Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η κοιλιά του Εσθητού





Ραφαήλ Εσθητός, ο ήρωας. Η σκηνοθεσία του λόγου τον θέλει να στέκεται όρθιος. Στο έδρανο του κατηγορουμένου. Ενώπιόν του εικάζουμε την παρουσία ενός δικαστή. Στην προνομιακή θέση, ένα-δυο μέτρα πιο ψηλά. Υποθέτουμε ότι ο κατηγορούμενος έχει σκυμμένο το κεφάλι. Ίσως να κοιτάει αμήχανα, δεξιά και αριστερά. Δίπλα του υπάρχει ένα ποτήρι με νερό. Παίρνει βαθιά ανάσα και αρχίζει.


                                                          Η Κοιλιά, Δημήτρης Τσεκούρας, εκδ. Εξάρχεια, 2016, σελ. 94



Μαθαίνουμε ότι κάθε φορά που τον πνίγει η μοναξιά, βάζει την αγαπημένη τσάντα στην πλάτη, όπου φυλάει ένα βιβλίο και ένα φλασκί με ουίσκι. Ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος και βγαίνει. Πάντα με κατεύθυνση τον υπόγειο. Του αρέσει να ταξιδεύει με τον ηλεκτρικό. Όσο και αν τον έλκει η ιδέα να πάει και να πέσει στις ράγες του. Πάντως με το που θα επιβιβαστεί στο βαγόνι, δεν τον ενδιαφέρει ο προορισμός. Ακριβέστερα, δεν υπάρχει γι’ αυτόν κανένας προορισμός. Αφήνεται αδιάφορος στην κίνηση του ηλεκτρικού. Αντλώντας κάποια αίσθηση ανακούφισης μπροστά στους περισπασμούς και την ακινησία της ζωής του. Άλλωστε, μπορεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού να κάνει και άλλα τινά. Όπως: να παρατηρεί τους επιβάτες, να εξετάζει τους ζητιάνους, να στοχάζεται γύρω από το θείο, να στρέφει αλλού το βλέμμα, όταν πέφτει πάνω σε παλιούς γνωστούς και να εύχεται τον εκτροχιασμό του τρένου, μπας και ανατραπεί για λίγο η αφόρητη μονοτονία της καθημερινότητάς του. Και όταν πια τα έχει κάνει όλα και αρχίζει να τον πιάνει η βαρεμάρα, αποβιβάζεται από τον ηλεκτρικό, ανεβαίνει στην επιφάνεια της γης και επιστρέφει στο σπίτι του, για να σπάσει τους καθρέφτες που αντανακλούν το είδωλό του και να δολοφονήσει το πολύ έτερον ήμισύ του.
Δεν υπάρχει κάτι περίεργο σε όλα αυτά – εξόν βεβαίως από το ότι κατοικεί σε μια μεγάλη κοιλιά και ακούει φωνές που τον προειδοποιούν να προσέχει τα ρήγματα και ότι απευθύνεται σε ένα ανύπαρκτο κοινό και ότι διαολοστέλνει δυο τρεις φορές τον δικαστή του και ότι κατηγορείται για τη δολοφονία του εαυτού του και ότι δεν έχει διαπράξει βεβαίως καμία δολοφονία του εαυτού του.
Στέκομαι όμως τώρα και ξαναδιαβάζω όσα έχω γράψει – τίποτα παραπάνω από μια απλή σύνοψη του βιβλίου, ελπίζω κατατοπιστική – και μια αυξανόμενη απορία απασχολεί το μυαλό μου ως προς το αναγνωστικό ενδιαφέρον που θα μπορούσαν να εγείρουν όλα αυτά. Αφού όπως είναι ολοφάνερο το κυρίως στόρι είναι από ανύπαρκτο ως περιορισμένο, τα όποια στοιχεία πλοκής αποτελούν προϊόν μιας απλής αναδιήγησης, που τα απονευρώνει από την ζωντανή δράση, και ό,τι στο τέλος μένει είναι αυτή η αναδιήγηση με τα σπαράγματα από εικόνες, πράξεις, στιγμιότυπα και κυρίως στοχασμούς. Και αν στην περίπτωση του θεατρικού είδους, όπου και η ορατή στόχευση του Τσεκούρα, όλες αυτές οι αφηγηματικές αβαρίες μπορούν με την υποστήριξη της υποκριτικής πράξης να εξελιχτούν σε αφηγηματικές αρετές, αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσαν να πάψουν να αναγνωρίζονται ως τέτοιες στην περίπτωση μιας νουβέλας. Θέλω να πω, μπορεί το εν λόγω αφήγημα να σταθεί με αισθητικές αξιώσεις σαν αυτοδύναμο πεζογραφικό κείμενο, ανεξάρτητο από την όποια επικουρία της υποκριτικής τέχνης;
Η απάντησή μου είναι απολύτως καταφατική. Και εξηγούμαι:
