασκιές…

- Έλα φίλε! Καθαρά, πλυμένα και σιδερωμένα είναι! Πάρτα!

Ένα μόνο επιφώνημα, με στερεοφωνική απόδοση:

- Ωωωω!!

…..και τα βλέφαρά μου να μετρούν τις πλάκες του πεζοδρομίου, χαμηλωμένα από ολόκληρες ενοχές και αμηχανίες μιας μισής ευημερίας……
..μέχρι που σηκώθηκαν και ευθυγραμμίστηκαν με τα απέναντι….
….και αστράφτανε τα πρόσωπά τους και τα άσπρα χαμόγελά τους, και βγήκε φτερούγισμα το «Ευχαριστώ»….

…κούνησα το χέρι και γύρισα την πλάτη μου στην Αλήθεια…

…και που να δεις τα μάτια τους ρε συ!......

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Εξομολογητικόν!

Δεν ξέρω τι εκλαμβάνει ο κάθε λογοτέχνης ως δικαίωσή του. Πάντως, για μένα πια ακούει στο όνομα Λυγερή... Φτάνει και με το παραπάνω. Να 'σαι καλά, Λυγερή.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Στο ίδιο έργο θεατές...

Τα ίδια και τα ίδια. Χρόνια τώρα. Κει κοντά στις 17 Νοέμβρη. Λες και σταθερό ραντεβού το ’χουν. Το ραντεβού τους με την ιστορία. Με την πρόσφατη ιστορία. Αυτή, ντε, των πατεράδων τους. Κι ας είναι ετεροβαρής η σχέση που θέλουν να συνάψουν. Γιατί χούντα τότε, δημοκρατία σήμερα. «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία» τότε, για τα σβησμένα καλοριφέρ, τις τρίγωνες τυρόπιτες και τα διδακτικά κενά σήμερα. Με τους μαοϊκούς, τους τροτσκιστές και τους αναρχικούς τότε, με το Νίνο, τον Πετρέλη και τον Χατζηγιάννη σήμερα. Οπότε χαμένο το παιχνίδι. Απ’ την αρχή ακόμα. Είναι κι η χρονική απόσταση στη μέση που όλα τα διογκώνει και δυσθεόρατους πια τους δείχνει τους παλιούς. Πού να συγκριθείς μαζί τους;
Τα ίδια και τα ίδια. Χρόνια τώρα. Με τη συμπολίτευση να ρίχνει την ευθύνη στην αριστερά, τον υπουργό να παρουσιάζεται έτοιμος να δώσει λύσεις στα πρακτικά προβλήματα, τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να ανακοινώνει την αγωνία της πολιτείας για την απώλεια διδακτικών ωρών, τον πρωθυπουργό να διακηρύσσει πως λοκ άουτ δε χωρούν στο κοινωνικό αγαθό της μόρφωσης και όλοι μαζί από κοινού να προβαίνουν σε δραματικές εκκλήσεις για διάλογο, άνοιγμα των σχολείων και επιστροφή στα θρανία. Φιλόστοργη και πατρική η πολιτική εξουσία ξέρει να δείχνει κατανόηση, ξέρει να ακούει και πάνω απ’ όλα ξέρει να διαλέγεται. Τι κι αν ασκεί αφόρητες πιέσεις με τους διευθυντές, τι κι αν εκβιάζει με την ύλη, τι κι αν έχει σε ετοιμότητα τους εισαγγελείς, τι κι αν κρατάει σε εγρήγορση τα ΜΑΤ; Για το καλό των παιδιών το κάνει και αν μην το ξέρουνε αυτά.
Τα ίδια και τα ίδια. Χρόνια τώρα. Με την τηλεοπτική κάμερα κολλημένη στις υλικές ζημιές και τον δημοσιογραφικό λόγο να υπαινίσσεται σεξουαλικά όργια και χρήση ναρκωτικών. Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η φοβική. Η άλλη είναι η γελοιογραφική. «Γιατί κάνετε καταλήψεις» ρωτούσε δημοσιογράφος, «εεεε, γιατί δεν αποκαταστάθηκαν οι ζημιές από την προηγούμενη κατάληψη και κρυώνουμε με τα σπασμένα τζάμια» η απάντηση τυχαίας μαθήτριας της Γκράβας. Κι ας υπάρχει συντονιστικό όργανο και εκλεγμένοι εκπρόσωποι των μαθητών και αποφάσεις γενικών συνελεύσεων και προκηρύξεις με δημοσιοποιημένες θέσεις. Εκεί αυτοί: «γιατί κάνετε κατάληψη;», «τι λέτε για τα παιδιά που δεν πηγαίνουν φροντιστήριο», «τις ζημιές ποιος θα τις πληρώσει;». Αθροίστε τη φοβική με τη γελοιογραφική εικόνα και έχετε την πετυχημένη συνταγή ιδεολογικού ελέγχου πρώτα των γονιών κι ύστερα όλου του κοινωνικού σώματος.
Τα ίδια και τα ίδια. Χρόνια τώρα. Χωρίς αιτήματα, χωρίς οργάνωση, χωρίς υποκινητές, χωρίς σκοπό. Για ένα γαμώτο; Για το χαβαλέ της υπόθεσης; Γιατί δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Αλλά όχι. Όσο κι αν βολεύει, όχι. Όχι, δεν θα ξεπέσουμε απ’ την πολιτική στην ηθικολογία, επειδή έτσι μας βολεύει, επειδή έτσι συνηθίσαμε, επειδή έτσι μας συμφέρει. Είναι μήνυμα οι καταλήψεις τους και ως τέτοιο παράγει, έστω και γραμμένο στην αργκό, ένα νόημα. Το συμπυκνωμένο νόημα της αντίδρασης για τη ματαιωμένη εφηβεία, το δωδεκάωρο και δεκαπεντάωρο του καθημερινού τρέχα, την ενύπνια απαγγελία των μαθημάτων της επόμενης μέρας, την ανούσια αναπαραγωγή του σχολικού βιβλίου κατά την πράξη της παράδοσης και της εξέτασης, την ολοκληρωτική αδυναμία έκφρασης, δημιουργίας και ανάληψης πρωτοβουλιών, τον υποβιβασμό της μορφωτικής λειτουργίας σε μηχανιστική μάθηση, την έκπτωση της γνώσης σε ποσοτικοποιημένη πληροφορία, τον ξεπεσμό των σχολείων σε σούπερ μάρκετ πληροφοριών και την ανάδειξη των πανελλαδικών εξετάσεων σε αποκλειστικό μέτρο και σκοπό όλης της μορφωτικής λειτουργίας.
Στο μεταξύ - αχάριστοι να μην είμαστε - η ιθύνουσα ηγεσία, δέκτης εδώ και χρόνια του ίδιου ξανά και ξανά μηνύματος, αποδεικνύεται πια έτοιμη και ικανή να προχωρήσει στην ικανοποίησή του: αξιολόγηση και ξανά αξιολόγηση, ιδιωτικοποίηση και ξανά ιδιωτικοποίηση, εξετάσεις και ξανά εξετάσεις, πληροφορίες και ξανά πληροφορίες. Στο κάτω κάτω έχει απόλυτο δίκιο. Οι καταλήψεις, μάλιστα, της δίνουν και ένα τρομερό επιχείρημα: «Βλέπετε τα ιδιωτικά; Φυλλαράκι δεν κουνιέται».
Αυγή, 18.11.07

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2007

Βρεγμένο ραντεβού...

Στην θάλασσα των λέξεων,
δίπλα στον βούρκο των νοημάτων,
αγώνας είναι το βρέξιμο.
Νεύμα λειψό κι αν θες, ξόρκι άδικο
στεγνός κάποιος να μένει.

Έτσι, άλλοι επιπλέουν, άλλοι κολυμπούν, άλλοι σε ρότες άγονες και μοναχικά ταξίδια αρμενίζουν,
Με τρύπια πανιά, χωρίς ιστία,
με ή χωρίς πηδάλιο,
ξαφρίζουν αφρούς λεξοκυμάτων,
κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, έργα να απεργάζεται.

Στον ίδιο ήλιο να ψήνεται ο νους,
στα ίδια αστέρια να κρεμιέται κάθε εγώ.

Σκορπάνε τρόμο στην θωριά τους οι πνιγμένοι,
ή αλλαλαγμούς, φωνές και ζήτω,
με τους πολλούς να αναρωτιούνται,
τι να ‘δαν τα μάτια τους στα πελαγίσια βάθη.

Ένα κοινό όμως όλους αυτούς και όσους από εμάς δένει:

Εκείνη η αλμύρα, που σαν γευτείς,
ποτέ από το δέρμα σου δεν βγαίνει,
κοντή κουβέρτα που αφήνει ξέσκεπα τα κότσια των πολλών,
να μην αντέχουν.

Φόρα και βουτιά,
χάρη ευχή σου ζητάω,
πιες ένα τσίπουρο εις υγείαν,
την Μοίρα μου μην βρω σε βράχο.

Πάρε την βάρκα σου αν θες, σχεδία καλαμένια,
με μολυβοκατάρτια και πανιά σελίδες και ανοίξου.

Ραντεβού στο κύμα…..