Αν πράγματι η γραφή είναι πριν από όλα ζήτημα γραφής, εννοώ μορφής, η γραφή του Τσεκούρα είναι σχεδόν υποδειγματική ως προς τον αισθητικό σκοπό και τον αισθητικό ρόλο της. Κερδίζει σε αμεσότητα, σε ειλικρίνεια, σε ευθυβολία, σε ευθυκρισία και σε ειρωνεία. Αφού έχει κατιτί το προφορικό και το απροσχεδίαστο, έστω και αν βοά από κάτω η αισθητική επεξεργασία που προηγήθηκε. Μάλιστα είναι τέτοια η αποτελεσματικότητά της, ώστε ακόμη και κάποια αλλοπρόσαλλα ξεσπάσματα του αφηγητή, που φαίνεται να μένουν αναιτιολόγητα από την περιρρέουσα θερμοκρασία της απολογίας του, αντί να εκλαμβάνονται σαν αστοχίες του συγγραφέα, μπορούν κάλλιστα να ενταχθούν στο αφηγηματικό σχέδιο ως υποστηρικτικά στοιχεία στη σκιαγράφηση ενός νευρωτικού χαρακτήρα. Η αίσθηση δε αυτής της νεύρωσης επιτείνεται διαρκώς μέσα από την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στον εγκεφαλικό τρόπο εκφοράς του λόγου, που απλώνεται συνεχώς με παραγωγικούς και επαγωγικούς συλλογισμούς, μ’ έναν σχεδόν αψεγάδιαστο τρόπο, και στο παράλογο φορτίο των σκέψεων και των στοχασμών που κλείνει εντός της σαν απασφαλισμένη χειροβομβίδα.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι η διακειμενική συζήτηση που διαμείβεται πίσω και μέσα από τις γραμμές του Τσεκούρα. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε κάποιες επιμέρους σκηνές που παραπέμπουν είτε στο «Ένα Μαχαίρι» του Νίκου Καββαδία είτε στην «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων» του Ναγκίζα Όσιμα, αλλά στη συνεχή συνομιλία του συγγραφέα με την λογοτεχνική απ’ ό,τι φαίνεται οικογένειά του, δηλαδή:
- με τον Φραντς Κάφκα, ως προς το θέμα της ενοχοποιημένης συνείδησης, που στην προκειμένη όμως αυτοτροφοδοτείται σαν βαθιά εσωτερικευμένη πληγή δίχως έξωθεν υποστήριξη,
- με τον Φερνάρντο Πεσσόα (κυρίως από το Βιβλίο της Ανησυχίας) ως προς την εμμονή στο νυστέρι της λογικής που βυθίζεται οδυνηρά στο εγώ για να αφαιρέσει τις μάσκες του και να αποκαλυφθεί πόσο τρωτό είναι,
- με τον Δημήτρη Δημητριάδη ως προς τη στοχαστική διάθεση του ήρωα, τη μικροπερίοδη εκφορά της γλώσσας και την εκτεταμένη χρήση της επανάληψης ως πυροδότη του λόγου,
- με τον Ευγένιο Ιονέσκο ως προς την ανάδειξη της εγγενούς τρέλας που υποβόσκει πίσω από τις θωρακισμένες πόρτες της λογικής,
Ας σημειώσω όμως ότι παρά την πύκνωση τόσων διακειμενικών αναφορών σε ένα τόσο μικρό βιβλίο, ο συγγραφέας καταφέρνει να διατηρήσει το δικό του υφολογικό χρώμα, να κατασκευάσει τον δικό του αφηγηματικό κόσμο, να νοηματοδοτήσει τη δική του λογοτεχνική φωνή με τόσο ενδιαφέροντα και πρωτότυπο τρόπο που θα ’λεγες ότι δεν χρωστάει σε κανέναν και πουθενά – και ας χρωστάει όπως όλοι.
Υπάρχει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον σε όλα αυτά. Λέω για τον κεντρικό πρόσωπο. Τον έναν και μοναδικό χαρακτήρα του βιβλίου. Τον μοναχικό ήρωα του Τσεκούρα. Τον Ραφαήλ Εσθητό. Που πάσχει από μανία καταδίωξης, βασανίζεται από πλήθος ψυχαναγκασμών, ακούει φωνές που τις αποδίδει στο θείο, κουβαλάει μια ενοχική συνείδηση, φέρει μια διχασμένη ταυτότητα, έχει τάσεις αυτοκτονίας και δεν μπορεί να ελέγξει και τόσο τα νεύρα του. Πολύ λίγους ήρωες μπορώ να ανακαλέσω στο μυαλό μου φιλοτεχνημένους με τόσο αντιπαθητικά χαρακτηριστικά. Ακόμη λιγότερους ανάμεσά τους που δεν μπαίνουν στον κόπο να γίνουν ούτε μια στιγμή συμπαθείς στον αναγνώστη. Και, τελικά, ελάχιστους από τους αυτούς που με κέρδισαν από την αρχή μέχρι το τέλος. Και όμως ο Εσθητός με κέρδισε. Σχεδόν ταυτίστηκα μαζί του. Είναι πλέον κομμάτι μου. Είναι μέρος μας. Μιλάει εξ ονόματός μας.