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

Κοπιάστε

Πάνε δυο χρόνια από τότε. «Τι είσαι, παιδί μου»; «Οικολόγα, μπαμπά», μου απαντούσε, η τρίχρονη τότε Ζωή. Καβάλα αυτή στο καρότσι, μ’ ένα φτυάρι για παρέα και μ’ εμένα να σπρώχνω από πίσω. Μεταφυτεύσεις στο πευκόδασος. Παίρναμε τα μικρά δεντρίλια κάτω απ’ τα μεγάλα πεύκα και τα μεταφυτεύαμε σε παραπέρα ανοιχτωσιές. Κάνα δίμηνο καιρός, περίπου τριακόσιες ρίζες.
Έτσι για ένα γαμώτο. Όχι, δεν είμαι της αφελούς οικολογικής αντίληψης για την απληστία του ανθρώπου και για τις ευθύνες του καθένα και ότι όλοι μαζί να κάνουμε και να ράνουμε. Πολιτικό είναι το θέμα και έχει να κάνει με την αρπακτικότητα του καπιταλισμού, με τον εγγενή ιμπεριαλισμό του σε βάρος κάθε λογής ύπαρξης. Τα άλλα είναι άλλα λόγια να κοροϊδευόμαστε.
Αλλά, να. Μυσταγωγική η σχέση με το χώμα και εγώ ύστερα από δεκατρία χρόνια στο μπετόν της Θεσσαλονίκης ήθελα να την ξαναζήσω. Να κάνω κάτι, βρε αδελφέ, να ξεκουνηθώ απ’ την υψηλή διανόηση της από καθ’ έδραν διδασκαλίας σε μαθητάς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Άλλωστε, πάντα μ’ είχανε για τον περίεργο του χωριού (σε χωριό μένω). Να μην το επιβεβαιώσω; Κάθονταν στην καφετέρια και κάναν χάζι. «Θα το μουρλάνει το παιδί του» και άλλα τέτοια ωραία. Δυο τρεις φορές που πήγα να τους κινητοποιήσω και μόνο κάτι ταλαίπωροι μαθητές μου ήρθαν κι αυτοί πιο πολύ από υποχρέωση.
Ξαναπέρασα το πρωινό του χτεσινού Σαββάτου. Να δω τι απόκαμα. Ήμουν σίγουρος δηλαδή, σταγόνα νερό δεν έριξα σε δύο χρόνια μέσα, λειψυδρία καιρός… Ούτε τα ξεραμένα απομεινάρια τους δε θα έβρισκα. Με βαριά καρδιά πλησίασα. Άσχημο να φυτεύεις και αυτό να ξεραίνεται.
Αλλά…, αλλά… αλλά ήταν εκεί! Ναι ήταν εκεί! Ολοπράσινα και υγιή. Τουλάχιστον τα πιο πολλά. Ώσπου να βαρεθώ, καμιά εβδομήντα δεντράκια μέτρησα, όλα καρδαμωμένα. Και, ναι, ξέρω τώρα, τι θα κάνω τα επόμενα πρωινά του Σαββάτου: θα μεταφυτεύω δεντράκια. Με τη Ζωή, παρέα. Κι όταν πατήσει πιο γερά στα ποδαράκια της κι η Υρώ και με την Υρώ παρέα. Όσο πάει…
Και σε καμιά δεκαριά χρόνια, που θα μεγαλώσουν, θα πάω να βάλω μια ξύλινη ταμπέλα. Θα λέει: «Σηκωθείτε απ’ τους καναπέδες και τις καρέκλες, φευγάτε από τις στενές ζωές σας και κοπιάστε. Κοπιάστε, ρεεε, να δείτε τι είχατε και τι χάσατε».

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Και μη χειρότερα...

Απ’ το προεκλογικά υποσχόμενο 5% για την παιδεία στο μετεκλογικά διατεθειμένο 3,4%, τέλη Οκτώβρη πια και τα περισσότερα σχολεία τελούν σε συνθήκες υπολειτουργίας.
Στο δικό μου, σταθερό πρόγραμμα δεν υπάρχει ακόμα και νέες αναταράξεις επίκεινται με τις τοποθετήσεις (εν μέσω σχολικού έτους!) διευθυντών* και τις αναπόφευκτες μετακινήσεις εκπαιδευτικών. Με τα βιβλία καταφέραμε μετά βίας να καλυφτούμε μόλις τις τελευταίες μέρες, για τη μη διδασκαλία κάποιων μαθημάτων (ακόμη και στη γ΄ Λυκείου, παρακαλώ) βρήκαμε ευφάνταστες λύσεις, για τις ελλείψεις προσωπικού υπάρχει στον ορίζοντα η φτηνή επιλογή του ελαστικού ωραρίου (λέγε με ωρομισθία), οι κρίσεις διευθυντών ευχόμαστε να μην μας επηρεάσουν.
Κατά τα άλλα, ο καιρός περνάει, τα χρονικά περιθώρια στενεύουν, εξετάσεις από μπροστά έρχονται, ύλη στη Λογοτεχνία (θα μιλήσω την άλλη φορά) δε βγάζω ούτε με σφαίρες, κάποιο άλλο τμήμα έκθεση ούτε που άρχισε καλά καλά.
Κι ύστερα διαβάζεις ότι αυξάνεται κατακόρυφα ο αριθμός των μαθητών που φοιτάνε σε ιδιωτικά σχολεία. Εμ, με ολόκληρο Υπουργείο να τα σιγοντάρει, είναι να μην φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια; Δημόσια εκπαίδευση, σου λέει…

* Κουίζ 1ο: Ποιο είναι το μακροβιότερο ανέκδοτο για την προηγούμενη Υπουργό Παιδείας;
Απάντησις: Οι προσωρινές, όπως είχε ανακοινώσει, τοποθετήσεις στελεχών εκπαίδευσης, που ως γνωστόν παρέμειναν προσωρινές για τέσσερα, παρακαλώ, συναπτά έτη.

Κουίζ 2ο: Ποιο είναι το καλύτερο ως τώρα ανέκδοτο για τον νυν Υπουργό Παιδείας;
Απάντησις: Οι αντικειμενικές κρίσεις στελεχών εκπαίδευσης, που ως γνωστόν ελάχιστα επηρεάζονται απ’ τις καθόλα αντικειμενικές στην αξιολόγησή τους προφορικές συνεντεύξεις των υποψηφίων.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

"Πως είσαι;"


Έχεις ακούσει τον ήχο του τίποτα όταν πρόκειται να γεννήσει κάτι;

….την απορία στην ανάσα για ζωή πριν ο σκοπευτής πατήσει την σκανδάλη;

Έχεις νοιώσει την αντίδραση του κορμιού σου να γεννάει βουητά στα αυτιά όταν αλλάζεις υψόμετρο;

Έχεις αφουγκραστεί εκείνο το αέρινο πάγωμα καταμεσής σε ρεματιά, πριν του χειμάρρου το τρομοβουητό και το ξέσπασμα;

……την αποθέωση της απουσίας ήχου πριν ξεσπάσει ο τυφώνας;

Ε, ναι….

Μάλλον καλά είμαι…..

Ότι και να’ρθει….

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2007

Έξι δισεκατομμύρια τρόποι ζωής (και τους θέλω όλους!...Τώρα!...)


Έξι δισεκατομμύρια τρόποι να ζεις
(και τους θέλω όλους!...Τώρα!...)

Δεν είμαι «λογοτέχνης», ούτε φιλόλογος, ούτε κριτικός βιβλίων, ούτε μυημένος στα περί «συγγραφικών δομών», είμαι παντελώς άσχετος με το «στήσιμο» ενός βιβλίου και των «μυστικών» γραφής» του.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ, ΟΥΤΕ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ.
Προσωπική γνώμη είναι, αποτέλεσμα μιας ψηφιακής ηθικής υποχρέωσης, που θεωρώ πως οφείλω στον Παναγιώτη Κούστα, τον συγγραφέα του βιβλίου.

(Αν και δεν είμαι σίγουρος για ποιόν λόγο…)

Αυτό που σε προσωπική βάση «εισπράττω» από ένα βιβλίο λοιπόν, είναι η «αίσθηση» που περιπλέκεται μέσα στις τυπωμένες λέξεις και η υφή του ολογράμματος των εικόνων που δημιουργεί η καμένη φλάντζα που έχω για εγκέφαλο, στην προσπάθεια κατανόησης και «οπτικοποίησης» του περιεχομένου του.
Τα προσωπικά κριτήρια για ένα βιβλίο λοιπόν, που είχε ως μοίρα του να με επιλέξει για αναγνώστη, εστιάζονται σε πολύ απλά πράγματα:

  • αν ταρακουνήσει την μάκα του μυαλού μου,
  • αν μου αφήσει «πέτρες» στο στομάχι
  • αν με κάνει να νοιώσω ότι οι φτέρνες μου σηκώνονται από το έδαφος (όχι φορώντας ψιλοτάκουνα ρε ανώμαλοι)
  • αν με κρατάει από το να πάω για κατούρημα
  • αν με αφήνει με το τσιγάρο στο χέρι σβησμένο, (ή να κρέμεται στο στόμα χωρίς καν να το έχω ανάψει).

    Δηλαδή, κοντολογίς, με ΑΥΣΤΗΡΑ ΠΟΙΟΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ!

    Με το βιβλίο του Παναγιώτη, ΚΑΙ το μυαλό μου ταρακουνήθηκε, ΚΑΙ τα δάκτυλά μου έκαψα, ΚΑΙ σλιπάκι άλλαξα.

    Πάρα πολλά από αυτά που περιέχει (για να μην πω ΟΛΑ και θεωρηθώ υπερβολικός), μου ήταν εξαιρετικά οικεία, σε βαθμό που έβλεπα να περνούν μπροστά από τα μάτια μου τοίχοι με συνθήματα, αλλά σε μορφή digital:

  • Από παντού μας την έχουν στημένη
  • Σύνταξη στα 18, θητεία στα 100
  • Καταναλώστε! Τα αφεντικά έχουν έξοδα
  • Τετράγωνη οθόνη, τετράγωνη ζωή.
  • Θα καλωδιωθείς απόψε μαλάκα;

και άλλα τέτοια, σχετικά ή άσχετα.

Σε κάποια σημεία χαμογέλαγα σαν χάχας, σε άλλα έψαχνα να δω πως διάολο κατάφερε και μου έκανε clopy-paste τις εγκεφαλικές μου βιοχημικές αντιδράσεις και ηλεκτρικές εκκενώσεις που αποκαλούνται «σκέψεις», και σε κάποια άλλα, ψαχνόμουνα για το που τα σκέφτηκε!

Κάπου λοιπόν μεταξύ αλλαξιάς σλιπ, οδοντόκρεμας στα καμένα δάχτυλα και ζαλάδας, συνειδητοποίησα πως τελικά, μπορεί κάλλιστα η λογοτεχνία «Επιστημονικής Φαντασίας» να είναι ΚΑΙ «Πολιτική Λογοτεχνία»!
¨Άλλο ένα «στεγανό», ένα «στερεότυπο» των εφηβικών μου χρόνων, κατέρρευσε διαβάζοντας ένα βιβλίο ενός φανταστικού τύπου (υπάρχει άραγε;) που «γνώρισα» στο διαδίκτυο.
(Κάψτε επιτέλους το γαμημένο για internet! Κατασπαράζει την παιδικότητά μας!!)

Λοιπόν, λίγα λόγια και καλά:
Αδιαφορώ για τα «λογοτεχνικά χνάρια» που αφήνει ή δεν αφήνει το βιβλίο του Παναγιώτη:
(Τ’ ακούς px?? Θύμισέ μου όταν συναντηθούμε να πλακωθούμε στις μπουνιές!!!)