Πράγμα που εγώ το λέω σπάνια συγγραφική αρετή. 

Για ένα διαζύγιο που εκκρεμεί...


                                                                                                                                             Στην Ελένη Π.
Ως δήλωση αρχών. 
Σέβομαι τους ανιδιοτελώς θρησκευόμενους, ή για να είμαι ακριβέστερος την μεταφυσική πληγή απ' όπου γεννιέται η ανάγκη για τη θρησκεία, κρίνω όμως μεταφυσικά αδιέξοδη και κοινωνικά βλαβερή την έκφραση αυτής της ανάγκης.

Στο προκείμενο. 
Αντλώ από κάτι βυζαντινούς ύμνους και από τις πασχαλιές του επιτάφιου τις ομορφότερες αναμνήσεις της ζωής μου. Ομοίως αλιεύω από τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη της χουντοποιημένης εκκλησιαστικής μεταπολίτευσης τους πιο οδυνηρούς ραβδισμούς για τις κοπάνες μου από το κατηχητικό. Γνωρίζω ιερείς που γιορτάζουνε την 21η Απρίλη και κλείνουν συνωμοτικά το δεξί τους μάτι στον νεοναζισμό και άλλους που έσπευσαν στην κρίση με τους πρόσφυγες να προσφέρουν ακόμη και το σπίτι τους σαν προσωρινό κατάλυμα. Έχω συναντήσει ιερείς που με το που ανοίγουν το στόμα τους ευφραίνεται η καρδιά μου και άλλους που με κάνουν να ντρέπομαι για το ανθρώπινο είδος. Και βεβαίως θυμάμαι τον παπά-αντάρτη από το βιβλίο του Μίσσιου να βασανίζεται πιο σκληρά από όλους τους συντρόφους του στο ξερονήσι και άλλους να αναρριχώνται στην εκκλησία εξαργυρώντας το φιλοχουντικό παρελθόν τους.

Στο πιο προκείμενο. 
Υπάρχουν ποικίλες εκφάνσεις του ορθόδοξου φαινομένου. Θετικές ή αρνητικές. Τιμητικές ή προσβλητικές. Μπορεί ο καθένας, ανάλογα με τις αναφορές του, να αλιεύει είτε από τη μια δεξαμενή είτε από την άλλη. Που σημαίνει ότι δια της επαγωγής εδώ δεν βγαίνει άκρη. Και όλη η σχετική συζήτηση κινδυνεύει να λοξοδρομήσει σε ατέλειωτα κατεβατά από μαρτύρια ή αίσχη. Αλλά μια τέτοια προσέγγιση πέρα από το ότι δεν οδηγεί πουθενά απειλεί να δυναμιτίσει με νέους ταλιμπανισμούς το ήδη ταραγμένο ιδεολογικό κλίμα. 

Η θέση. 
Έξω από φανατισμούς και ιδεοληψίες πρέπει να ξαναπιάσουμε από την αρχή το θέμα που αφήσαμε στη μέση πριν από δύο αιώνες. Λέω για το αστικό αίτημα του διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας ως βασικής προϋπόθεσης για την ακηδεμόνευτη λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και των κρατικών θεσμών της. Κι ίσως, λέω ίσως, η εξέλιξη της κουβέντας να επαναφέρει στα πνευματικά πράγματα του τόπου εκείνον τον ισχνό διαφωτισμό μας, που τόσο γρήγορα σκοτείνιασε κάτω από την επιβολή της τότε ιδεολογικής αντίδρασης.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Το χέρι που σημαδεύει


Η ιδεολογική συγκρότηση της αμερικάνικης εικόνας για τον ρόλο της αστυνομίας έχει στο ένα άκρο "Τα σταφύλια της οργής" του Στάινμπεργκ και στο άλλο τις χολιγουντιανές παραγωγές τύπου Ρόμποκοπ. Και αν κάτι βεβαιώνει το ξεθώριασμα της πρώτης εικόνας και η ολοκληρωτική επικράτηση της δεύτερης είναι ότι μέσα από μια συστηματική και οργανωμένη πλύση εγκεφάλου, η ταξικά και κοινωνικά προσδιορισμένη λειτουργία της αστυνομίας έδωσε σιγά σιγά τη θέση της στην αντίληψη του μεμονωμένου οργάνου της τάξης, που με αυταπάρνηση και προσωπικό κίνδυνο υπηρετεί το κοινό καλό και τα βάζει με όλους ανεξαρτήτως τους κακούς.



Στις δεκαετίες που μεσολάβησαν από το ένα άκρο στο άλλο, ο αμερικάνικος καπιταλισμός κατάφερε να βγει πιο δυνατός από την κρίση, σωρεύοντας τον πλούτο στα χέρια των λίγων και τις ψευδαισθήσεις της ευμάρειας στα μυαλά των πολλών. Η οργάνωση ενός πανίσχυρου αστυνομοκρατούμενου κράτους με εκτεταμένους τιμωρητικούς μηχανισμούς αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους αυτής της εξέλιξης, που ως προς την εξασφάλιση της δημόσιας τάξης όχι μόνο δεν βοήθησε στον έλεγχο της εγκληματικότητας αλλά δημιούργησε τις συνθήκες για την ανάπτυξη ενός κοινωνικού εμφυλίου χαμηλής κλίμακας, που συνεχίζει ασταμάτητα να μαίνεται στα γκέτο και στους δρόμους της αμερικανικής κοινωνίας, με την αστυνομία να χαϊδεύει ή να σκοτώνει κατά ταξική και κοινωνική και ιδεολογική επιλογή.
Το πρόσφατο περιστατικό στη Σάρλοτ εντάσσεται σε αυτό κλίμα. Το υψωμένο χέρι της συμπαθούς κατά τα άλλα αστυνομικίνας που με χαρακτηριστική ευκολία σημάδεψε και σκότωσε τον άοπλο αφροαμερικανό ήταν οπλισμένο από αυτήν ακριβώς την εικόνα – που για άλλη μια φορά θα απενοχοποιηθεί μέσα από μια πειθαρχική, ποινική και ψυχιατρική διαδικασία εξατομίκευσης της ευθύνης. Ώστε να κατευναστούν οι κοινωνικές αντιδράσεις και να συνεχίσουν τα όργανα της τάξης ακηλίδωτα το έργο τους. Μέχρι την επόμενη δολοφονία.

ARTINEWS.GR

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Το πλάνο


Από τη μια άκρη μέχρι την άλλη εκτείνεται ασοβάτιστος τοίχος. Φαίνονται τα τούβλα του, σταυροειδώς τοποθετημένα. Δίχως ζωνάρια, παράθυρα ή πόρτες. Όπως καλύπτει όλη την πίσω επιφάνεια θα μπορούσε κανείς να πει ότι μοιάζει με θεατρικό σκηνικό ή σαν την αυλαία της σκηνής, που ανοίγει και κλείνει την παράσταση.