Το βιβλίο έχει «καρύδια»!

Δεν είναι βέβαια για κυρίες που αναγιγνώσκουν ποιητή «Φανφάρα» σε φιλολογικά τσάγια, οργανώνοντας ταυτόχρονα «reading groups» για το νέο βιβλίο του Αλογομούρη Χλιμίντζουρα «Το επέκεινα στην φιλοσοφία των Σουμερίων».
Σε ότι με αφορά, θα το λατρέψουν όλοι όσοι το παρελθόν τους αντιστοιχεί σε «βιωμένα μέλλοντα».
Όλοι όσοι ένοιωσαν μέρος ή ακόμη και ολόκληρη την ζωή τους να σκιαγραφείται σε στριπάκια comic, που μεγάλωσαν και βίωσαν όλο εκείνο το κλίμα και την στάση ζωής που έψαχνε διέξοδο και απαντήσεις με μαύρα sprays στους τοίχους και μελάνια πολυγράφων, με μπυροξενύχτια και συζητήσεις μέσα από γλυκούς καπνούς και sticks sandal, γυρνώντας σε dark μπαράκια και pubs, ακούγοντας τύπους σαν τους Cave, Waits, Morrison, διαβάζοντας Ginsberg, Dylan Thomas, Barrows, Boukowski ή κάνοντας τράκα για να πάρουν καμιά μπύρα όπου έπαιζε ο Παύλος, ο Θείο Νώντας, οι Socrates και κοινωνικοποιήθηκαν σε καταδικασμένες εξαρχής «συλλογικότητες».
Δηλαδή, με άλλα λόγια, θα πρέπει να το διαβάσουμε ιδιαίτερα όλοι εμείς που γεννημένοι εκεί γύρω στα ’60, παλεύουμε να κρατηθούμε στο «παιχνίδι», κοντά πλέον στα δεύτερα «-άντα» μας και που το αριστερό μας μάτι πετάριζε στον «χώρο» βλέποντας νομοτελειακά τα πράγματα «όλο και καλύτερα και όλο και μεγαλύτερα».
(Κάποιο τελικά, δεν αποφύγαμε τα νευρικά «τικ» και κάποιοι με «διορθωτικά γυαλιά» πορεύονται πλέον.)
Στο βιβλίο γίνεται μια «φουτουριστική» προβολή αυτών των βιωμάτων και των εξελίξεων που αυτά πυροδότησαν ή που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν
Ε λοιπόν, η αποτύπωση αυτών των οραμάτων είναι τόσο αληθοφανής, που έψαχνα να βρω στο internet τα βιβλία των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων της Κρήτης, αλλά και τα βιογραφικά των χαρακτήρων του!

Τι μπορεί λοιπόν ένας άσχετος σαν και εμένα, ένας «πρώην» που θέλει να είναι «ακόμη» όπως έλεγε και ένας φίλος, να μεταφέρει ως σχόλιο ή ως «κατακλείδα» για το βιβλίο του Παναγιώτη;
Τίποτα άλλο πέρα από το ότι το ρουφάς μονοκοπανιά και μετά θέλεις να το ξαναπάρεις από την αρχή.

Έχουμε και λέμε λοιπόν…..
Τις δικές μας αγωνίες, τα δικά μας αδιέξοδα, τους προβληματισμούς και τα δικά μας πάθη και λάθη περιγράφονται στο βιβλίο, αλλά σε ένα «αύριο» που είναι ήδη εδώ, μιας και η ίδια η οθόνη που διαβάζετε τούτες τις γραμμές, αποτελεί μια πρώιμη ένδειξη αυτού του «αύριο».
Έτσι, είμαστε ήδη μέρος του είτε το έχουμε καταλάβει , είτε όχι.

«Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» ρε σεις και έχουν πολλά ακόμη να πουν….

Καλοτάξιδο και βουρ για το επόμενο Πάνο…….

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

"Έξι δισεκατομμύρια τρόποι ζωής"

Ευθύς εξαρχής το λέω: καμία σχέση δεν έχω με την επιστημονική φαντασία. Κάτι ταινίες όλο κι όλο και κάνα κόμικ. Κι αυτά με επιφύλαξη. Ανούσιες μελλοντολογίες, στην αντίληψή μου, γαρνιρισμένες είτε με υπέρμετρη αισιοδοξία είτε με κινδυνολογική διάθεση απέναντι στο μέλλον. Στην τελική ανάλυση από φιλικές ως ανώδυνες απέναντι στο παρόν.
Τέτοια ήταν κι η στάση μου όταν πρωτοπήρα το βιβλίο του Παναγιώτη Κούστα. Μιλώ για το αφήγημα «Έξι Δισεκατομμύρια Τρόποι Ζωής», εκδόσεις ΤΡΙΤΩΝ, Αθήνα 2007. Ομολογώ ότι δε θα ασχολούμουν. Αλλά το ότι τον γνωρίζω διαδικτυακά ως PiKei, το ότι συγκλίνουμε ιδεολογικά, το ότι εκφράστηκε θετικά για το δικό μου το βιβλίο («Καλά Μόνο Να Βρεις», Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2006) ήταν από μόνοι τους ισχυροί λόγοι. Εξηγούμαι: ισχυροί για να το διαβάσω, διόλου όμως ισχυροί για να μ’ αρέσει, πολύ δε περισσότερο για να το παρουσιάσω κι ακόμη παραπάνω για να το προτείνω. Η εκτίμηση αφορά το πρόσωπο. Η κρίση το βιβλίο. Τίμια πράγματα. Και στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε μ’ ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Αναπόφευκτα, αρνητική η προαίσθησή μου. Ευτυχώς όμως μόνο η προαίσθηση.
Γιατί η μελλοντολογία του Κούστα δεν κατασκευάζει απίθανους κόσμους και δεν μας μεταφέρει σ’ άγνωστα σύμπαντα. Για τον παρόντα κόσμο μιλάει και εντός του υφιστάμενου σύμπαντος κινείται. Έχουν επομένως κατιτί το γνώριμο, το οικείο και το κοντινό όσα λέει. Μια χρονική μετάθεση όλη κι όλη η μελλοντολογία του, τριάντα, σαράντα, πενήντα χρόνια υπόθεση, κι είναι σα να βλέπεις τον τωρινό κόσμο επί το τεχνολογικότερον. Οι σχέσεις, τα προβλήματα, οι αντιπαλότητες, οι ταξικοί ανταγωνισμοί, οι ιδεολογικοί προβληματισμοί που διαπερνούν το τώρα μας μετατίθενται στο μετά μας, για να προβληθούν με την αναμενόμενη ένταση, για να πραγματευθούν με την αναμενόμενη προβληματική. Οπότε η μελλοντολογία του Κούστα προσομοιάζει με την αφηγηματική τεχνική της σάτιρας: διογκώνει προκειμένου να ξεμπροστιάσει, εξωθεί στα άκρα προκειμένου να συλλάβει την ουσία.
Από εδώ προκύπτει η δεύτερη αρετή του βιβλίου. Ο μελλοντικός κόσμος προβάλλεται ως γέννημα του σημερινού: κουβαλά τις αντιφάσεις, τα προβλήματα, τη ματαιωμένη δυναμική του, έτσι που να εμφανίζεται ως η λογική συνέχεια και η πολιτική συνέπεια όσων ζούμε και πράττουμε κι όσων παραλείπουμε να ζούμε και να πράττουμε. Δεν έχουμε δηλαδή να κάνουμε με μια τεχνολογική κατασκευή, όπως φαντασιώνεται το Χόλιγουντ τον κόσμο του μέλλοντος: οι ταξικές συγκρούσεις κι οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, η πολιτική καταπίεση και το απελευθερωτικό όραμα ορίζουν τις εξελίξεις και καθορίζουν τις τεχνολογικές εφαρμογές. Και να ένα ακόμη αξιοσημείωτο: όσο απουσιάζει η εξιδανίκευση άλλο τόσο απουσιάζει κι η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας. Το μήνυμα απλό: απ’ τη δράση των κοινωνικών υποκειμένων εξαρτάται η χρήση της τεχνολογίας ως μηχανισμού καταπίεσης ή ως συντελεστή απελευθέρωσης (άκρως αποκαλυπτικό το θέμα της πνευματικής ιδιοκτησίας που θίγεται).
Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα καθαρά πολιτικό βιβλίο. Της σχολής που εγκαινίασε ο Όργουελ με το 1984. Δεν είναι και λίγο. Πολύ δε περισσότερο σήμερα. Σκεφτείτε το. Όταν οι περισσότεροι λογοτέχνες στέκονται πειθήνιοι, αδρανείς και αδιάφοροι απέναντι σ’ ό,τι συμβαίνει, όταν ο ιδιωτικός χώρος έχει επικαλύψει θεματολογικά την προβληματική για τα δημόσια πράγματα, όταν η λογοτεχνία κινδυνεύει να ξεπέσει σε μέσο ιδεολογικής χειραγώγησης, είναι παρήγορο να γράφονται τέτοια βιβλία και είναι αναγκαίο να διαβάζονται τέτοια βιβλία.
Ακόμη κι αν έχουν ορισμένες ατέλειες. Γιατί φρονώ πως το ζύγισμα ανάμεσα στην πολιτική και στην αισθητική διάσταση του βιβλίου έγειρε υπέρ της πρώτης, οπότε κατά τι μονόχορδη η εξιστόρηση, κατά τι διεκπεραιωτική η γλώσσα, κατά τι ευθύγραμμη η ροή, χωρίς τα απαιτούμενα ξαφνιάσματα η πλοκή και χωρίς την αναγκαία εγρήγορση η εξέλιξη.
Ωστόσο, επιμένω: πρέπει να διαβάζονται τέτοια βιβλία και να υποστηρίζονται όσοι τα γράφουν. Κι όχι μόνο για ιδεολογικοπολιτικούς λόγους αλλά και για αισθητικούς. Άλλωστε, όπως ο συγγραφέας γνωστοποιεί «αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο, αλλά πιθανότατα όχι και το τελευταίο». Εύχομαι να μην είναι το τελευταίο, κι ελπίζω το επόμενο να έρθει γρήγορα, για να συνεχίσει και να βελτιώσει τη δημιουργική πορεία που άνοιξαν οι «Έξι Δισεκατομμύρια Τρόποι Ζωής».

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

Σπασμένος Άγγελος




Τι γίνονται οι Άγγελοι χωρίς φτερά;

Πως αντέχουν τον κόσμο μας;

Και τα φτερά τους;

Πως ξανακολλάνε;

Κι αν όχι;

Τι μπορεί ενας θνητός να κάνει;

Βοηθάτε ρε! Κάντε κάτι!

Η Λυδία, η Μαρία....

Ας ενημερώσουμε, ας το κάνουμε γνωστό.....

Τι σκατά να το κάνεις το internet αν δεν σε κάνει περισσότερο άνθρωπο;


Βάλτο στα link ρε συ Πάνο σε παρακαλώ........

http://ligery.blogspot.com/

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2007

Πρόβλημα.....

  • ΔΕΔΟΜΕΝΑ:

    α) Νοικιασμένο σπίτι 74 τεραγωνικών.

    β) Πενταμελής οικογένεια, με τρία παιδιά ηλικίας 5 - 7,5 - 10

    γ) Γονείς εκπαιδευτικοί.

    δ) Ο πατέρας, junkie των δίσκων βινυλίου (καμιά 1.000αρα) και των βιβλίων (αμέτρητα),

    ε) Επιπλέον κάτοχος περίπου 700 cd’s, 5 κιθάρων (οι 2 των παιδιών),

    στ) Πρώην συλλέκτης παλιών πολιτικών αλλά και μουσικών περιοδικών και comics Ενδεικτικά καταγράφονται: Ζαγκόρ, Μίστερ Νο, Όμπραξ, Κάπταιν Μαρκ, Περιπέτεια, Φάντομ, Τρουένο, Τιραμόλα, Σεραφίνο, Κράνος, Μάχη, Δράση, Τανκ, Μικρό Καουμπόϋ, Μικρό Αρχηγό, Μικρό Σερίφη, Μάσκα, Φίλαθλος & Γκόλ (όχι τις εφημερίδες ρε, τα εικονογραφημένα με τον Ρόϋ Ρέϊς, the Raven κλπ), Αστεριξ, Λούκυ Λουκ, Αντιριξ & Συμφωνιξ, Κοκομπιλ, Μικρό Ήρωα, Μπλεκ, Παρα-πέντε, Μικρό Παρα-πέντε, Επόμενη Μέρα, Βαβέλ, Απαγορευμένο Πλανήτη, Ποπ και Ροκ, Zoo, Guitar World, Guitar Player, Guitar Magazine, Melody Maker, Σχολιαστή, Άνθη του Κακού, ο Κόκκορας που λαλεί στο σκοτάδι, Άναρχος, Ιδεοδρόμιο, Ρήξη, Αντι, Μαύρη Τρύπα, Κολούμπρα, το Αγκάθι, Μοντέρνοι Ρυθμοί (ναι ρε του Βρυκολακο- Μαστοράκη!) και άλλα που δεν θυμάμαι….
    (ΚΑΙ ΟΧΙ! ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΩ ΤΙΠΟΤΑ ΡΕ!)

    γ) Πατάρια τιγκαρισμένα ( και των γονιών και των πεθερικών)

    ΖΗΤΕΙΤΑΙ:

    Ο μέγιστος χρόνος αναμονής και υπομονής της συζύγου πριν κάνει μπαμ καθώς και ο μέγιστος αριθμός καρούμπαλων που μπορούν να δημιουργήσουν τα προαναφερόμενα.

    Υ.Γ. ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!! ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ ΧΩΡΟΟΟΟΟΟ!!!!!!!!!

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2007

Ενθύμιον φρίκης

Τέλειωσε. Τρεις μήνες δουλειά. Μόνο; Ναι, μόνο. Ούτε που κατάλαβα πώς άρχισε, πώς συνεχίστηκε, πώς έκλεισε. Απλός διεκπεραιωτής εγώ. Μια διαμεσολάβηση υπόθεση ανάμεσα στο ανείπωτο που εξελίσσεται σε ειπωμένο. Δε λέω, βαρύ φορτίο. Γιατί η νύχτα μέρα και η μέρα ξανά μέρα. Δώδεκα και δεκαπέντε ώρες μπροστά στην οθόνη. Αλλά και πάλι, δεν μου αξίζει. Βαρύ να το ξαναλέω, αλλά πράγματι δεν μου αξίζει. Το βλέπω άλλωστε να με ξεπερνά. Βιβλίο πράγμα, δική μου η γραφή, και στο φτύσιμο όλο μ’ έχει. Με την τελευταία λέξη που έβαλα μ’ απέκοψε απ’ τη μαγεία του. Και να μην μπορώ να πω και τίποτα. Δίκιο έχει. Από δω και πέρα αρχινάνε οι προδοσίες. Δηλωμένο προϊόν γαρ, εμπόριο στη μέση, η ματαιοδοξία μου στα άκρα κι η Ζωή να μου ζητάει πόνι.
Αλλά να που τώρα με το συμβόλαιο μπροστά μου ανυπόγραφο ακόμη, τα δοκίμια συρραμμένο βιβλίο από δίπλα και τις διαδοχικές προδοσίες στην άκρη του στιλό, πιάνω μαζί του κουβέντα.
- Και δε μου λες, ρωτώ, πούθε αναβρύζει ένα καλό βιβλίο;
- Το ’πε ο Καρούζος, απαντά. «Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης».
- Μόνο; ξαναρωτώ. Σαν να μην μας τα λες καλά. Αφού τα ενθύμια είναι για τα περασμένα και εσύ εδώ μας τσαμπουνας για τα μελλούμενα.
- Όχι, με διορθώνει. Είναι και για τα μελλούμενα. Πιο πολλές οι από μπροστά βαρβαρότητες και οι φρίκες περιμένουν. Ενθύμια να δεις εσύ.

Χρωστούμενα....


…………Φλας μπακ……..

…..Αιγάλεω – Περιστέρι με τα πόδια, σε αργό περπάτημα μέσα σε τουλουμο-βροχή, χωρίς ομπρέλα και μόνο με ένα τζιν μπουφάν….

…στον Άγιο Σπυρίδωνα, οι ταξιτζήδες και οι μαγαζάτορες να κοιτάνε το ήρεμο περπάτημα και το χαμόγελο, με τα νερά στις γάμπες και να κουνάνε το κεφάλι με οίκτο…

…να σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό για να αποθηκεύσω καθαρότητα και μυρωδιές για το μετά και ο ουρανός φίλος και σύντροφος να κερνάει αβέρτα…

…και το ΜΕΤΑ ήρθε....
(ποτε κιόλας ρε πούστη μου;!!!)…

Μέσα από το αυτοκίνητο κοιτάζω τα «κεράσματα» του «φίλου», κολλημένος στο φανάρι…..

….το cd παίζει Deep Purple “Living Wreck”

Λυπάμαι φίλε,…

…περιμένουν τα πιτσιρίκια στο σπίτι….

…δεν ξεχνώ όμως κι ας αργώ…

...Χρωστάω κέρασμα….
...Κωλοβροχή….

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Αρχή πορείας...


Η καμπή λέμε….

Η στροφή στην διασταύρωση….

Το σταυροδρόμι….

…και έχει μονάχα μια λωρίδα…

Μονόδρομοι…

…διαλέγεις και δεν υπάρχει επιστροφή….

…και οι συνεπιβάτες σιωπηλοί.

«Μην ομιλείτε στον οδηγό»….

Το τιμόνι στα χέρια, το πόδι στον συμπλέκτη, ιδρώτας στα δάκτυλα και τον λεβιέ ταχυτήτων….
Κόμποι ιδρώτα στο μέτωπο οι ανασφάλειες, οι ενοχές, τα βλέμματα των συνεπιβατών….
Τα μάτια να γυρίζουν στις κόγχες, αναζητώντας ταμπέλες και σημάδια…

- «Κατεβείτε όλοι κάτω!...Πρέπει να σκεφτώ, να διαλέξω….»

Μαρσάρισμα με το στροφόμετρο στο κόκκινο και το πορτ μπαγκάζ γεμάτο αποσκευές – μνήμες που βαραίνουν…
Καρφωτή η ταχύτητα, στριγκλίζουν τα λάστιχα, μουγκρίζει η μηχανή, …

ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΣΤΟΝ ΣΤΥΛΟ!...

…ξεσκόνισμα στα ρούχα, χαμόγελο επιτυχίας στα ακρόχειλα….
(Γαμώτο! Πονάνε τα άλματα εν κινήσει!!!...)

-«Ελάτε να πάρουμε τα μπαγκάζια!» φωνάζεις..

- «Πάμε με τα πόδια!...ΜΑΖΙ!»

Κατεύθυνση μία:

ΟΠΟΥ ΝΑ’ ΝΑΙ!

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2007

Σιγώ και υποκλίνομαι

Πρώτα η Αμαλία, τώρα η Λυδία. Ποιο το κοινό; Όχι μόνο το προσωπικό πρόβλημα. Κι οι λέξεις. Οι λέξεις οι φορτωμένες με ματαιωμένη ζωή, αξιοπρεπή θλίψη, διακηρυγμένη αποφασιστικότητα. Σιγώ απέναντί τους και υποκλίνομαι.
Για όσους ενδιαφέρονται: Η Λυδία πολεμά με τον καρκίνο (lydia-tigria.blogspot.com)

ΥΓ: Σ΄ ευχαριστώ ξανά και ξανά, Σπύρο. Κι ας μου ρήμαξε την ψυχή πρωινιάτικα η παραπομπή σου.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007

Δρομο-κατάσταση


Ποτέ μα ποτέ, ένας δρόμος δεν μπορεί να είναι άχρηστος.
Κάποιος θα βρεθεί να τον βαδίσει
Τι κι αν είναι ασφάλτινος, με μπάρες, διαγραμμίσεις ή ταχείας κυκλοφορίας;
Θα ‘ρθει η στιγμή που θα πατηθεί από πεζούς, μηχανάκια και νταλίκες….
Αγροτικός, κακοτράχαλος με γκρεμίσματα;
Βοσκών, «ζωντανών», περιπατητών, χαμένων ή ταπεινών 4Χ4 σημάδια θα γευτεί…
Κοίτα λοιπόν να δεις ένα οξύμωρο!

ΟΙ ΠΙΟ ΕΡΗΜΙΚΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΠΟΛΥΣΥΧΝΑΣΤΟΙ!

Αλήθεια λέω!
Σε αυτούς, κανείς δεν ενδιαφέρεται για τον «δρόμο».
Να μην τρακάρει ή να μην πατηθεί από τα μιλιούνια των βιαστικά περαστικών και των παράνομα παρκαρισμένων προσέχει.
Χάνεται εκεί η έννοια και το νόημα του «δρόμου», θυσία στον βωμό της ψευτο-ανάγκης «να φτάσω κάπου και γρήγορα»

Ήδη είσαι εκεί κορόϊδο!

Στον δρόμο που σε γέννησε, στον δρόμο που σε τρώει,
Στον δρόμο τον ανάδρομο που σου αναλογούν δυό μέτρα.
----------------------------------------
Κανένας πρωϊνός ρε πούστη μου;;;;
Εφτά φορές γύρω γύρω έκανα και μια θέση να παρκάρω δεν βρήκα!
Δεν γαμείς!
Θα το βάλω σε θέση αναπήρου!
Για ντροπές είμαστε τώρα;
Την αλήθεια λέει έτσι κι αλλιώς!........

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

Κομματιασμένες ισορροπίες


Είναι στην Κόψη που έχει θέα φιλαράκι….
Πότε κοιτάζεις προς την μία, πότε προς την άλλη βλέπεις
και το μπροστά γύρω-γύρω σαν βεντάλια να ανοίγεται…..

Σε θέλει όμως όρθιο….
….στις μύτες….
σε διαρκή άσκηση ισορροπίας, σε πιρουέτα,
βάζοντας το δισάκι σου στο ζύγι,
και τα έξω του και τα μέσα του,
σε ένα μέτρημα λειψό, σε αέναο αλισβερίσι…..
…..τι αφήνω από εδώ, τι θα πέσει από εκεί,
πόσες ανάσες θέλει ένα μακρύ μαλλί
κι αν κλάψεις προς την μια, να φτύσεις πρέπει από την άλλη…
….να κόβει και τα πέλματα το μέταλλο…
(ανωμαλία κι αυτή!... Να κάνει κανείς οικειοθελώς φάλαγγα!...)

Γλιτώνουν όσοι μαθαίνουν να πετούν
και φωσφορίζοντας σαν Γνώση, παλεύουν να μην αφήσουν τις μνήμες να κοπούν, να πέσουν……
Μα και οι άλλοι, όσοι ορίζουν σαν βουτηχτές τα θέλω τους, με σκάφανδρο ή όχι,
διαλέγουν μόνο ποια πλευρά τους πάει και πάνε….
….δεμένοι βαρίδια την ανάγκη….

Κι η Κόψη μένει εκεί….
Αταλάντευτη…
Αμετακίνητη…..
Απαστράπτουσα….
Αλώβητη….
Ακονίζεται σαν Ιστορία και καρτερεί,
Τις καινούριες φουρνιές που πάντα έρχονταν να δοκιμασθούν και πάντα θα έρχονται…….

Που και που, συμβαίνει και κάποιοι Παλαιοί να ξαναέρχονται….
…κανένας «Ιπτάμενος» που ξέπεσε, κανένας «Βουτηχτής» που του στένεψε το σκάφανδρο,
…ψάχνοντας πάλι θέση….
…μα αντέχουν λιγότερο κάθε φορά…..

Πονάει η Κόψη τις παλιές πληγές…..

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2007

Άρμη (απόσπασμα)

- Εσύ θα με ρωτούσες: «Γιατί φύγανε, μπαμπά;»
- Εγώ θα σου απαντούσα: «Κάτσε να σου πω ένα παραμύθι, για να καταλάβεις γιατί φύγανε».
- Εσύ θα απορούσες: «Και το παραμύθι του ύπνου τι είναι, ρε μπαμπά; Δεν είναι παραμύθι;»
- Εγώ θα σου εξηγούσα: «Παραμύθι είναι κι αυτό. Σήμερα όμως θα σου πω ένα απ’ τα άλλα, απ’ τα κανονικά τα παραμύθια. Απ’ αυτά που σου ’λεγε κι η μαμά σου για τα παλιά τα χρόνια, τους καλούς τους πρίγκιπες και τα κακά τα τέρατα».


Μια φορά και έναν καιρό,

Στα παλιά τα χρόνια σαν διψούσανε οι άνθρωποι, ανοίγανε πηγάδια. Πιάνανε τους κασμάδες και τα φτυάρια, στο μισό μέτρο βρίσκανε νερό, στα πέντε μέτρα στέρνευε μέχρι απάνω η τρύπα. Γάργαρο νεράκι, ξεδίψασμα για την ανάγκη τους, δροσιά για την ψυχή τους. Μετά ήρθαν ξερικοί καιροί στεγνώσαν τα ποτάμια, τραβήχτηκαν οι λίμνες και ξεράθηκαν τα πηγάδια. Φέρνανε γεωτρύπανα να ξεσκίσουνε τα σώτερα της γης, έσκαβε το ατσάλι μέσα σε στεγνό χώμα, έβρισκε πέτρα και έπεφτε απάνω σε βράχια, μούγκριζε η μηχανή τα σιωπηλά μουγκρίσματα της γης που της ανοίγανε τις σάρκες, της μπήζανε βαθιά το σωλήνα στα ογδόντα και στα εκατό και στα εκατό πενήντα και στα διακόσια δέκα μέτρα βάθος, αλλά και πάλι ίσα με ένα βιαστικό ξεδίψασμα το νερό που βρίσκανε κι αυτό υφάλμυρο. Όσο που να πιουν, ξαναδιψούσαν. Ευχαρίστηση δεν είχαν.
Αλλά ακόμη και τέτοιο, νερό ήταν, το γύρευε ο οργανισμός τους. Αφού τους έκανε έτσι η φύση και χωρίς αυτό δεν ζούσαν. Πίνανε και πίνανε το υφάλμυρο, χρόνια ολόκληρα, από παιδιά ακόμη κι ύστερα όταν μεγαλώνανε. Κι έτσι σιγά σιγά έμαθαν στη γεύση του. Συνήθισαν στην αλμύρα του κι άρχισαν να το αρέσουν. Αλατίστηκε το αίμα τους κι πότισε με αλάτι όλα τα όργανά τους, αλμύρισαν τα νεφρά τους, αλμύρισε το συκώτι τους, αλμύρισε το έντερό τους, αλμύρισε η σπλήνα τους, αλμύρισε κι η καρδιά τους. Μες στην άρμη γεννιούνταν, πολλαπλασιάζονταν και πέθαιναν όλα τα κύτταρά τους. Το ’χανε πια γραμμένο στον γενετικό τους κώδικα και πήγαινε η αλμύρα απ’ τους μπαμπάδες και τις μαμάδες στα παιδιά τους και απ’ τα παιδιά τους στα εγγόνια τους.
Και έτσι οι από μέσα γλυκολίμνες τους, που παλιά κελάρυζαν καθαρό, δροσάτο το νερό, γινήκαν πικρολίμνες, που βούρκωναν δυο μέτρα πάτος στο αλάτι, κι άλλο δεν μπορούσαν να ζήσουν τα κανονικά τα ψάρια που ζούσανε παλιά εκεί, μον’ κάτι τέρατα μεγάλα κολυμπούσαν, όπως αυτό που λεν ότι ζει κρυμμένο στο Λοχ Νες, και κάτι άλλα πιο μικρά, πώς είναι αυτά που έχει στη Δρακόλιμνη ψηλά απάνω στα Ζαγόρια και μ’ είχε ανεβάσει ο μπαμπάς μου μια φορά και τα κοιτούσα και παραξενευόμουνα, έτσι περίεργα και άσχημα που είναι.
Άλλαξαν για τα καλά οι άνθρωποι. Μεταλλάχτηκαν. Σαν τις σαρδέλες όταν τις παστώνουν με το χοντρό το αλάτι και τις κλείνουν σε κονσέρβες. Ένα τέτοιο πράγμα. Παστωμένη σε κονσέρβες η ζωή τους, συντηρημένη μούμια η ψυχή τους, φορεμένη πανοπλία το σώμα τους, κολλημένη μάσκα το πρόσωπό τους και δυο γυάλινοι σβόλοι τα μάτια τους. Αλλιώς κοιτούσαν, αλλιώς καταλάβαιναν, αλλιώς επιθυμούσαν κι αλλιώς έκαναν. Ό,τι ήταν απ’ τον γλυκόνερο παλιό εαυτό τους, το σιχαίνονταν και το μισούσαν. Κατά βάθος το φοβόντουσαν. Φοβόντουσαν τη δροσιά του καλοκαιρινού πρωινού, τη συννεφιά της φθινοπωρινής μέρας, τη βροχή της ανοιξιάτικης μπόρας, το χιόνι της χειμωνιάτικης νύχτας, γιατί είχαν μεγάλη ανησυχία μην τύχει και ξαλμυρίσει απ’ το γλυκόνερο το σώμα και η ψυχή τους και αρχίσουν μετά να λιώνουν οι σαπισμένες σάρκες τους και να πέφτουν κάτω τα ξεραμένα μέλη τους και να βρωμάνε θανατίλα τα λόγια και τα χαμόγελα και τα κοιτάγματά τους.
Τον καθαρό ουρανό μόνο αρέσανε. Τις ανέφελες μέρες και τις αστρόφεγγες νύχτες. Ας κρατούσανε μοναχά για πάντα. Το καλοκαίρι και το χειμώνα, το φθινόπωρο και την άνοιξη, μέρα-νύχτα, κάθε μέρα, όλες τις ώρες. Στο κάτω κάτω, τι ανάγκη είχαν πια τα βρόχινα γλυκόνερα; Τους έφταναν και τους παράφταναν όσα πικρά αφαλάτωναν απ’ τις αλυκές τους κι ας ήξεραν ότι εκεί κοντά ήταν που ξέχυναν μαζεμένοι όλοι οι υπόνομοι τα απόνερα της ζωής τους.
Το ’βαλαν λοιπόν γινάτι να τα ξεράνουν όλα, σταγόνα να μη μείνει. Με τα εγγειοβελτιωτικά πήραν να στραγγίζουν τα επιφανειακά και με τις γεωτρήσεις να ρουφούν τα υπόγεια ύδατα, με τα αεροπλάνα να βομβαρδίσουνε τα σύννεφα και με τα αέρια να φτιάχνουν θερμοκήπια, να ανεβάζουν τις θερμοκρασίες και να λιώνουνε τους πάγους. Οπότε άρχισε να μικραίνει η μία λίμνη και να ξεραίνεται εντελώς η άλλη, να ρηχαίνει ο ένας ποταμός και να στερεύει εντελώς ο άλλος. Μεγάλη επιτυχία.
Αλλά και πάλι, ό,τι και αν έκαναν, ευχαρίστηση δεν είχαν. Γιατί παρόλο που κυνηγούσανε τα σύννεφα και λιγόστευαν τις βροχές τους, συνέχιζε ακόμα ο ουρανός να συννεφιάζει πού και πού και να ρίχνει από καμιά φορά ψιχάλα. Σκύλιαζαν αυτοί απ’ το κακό τους.
Τι να κάνουν, τι να κάνουν; Πολύ προβληματίστηκαν. Στο τέλος, είπαν να αλλάξουν ουρανό. Ψάξανε λοιπόν στο διάστημα να βρούνε άλλον. Στείλανε διαστημόπλοια, κοιτάξανε εδώ, κοιτάξανε εκεί, τίποτα δε βρήκαν. Είπαν να φτιάξουν στη Σελήνη κάτι τεράστιους θόλους, να κουβαλήσουν μέσα ανθρώπους, να τους χτίσουν πολυκατοικίες για να κοιμούνται, να τους κάνουν εργοστάσια για να δουλεύουν, να τους βάλουν αεροτουρμπίνες για να αναπνέουν, video-wall με πρωτόγονες εικόνες από βροχές, και δάση και ηλιοβασιλέματα στη γη, για να μαθαίνουν ιστορία, βαλσαμωμένα πουλιά στους δρόμους και αγάλματα με ζώα στις πλατείες, για να τρομάζουν πώς ήταν η παλιά ζωή.
Καλό τους φάνηκε. Αλλά άξιζε τον κόπο; Υπολόγισαν: τόσο το αρχικό κεφάλαιο, περίπου αυτό το κόστος, ένα ποσό για μίζες και λαδώματα, αυτά πάνω κάτω τα έξοδα συντήρησης, τόση περίπου η περίοδος απόσβεσης και αυτά τα προσδοκώμενα έσοδα. Α, πα, πα, πα. Πολλά τα λεφτά για να το κάνουν, μικρό το κέρδος για να κονομήσουν.
Είδαν και απόειδαν και αφού κατάλαβαν ότι χαΐρι δεν είχαν να ψάχνουν έξω απ’ τη γη, σκέφτηκαν να φτιάξουν ψεύτικους ουρανούς κάτω απ’ τον αληθινό. Ενώσανε καλώδια, βάλανε κεραίες, τοποθετήσανε πομπούς, χρησιμοποίησαν ηλεκτρομαγνητικά κύματα, κατασκευάσανε εικονικούς κόσμους και τελικά κατάφεραν να εκπέμψουν τους ψεύτικους ουρανούς τους. Απ’ τις οθόνες των τηλεοράσεων, των κινητών και των υπολογιστών. Κάθε σπίτι και ένας, δύο, τρεις και τέσσερις και πέντε παρακαλώ ψεύτικους ουρανούς. Οι μισοί άνθρωποι τρέξανε και κλείστηκαν πίσω απ’ τις οθόνες κι οι άλλοι μισοί τρέξανε και πιάσαν θέση μπροστά απ’ τις οθόνες.
Πολύ το χάρηκαν. Επιτέλους, βρήκαν την ησυχία τους. Ξένοιασαν για τα καλά με τα σύννεφα και τις βροχές. Αλλά όμως δεν κράτησε πολύ καιρό η χαρά και η ησυχία τους. Καινούρια προβλήματα εμφανίστηκαν. Με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να φωτίζουν μέρα νύχτα μέσα στο σπίτι τους, με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να ακτινοβολούν μέρα νύχτα μπροστά στα μάτια τους, άρχισε να σιγοψήνεται το αλάτι που ’χαν πασαλειμμένο πάνω τους, να πετσώνει για τα καλά στο δέρμα τους, να αλλάζει σιγά σιγά το δέρμα τους, να πιάνει κρούστα και να γεμίζει λέπια. Από πάνω ως κάτω λέπια. Λες κι ήταν ψάρια.
Ποιος θα το ’λεγε όμως; Ακόμα και έτσι, καλά τους βόλεψε. Γιατί στο μεταξύ ψήλωνε η στάθμη των θαλασσών, κοντεύαν να τους πνίξουν τα νερά τους. Χωρίς λοιπόν καμία δική τους πρόνοια, βρήκαν εκεί που δεν το περιμέναν έναν τρόπο να γλιτώσουν. Πνίγονται στις φουσκονεριές τα ψάρια; Ε, δεν πνίγονται. Στο εξής ούτε κι οι άνθρωποι θα πνίγονταν. Ο κύκλος της δημιουργίας: απ’ το νερό βγήκαν, στο νερό ξαναγυρνούσαν. Τι τα ’χαν πάνω τους τόσα λέπια;
Αλλά πάλι, να, βγάζεις με πετονιά μια σαρδέλα, την πασαλείβεις με το χοντρό το αλάτι και την κλείνεις στην κονσέρβα για να την έχεις μεζεδάκι το χειμώνα, που θα κάθεσαι με τους φίλους σου να πίνεις τσίπουρα και ούζα. Κι όμως, άνθρωπος είσαι, σε πιάνει στα καλά καθούμενα εκεί που πίνεις με τους φίλους σου τα τσίπουρα και τα ούζα το πονετικό σου και το λυπάσαι το ζωντανό έτσι ψόφιο στην κονσέρβα που το βλέπεις μες στα χοντρά τα αλάτια και λες κρίμα είναι ας το ξαναρίξω στη θάλασσα να χαρεί τα νιάτα του, να βρει το ταίρι του, να μη στεναχωριέται κι η μανούλα του. Το παίρνεις απ’ την κονσέρβα, το περνάς ένα χέρι καθάρισμα να φύγουνε τα χοντρά τα αλάτια και το ρίχνεις μες στο νερό να κολυμπήσει. Θα κολυμπήσει; Όχι, πες μου, γίνεται να κολυμπήσει;
Έτσι κι αυτοί. Παστωμένοι με τα αλάτια στις κονσέρβες τους, λεπιασμένοι με τα αλάτια στις ζωές τους ψάχνανε τρόπο για να κολυμπήσουν στα θαλασσόνερα που όλο φούσκωναν και σηκώνονταν γύρω απ’ τις στεριές τους. Τελικά βρήκανε τρόπο; Τι να σου πω, τώρα; Να σου πω, ότι βρήκανε; Ψέματα δε θέλω να σου λέω. Όσο και να το παλεύανε, δεν μπόρεσαν τελικά να κολυμπήσουν.
Και μετά… Άστο καλύτερα… Γιατί… γιατί μετά… γιατί μετά ξύπνησαν απότομα, για να ζήσουν το δικό τους παραμύθι του ύπνου. Κι ήταν εφιάλτης. Χειρότερος και απ’ τα χειρότερα όνειρά τους. Τουλάχιστον όμως ξύπνησαν. Ε, κάτι είναι κι αυτό.

Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

Θυμήθηκα......


Κάτι το αεράκι του Σεπτέμβρη,
κάτι η μαυρίλα από τα καμένα που δεν λέει να φύγει,
κάτι το ότι αρχίζω να ξαναβλέπω στα κανάλια ξαναμμένες σκατόφατσες που αφήσανε στην άκρη τις ευαισθησίες και ξαμοληθήκανε στο κυνήγι του προνομίου του να κλάνει κανείς στις Βουλής τα έδρανα (άπαιχτε Τζιμάκο),
κάτι τα πολλά τραγούδια Μάλαμα, Αγγελάκα και Παπάζογλου που κατέβασα από το internet,
ε!, δεν ήθελε και πολύ....
...το φλας-μπακ ήταν αναμενόμενο!

….και θυμήθηκα έναν άλλο Σεπτέμβρη……..

ΘΥΜΗΘΗΚΑ…….

…την γλύκα της «επιτυχίας» του να περάσω σε σχολή με την Τρίτη προσπάθεια….

….τα δάκρυα χαράς της μάνας μου και του πατέρα μου (μοναχοπαίδι βλέπεις), που είχαν χάσει πλέον κάθε ελπίδα για να σπουδάσω, αλλά ποτέ δεν με ζόρισαν…..

…την αίσθηση του «Είμαι και γαμώ! Κουφάλες! Πίσω και σας έφαγα!», πετυχαίνοντας να περάσω, με διάβασμα 3 μερόνυχτα για κάθε μάθημα!!…..

...το μυρμήγκιασμα στα εσώψυχα για όσα επρόκειτο να έρθουν, ψάχνοντας καμιά τρύπα να στεγάσω τα φοιτητικά μου όνειρα….

….την καύλα της πρόκλησης του να ζω μόνος μου, να τεστάρω τις αντοχές μου και τον εαυτό μου, να αποφασίζω εγώ…….

….τα συγκρουόμενα συναισθήματα στα μάτια σου, που γελώντας κλαίγανε ρε Ελενίτσα, όταν ήρθες να με πάρεις με την μηχανής σου, για να πάμε να το «γιορτάσουμε» σε εκείνο το ουζερί στα Εξάρχεια…..

……εκείνη την παράξενη αίσθηση «υπεροχής» από τα ζηλόφθονα βλέμματα των θαμώνων, όταν ξεκαβαλικέψαμε και έβγαλες το κράνος, τινάζοντας τα μαλλιά σαν Αμαζόνα……

….την μυσταγωγία διάχυτη σαν αραιωμένο πατσουλί (ναι τέτοιο φοράγαμε τότε!!!) στον φθινοπωρινό αέρα, με τα χέρια μπλεγμένα στο τραπέζι, τα μάτια βυθισμένα στα εσώψυχα του άλλου και τις καρδιές μας στο τσιγκέλι, αφού ξέραμε πως αυτή ήταν η τελευταία μας βραδυά…..

…το μέλλον να μου ανοίγεται μπροστά σαν οπτασία Νύμφης των Νερών αιωρούμενη πάνω από γάργαρα νερά και πλατανόφυλλα (η βουκολική μου "ρίζα" βλέπεις!)….

…και από την άλλη την αναζήτηση της έντασης του «τώρα», σίγουρος πως το μέλλον μπορεί να περιμένει ....έστω για λιγάκι…..

….την «σκηνή» δική μου, το έργο άγνωστο, τους συμπρωταγωνιστές ξένους, τον σκηνοθέτη στα αρχίδια μας, για μια παράσταση ζωής που μόλις ξεκίναγε…..

…τις μυρωδιές, τις ανατριχίλες, τα γέλια, τις πίκρες….


….ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΡΕ ΣΥ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ 23 ΧΡΟΝΙΑ!!!......

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Βουβή πίκρα.....


Δεν την γνωρίζω, αλλά μένει κάπου κοντά μας…
Δύο χειμώνες τώρα, συνέχεια φορά τα ίδια ρούχα.
Καθαρά αλλά πολυφορεμένα.
Καπαρντίνα, μπλούζα, μαύρο παντελόνι τα ίδια παπούτσια, ανοιξιάτικα, με φαγωμένες μύτες και τακούνια.
Άνοιξη και καλοκαίρι με πουκάμισο, ελαφρύ μπουφάν, μπεζ παντελόνι και αθλητικά παπούτσια άγνωστης μάρκας.

Περπάτημα πάντα με τα χέρια πλεγμένα στο στήθος, σαν να προστατεύει την παλαιομοδίτικη τσάντα της που κρέμεται από τον ώμο της…..
Χειμώνα – καλοκαίρι…
Ψηλή, αδύνατη, μελαχρινή, με κουρασμένα χαρακτηριστικά, κοιτάζει συνήθως μπροστά, εστιάζοντας σε χιονισμένα τοπία και στέπες της χώρας καταγωγής της….
Ταξιδεμένο και ταξιδιάρικο βλέμμα προσμονής, υπομονής, αρχοντιάς και κρυμμένης υπερηφάνειας…
Μαλλιά πιασμένα κοτσιδάκι με φτηνό λαστιχάκι, άβαφα τα καστανά της μάτια, βουτυροκακάο στα λεπτά σφιγμένα χείλη….

Αχνά χαμόγελα στοργής και νοσταλγίας όταν το βλέμμα της τύχει να χαμηλώσει στα παιδιά μου ή σε γειτονόπουλα…

Σχεδόν κάθε βραδάκι την πετυχαίνω όταν επιστρέφω από τα Αγγλικά των παιδιών, το κολυμβητήριο ή το σχολείο μου…..
Πάντα, (έξω, μέσα, δίπλα) από την διπλανή μας κάβα – πρατήριο άρτου…..
Οκτώ στις δέκα φορές μέσα, τις άλλες δύο είτε όταν μπαίνει, είτε όταν βγαίνει…..
(Μία φορά στο διπλανό ψιλικατζιδικο, να μιλά κλαίγοντας βουβά, στο κοινόχρηστο τηλέφωνο…… στην γλώσσα της….)
Ρουτίνα οι αγορές της στην κάβα να προδίδουν μια βαλτωμένη, νεκρή ζωή…..
Μικρό καραφάκι ούζο Πλωμαρίου μέσα στο καταχείμωνο και μπύρα Άμστελ το καλοκαίρι….
Οι ίδιες ένοχες κινήσεις παραχώματος στα σκοτάδια της τσάντας της, στα σκοτάδια της ζωής της….
Κρεμάει την τσάντα στον ώμο της, χαμογελάει αμήχανα στο πάτωμα και συνεχίζει τον δρόμο της…

Σήμερα την ξαναείδα….

Το ένα μάτι μπλαβό, με μαύρο κύκλο γύρω – γύρω και με πρησμένο βλέφαρο….
Το κεφάλι όμως ψηλά......
......τα χέρια πάντα στο στήθος να σφίγγουν το λουρί της τσάντας......
......... το ένα μάτι να κοιτά μπροστά και το άλλο να ψάχνει στην άσφαλτο….

Μπήκε στην κάβα σαν κάθε άλλη φορά…..
Ίσως για αυτήν πράγματι να ήταν σαν κάθε άλλη φορά…..

Μια και μοναδική η σκέψη να κοπανάει τα τοιχώματα του κρανίου σαν μπίλια σε φλιπεράκι…

ΝΑ ΣΟΥ ΚΟΠΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΩΜΟ ΡΕ ΠΑΛΙΟΠΟΥΣΤΑ, ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΕ ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΕ, ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ!!!!.......

Σπίτι, μπαλκόνι, τσιγάρο……

Γαμώτο μου βραδυάτικα …………….

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ....



Άϊντε πάει και το καλοκαιράκι….
Αφού πρώτα η χώρα έγινε ένα τεράστιο μπάρμπεκιου, κάνοντας μας όλους να ξανατραγουδάμε ως άλλοι «Αχαρνείς» του Σαββόπουλου «…Μούσα καρβουναρού, θράκα μου πυρωμένη, αχ πολλαπλασιασμένη..», ήρθε καιρός να μαζεύουμε σιγά σιγά τα κομμάτια μας και τα καρβουνάκια μας και να επιστρέψουμε …..

«Ωραίο χρώμα ρε συ φιλαράκι!!! Νησάκι; Νησάκι;»
«Μπά!.... Στα βουνά της Πελοποννήσου!....Μιλάμε για γαμώ τα μαυρίσματα αδερφέ!....»

Όχι!! Δεν είμαι ούτε αναίσθητος, ούτε κυνικός! Αλλά περίσσεψε πια η μαυρίλα στις ψυχές μας.
Τόσοι, έγραψαν τόσα. είπαν άλλα τόσα και αισθάνθηκαν ακόμη περισσότερα..

Λίγο χαμόγελο ρε σεις!
Μπας και ξορκιστεί η μαυρίλα……..
………………………………………………………………………………………

Κόβοντας λοιπόν βόλτα, σε υπαίθρια έκθεση βιβλίου εκεί που έκανα τα μπάνια μου, ξαναείδα τον «Κουραδοκόφτη» του Ηλία Πετρόπουλου , που όλο λέω να αγοράσω κάποια στιγμή και όλο το αναβάλλω.
Οι συνειρμοί αναπόφευκτοι.
Ο μικρούλης προβοκάτορας μέσα μου άρχισε το λακριντί:
«Το string ρε ξεφτίλα! Είχες πει πως θα γράψεις κάτι! Άντε ρε πουριτανο- αναβλητικέ μικροαστούλη! Σοβαροφανή λογοπλόκε της συμφοράς! Αφού ψιλογουστάρεις ρε τα ξινά, γιατί δεν αφήνεσαι;»

….και αφέθηκα, ας όψεται που τα ξινά είναι λέει και καρδιοτονωτικά, αποσυμφορητικά, προκαλούν ευεξία, κλπ.

(…και ας κοίταγα συνέχεια πίσω από την πλάτη μου, μην με κάνουν τσακωτό τα πιτσιρίκια και ιδιαίτερα η «μεγάλη» και άντε να της εξηγήσεις μετά, ή μην τυχόν και μου έρθει καμιά κατακέφαλα με τον πλάστη από τον Ταξίαρχο! Μην ρωτάς ποιόν Ταξίαρχο! Ένας είναι ο Ταξίαρχος!)

Αφού λοιπόν είναι πλέον παραδεκτό πως το ντύσιμό μας αποτελεί έναν κώδικα επικοινωνίας, αυτό σημαίνει πω κάθε ρούχο επάνω μας, εκπέμπει ένα μήνυμα, είτε από μόνο του, είτε σε συνδυασμό με τα άλλα ρούχα, είτε σε σχέση με την ώρα της ημέρας που θα φορεθεί, την εποχή, με τις ιδιαίτερες συνθήκες που θα επικρατούν στο περιβάλλον την δεδομένη στιγμή «ένδυσης»κλπ

Αν λοιπόν ορίσουμε ως χώρο τις παραλίες, ως χρόνο τους καλοκαιρινούς μήνες και ιδιαίτερες συνθήκες την περίοδο των διακοπών, μια προσπάθεια καταγραφής των μηνυμάτων που θα μπορούσαν να εκπέμπουν τα strings, αλλά και των πιθανών συνειρμών – σκέψεων των οφθαλμολάγνων αποδεκτών τους, θα μποεούσε να καταλήξει σε ευρήματα, όπως λόγου χάρη:

- Έχω και δείχνω ρε! Τραβάς κανά ζόρι;
- Παντρεύτηκες ε;;!!! Κοίτα τι έχασες!!
- Μάντεψε σε τι μαγαζί δουλεύω!!
- You are all welcome! Please come inside!
- Αν σκύψω θα μου μιλήσεις;
- Είμαι απελπισμένη!
- Κοίτα λιγούρη! Ποτέ δεν θα με έχεις!
- Ο άντρας μου δεν με προσέχει!
- Made by Foustanos!
- Έχω διδακτορικό! Δεν με πιστεύεις;;
- Ο άντρας μου σε γουστάρει! Έλα να μου μιλήσεις!
- Ο μαλάκας δίπλα μου δεν είναι ο άντρας μου. Εγώ είμαι ο άντρας του!
- Τι μαλάκας είμαι! Πάλι το μαγιώ της αδερφής μου έβαλα!
- Τι αδερφή που είμαι! Πάλι το μαγιώ του μαλάκα έβαλα!
- Με άφησες για άλλη ε; Τώρα θα δεις!!
- Όχι! Δεν σου δείχνω το πρόσωπό μου! Είμαι incognito!
- Μα….αυτό είναι το πρόσωπό μου!!
- Πάχυνα φέτος! Πέρυσι αυτό ήταν κανονικό μπικίνι!...
- Θέλεις να μιλήσουμε για λογοτεχνία;
- Κοίτα μωρή πατσούρω που θέλεις να μου καμακώσεις τον δικό μου!!!
- Ναι, είμαι ντροπαλή! Πως το κατάλαβες;;!!

Στην δε προσπάθεια καταγραφής και «αποκωδικοποίησης» των πιο πάνω μηνυμάτων, θα μπορούσαν επίσης να καταγραφούν «ερμηνείες» όπως:

- Αχ ρε Μαράκι! Τι σε θυμήθηκα τώρα! Που να βρίσκεσαι άραγε;;
- Ωχ Χριστέ μου!...και έχω τρεις κόρες!
- Το εκκαθαριστικό της Εφορίας λες να μου ήρθε;;
- Γαβ! Γαβ! Γαβ!!!
- Μαμά! Κοίτα! Το φεγγαράκι!
- Παράξενο! Μου ήρθε όρεξη για χάμπουργκερ!
- It’s Alive!!
- Γαμώτο! Τελικά, πρέπει να πάω τράπεζα για δάνειο!
- Πόσο να κάνει ένα Viagra:
- Καλέ, γιατί βγάζεις αφρούς;;;
- Γυναίκα, πάμε σπίτι!! ΤΩΡΑ!!! (Ώρα να γίνουμε πολύτεκνοι!!)
- Το cd player το έκλεισα;;
- Σκρόφα! Θόλωσες το μάτι του Δημητράκη μου!
- Γρήγορα! Τα υπογλώσσια!! Στο τσεπάκι της τσάντας τα έχω!
- Εγώ λέω να πάρω ένα club sandwich!
- Ώπα πορτμπαγκαζ η κουμπαρούλααααα!!!!....
- Όχι ρε πούστη μου! Ο διευθυντής μου!
- Houston! We have a lift off!!!
- Μμμ!!! Σιγά! Ας με άφηνε η γυναίκα μου να βάλω το δικό μου και θα έβλεπες!Τσουλάκι!
- Ζγκρλνιαναι τσιου τσιου!!! (Έναν γιατρό ρε παιδιά! Ο παππούς!........)
- «Εχει Πανσέληνο απόψε και είναι ωραίααα…..»
- Γαμώτο! Αύριο αρχίζω γυμναστήριο!
- Τάκη! Αν ξανακοιτάξεις προς τα εκεί, θα μαδήσω το μουστάκι μου!
- Που να σε τσιμπήσει τσούχτρα ανάμεσα στα σκέλια τσουλάρα!
- Δεν έπρεπε να κόψω την αναβολή κατακαλόκαιρο ο μαλάκας!......
- Πολύ θα γούσταρα να είχα μια βάφλα με σοκολάτα και παγωτό καϊμάκι τώρα!

Αααααχχχχχ!!
Πάει το καλοκαίρι παίδες!

….και δεν πρόλαβα να φάω βάφλα την ατυχία μου μέσα!.....

- ….ΝΑΙ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!! ΤΩΡΑ ΠΑΩ ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΝΑ ΠΑΡΩ ΤΗΝ ΑΛΟΙΦΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΑΓΟΥΡΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΣΟΥ!
……………………………………………
- …..ΟΧΙ ΜΩΡΟ ΜΟΥ! ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ!!!........



Σάββατο, 18 Αυγούστου 2007

Η δεξιά του Κυρίου

Λάβαρα και ταυτότητες, αλυτρωτισμοί και ξενοφοβίες. Το εκπεφρασμένο από δεκαετίες ιδεολογικό του πρόσωπο. Διαυγές, κρυστάλλινο, ομολογημένο. Τουλάχιστον, ειλικρινής στη στάση του, συνεπής και αταλάντευτος στις εμμονές του. Και αδιόρθωτος, προσθέτω. Πώς αλλιώς να ερμηνευτεί η πρόσφατη δήλωσή του; Ευχαριστεί, λέει, τον πρωθυπουργό για την υπέρμετρη βοήθεια που του προσέφερε. Α και για το φυλαχτό! Μα λέγονται τέτοια πράγματα στην αρχή προεκλογικής περιόδου απ’ την «ακομμάτιστη», απ’ την «εθνική», απ’ την «οικουμενική» ορθόδοξη εκκλησία και δη απ’ έναν άνθρωπο που έχει μπροστά του το κρεβάτι του χειρουργείου; Απ’ το Χριστόδουλο λέγονται και παραλέγονται. Στο κάτω κάτω το δημοκρατικό δικαίωμα της ψήφου άσκησε, καθότι αβέβαιο αν θα μπορέσει να το ασκήσει όταν και όπως πρέπει. Τώρα το αν το άσκησε πρόωρα, το αν το άσκησε δημόσια, το αν το άσκησε προς παραδειγματισμό των πιστών, είναι ψιλά γράμματα μπρος στη δραματοποιημένη εικόνα της προσωπικής του περιπέτειας.
Και εδώ που τα λέμε, ποιο στ' αλήθεια είναι το πρόβλημα; Μήπως η ψήφος του δεν ήταν γνωστή από χρόνια; Η δεξιά στη δεξιά του Κυρίου.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2007

H κορυφή του παγόβουνου

Κορυφή του παγόβουνου τα 33 γραπτά, σύμφωνα με εφημερίδα του περασμένου Σαββάτου. Πολύ μεγαλύτερη η βάση του, άφηνε να εννοηθεί. Με βεβαιότητα το βαθμολογικό της Πυλαίας και με υποψίες της Αθήνας. Υπολογίζουμε, λοιπόν: βάλε τα δύο βαθμολογικά ειδικών μαθημάτων, βάλε τόσοι βαθμολογητές ανά βαθμολογικό, βάλε τόσοι φάκελοι ανά βαθμολογητή, με γεωμετρική πρόοδο η αύξηση του αριθμού. Και γιατί, άραγε, οι υποδείξεις-εντολές να αφορούν μόνο τα ειδικά μαθήματα; Μήπως το άγχος των αναβαθμολογήσεων δεν υπάρχει, και εντονότερο μάλιστα, σ’ άλλα μαθήματα; Αλλά και καμία απ’ τις υπόνοιες αυτές να μην ισχύει, υπάρχουν τα 33 γραπτά. Από μόνα τους αρκούν ως σκάνδαλο. Το σκάνδαλο των φετινών πανελλήνιων εξετάσεων.
Αλλά το σκάνδαλο των φετινών πανελλήνιων εξετάσεων δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου του σκανδάλου των πανελλήνιων εξετάσεων, λέω εγώ. Με τη βάση του βαθιά κρυμμένη σε έναν ωκεανό πολιτικών επιλογών, ιδεολογικών αντιλήψεων, οικονομικών συμφερόντων και μόνο κάποια απ’ τα πιο επιφανειακά μέρη του ορατά τώρα τελευταία, και αυτά καθ’ υπόδειξη, έτσι που να δικαιώνονται νέες πολιτικές επιλογές, νέες ιδεολογικές αντιλήψεις, νέα οικονομικά συμφέροντα που συγκλίνουν στη διαφαινόμενη «αυτονόμηση» των εξετάσεων απ’ τη λυκειακή εκπαίδευση και την καθιέρωση του προωθούμενου «προπαρασκευαστικού» έτους σπουδών.
Ούτε τυχαία ούτε μεμονωμένη λοιπόν, η φετινή πρόσκρουση του εκπαιδευτικού συστήματος στο παγόβουνο των προβλημάτων του εξεταστικού συστήματος. Επαναλαμβανόμενη εδώ και δεκαετίες, και μάλιστα με τον περιοδικό χαρακτήρα της ετήσιας επανάληψης. Μιας επανάληψης που συσκοτισμένη απ’ την κυρίαρχη ιδεολογία, μοιάζει να δικαιολογεί τους πνιγμούς στο ναυάγιο του Τιτανικού ως αυτοκτονίες όσων από αδυναμία ή φόβο δεν μπόρεσαν να επιβιβαστούν στις σωσίβιες λέμβους ύστερα απ’ τη μοιραία πρόσκρουση.
Βολικό. Τα προβλήματα αποκρύπτονται ή, αν γνωστοποιούνται, παρουσιάζονται με τη λογική της περιστασιακής αβαρίας. Κι όλα αυτά όταν από καιρό είναι γνωστό ότι το πλοίο μπάζει. Μπάζει από παντού. Αντιληπτό πια στον καθένα, ακόμη και στο μη ειδικό. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής:
- η άστοχη επιλογή αρκετών θεμάτων, όπως αυτό βεβαιώνεται απ’ τις επιστημονικές και παιδαγωγικές ενστάσεις που κατά καιρούς διατυπώνονται,
- η διαφοροποίηση που παρατηρείται σε ορισμένες περιπτώσεις ανάμεσα σε βαθμολογικά κέντρα ως αποτέλεσμα των κατευθύνσεων που δίνει ο/η πρόεδρος και της χημείας που αναπτύσσεται μεταξύ των βαθμολογητών (χαρακτηριστική περίπτωση οι περσινές βαθμολογίες στο μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας στο βαθμολογικό κέντρο των Τρικάλων και οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν στους νομούς Κιλκίς, Ημαθίας και Φλώρινας),
- η λογική της αναγκαστικής διεκπεραίωσης και η συνακόλουθη προχειρότητα και βιασύνη που συχνά χαρακτηρίζουν τη διόρθωση των γραπτών κάτω απ’ την πίεση του χρόνου και της επιδιωκόμενης ποσότητας,
- η ιδεολογική λειτουργία μαθημάτων, όπως η ιστορία και η νεοελληνική γλώσσα, και οι ιδεολογικές παράμετροι που υπεισέρχονται στη βαθμολόγησή τους,
- η αξιοποίηση των εξετάσεων για την εξυπηρέτηση πολιτικών σχεδιασμών και η ρύθμιση του βαθμού δυσκολίας των θεμάτων σύμφωνα με την εκάστοτε πολιτική επιλογή (π.χ. καθιέρωση της βάσης του 10, κάλυψη των προσφερόμενων θέσεων σε επαρχιακά ΤΕΙ, δημιουργία ευνοϊκού προεκλογικού κλίματος κτλ.),
- η εμπέδωση σ’ όλη την επικράτεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κι ιδιαίτερα του λυκείου ενός εξετασιοκεντρικού πνεύματος που υποβιβάζει τη μορφωτική λειτουργία του σχολείου στα στεγανά της γνωσιοκεντρικής μάθησης και της μετωπικής διδασκαλίας και απαξιώνει την κριτική σκέψη, τη διανοητική αυτενέργεια, την ερευνητική διάθεση, τις κοινωνικές ευαισθησίες και τον πολιτικό προβληματισμό των μαθητών,
- η επίκληση στο αδιάβλητο των εξετάσεων για την ιδεολογική νομιμοποίηση της αξιοκρατίας του εκπαιδευτικού συστήματος ως μηχανισμού κοινωνικής αναπαραγωγής, με σκοπό τη συγκάλυψη των ταξικών ανισοτήτων και την εξατομίκευση της ευθύνης στην περίπτωση της αποτυχίας,
- το ψυχοκτόνο ξόδεμα της εφηβικής νιότης σε σχολικές και φροντιστηριακές αίθουσες με την ελπίδα της κοινωνικής επιτυχίας και με την προϋπόθεση της εξοντωτικής εντατικοποίησης.
Ναι λοιπόν, κορυφή του παγόβουνου. Όχι βέβαια τα 33 γραπτά. Ούτε καν όσα αναφέρω. Κορυφή του παγόβουνου το εξεταστικό σύστημα και ορατή βάση του το εκπαιδευτικό σύστημα. βαθύτερη ακόμη η κρεατομηχανή της κοινωνίας της αγοράς.