Μονόπρακτο στην προκειμένη, για έναν και μόνο ρόλο. Που έχει μόλις τελειώσει και η αυλαία έχει πέσει. Ο πρωταγωνιστής στέκεται μπροστά στο κοινό. Είναι ανυπόδητος, με τα πόδια μισάνοιχτα, τα χέρια σε στάση προσοχής και ετοιμάζεται για την υπόκλιση του αποχαιρετισμού. Σηκώνει λίγο τα μάτια, δεν υπάρχει κανένας θεατής. Υποκρίνεται τον αδιάφορο αλλά από μέσα τον τρώει το παράπονο. Είναι ώρα να φορέσει τα παπούτσια του για να κατέβει. Δίχως ούτε ένα χειροκρότημα.
«Κοίτα το πουλάκι» ακούει μια φωνή να εκβιάζει το χαμόγελό του. Στρέφει το βλέμμα δίχως να χαμογελάσει. Είναι ακριβώς η στιγμή που ο χρόνος παγώνει για πάντα την εικόνα του με το απορημένο βλέμμα, την υποψία πείσματος και τις ντεμοντέ άσπρες καλτσούλες μπροστά σε έναν ασοβάτιστο τοίχο, δίπλα στα αφόρετα παπούτσια, μια φθινοπωρινή ή ανοιξιάτικη μέρα με λιακάδα.
Αλλά έτσι όπως κάθεται μετά από σαράντα τέσσερα χρόνια και παρατηρεί τη φωτογραφία που του τράβηξε η μάνα του όταν ήτανε μωρό παιδί διακρίνει για πρώτη φορά μια εξόφθαλμη σκηνική αβλεψία που τόσο καιρό την προσπερνούσε σαν μην υπήρχε. Πρόκειται για τα φθαρμένα παπούτσια που είναι αφημένα στην άκρη του σκηνικού και δείχνουν πολύ μεγάλα για να φορεθούν από τον ίδιο – σε αυτά τα δύο μόλις χρόνια της ανάπτυξής του. Ένα αίσθημα αισιοδοξίας τον κυριεύει για την εξέλιξη του ρόλου του: υπάρχει εδώ μια προσήμανση συνέχειας, ότι δηλαδή κάποιο δραματικό απρόοπτο θα συμβεί από στιγμή σε στιγμή, για να δώσει εκ νέου ώθηση στην πλοκή και να τον κρατήσει για αρκετό ακόμη χρόνο πάνω στη σκηνή.
Αντιλαμβάνεται βέβαια ότι σε μια άλλη ανάγνωση θα μπορούσαν τα παπούτσια αυτά να εκληφθούν σαν συμβολισμός απουσίας: η ύπαρξη που κυριαρχεί στο κέντρο του πλάνου με τη μορφή του ήρωα και η απουσία της που ελλοχεύει σαν διαρκής απειλή στην άκρη της εικόνας με την μορφή των αφόρετων υποδημάτων. Υπάρχει άλλωστε και η τραχιά επιφάνεια του ασοβάτιστου τοίχου  που μαζί με τη σταυροειδή διάταξη των τούβλων και την εντύπωση της κατεβασμένης αυλαίας λειτουργεί υποστηρικτικά σε ένα τέτοιο ερμηνευτικό σχήμα.

Το σκέφτεται καλύτερα. Πράγματι, θα μπορούσαν. Αφού ως γνωστόν όλα είναι αφήγηση και η ιστορία κάθε αφήγησης εξαρτάται από τον αφηγητή και δευτερευόντως από τον υποψιασμένο αναγνώστη. Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα τότε μια τέτοια αφήγηση δεν θα είχε καμία σχέση με την αληθινή ιστορία που αφηγείται τούτη η φωτογραφία. Θα ήταν βέβαια η αφήγηση μιας άλλης ιστορίας αλλά όχι η αφήγηση της δικής του ιστορίας με τη φωτογραφία που του έβγαλε η μάνα του για να τον θυμούνται, όταν δυο χρονών παιδί κόντεψε να πεθάνει από πνευμονία.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Η "γενοκτονία" των ειδών


Στην περίπτωσή μου ήταν αρκετή μία και μόνη φωτογραφία ανάμεσα σε δεκάδες άλλες τουριστικής επιδειξιομανίας:  το τρισευτυχισμένο ζεύγος  αγκαλιασμένο μπροστά στην είσοδο της Monsanto



Λέω για τον γεωπόνο ενός γειτονικού χωριού που για δεκαετίες είχε το σχεδόν μονοπώλιο στην προώθηση σπόρων και φυτοφαρμάκων σε ολόκληρη την περιοχή. Το τι είναι, το τι εκπροσωπεί και το τι επιδιώκει η Monsanto το ήξερα από διαβάσματα και ντοκιμαντέρ αλλά την τέτοιου είδους διεισδυτικότητα, ώστε να φτάνει η χάρη της ακόμη και σε ένα κουτσοχώρι  της Πέλλας την αγνοούσα ή ακριβέστερα δεν ήθελα να τη συνειδητοποιήσω. Δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι οι ντομάτες από τον λαχανόκηπο της μάνας μου μπορεί να ήταν απαλλαγμένες από λιπάσματα και φυτοφάρμακα αλλά έφεραν εντός του γενετικού τους υλικού το στοιχείο της ποιοτικής αλλοίωσης και υποβάθμισης.
Από τότε συλλέγω γηγενείς σπόρους που κοντεύουν να εξαφανιστούν – και πιστέψτε με, είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη και δύσκολη διαδικασία.  Την εκλαμβάνω ως μια ατομική στάση αντίδρασης στην υποκατάσταση των φυσικών μηχανισμών αναπαραγωγής της ζωής με υβρίδια που  υπηρετούν τη λογική αφενός της παγκόσμιας ομογενοποίησης και αφετέρου της εμπορικής εκμετάλλευσης των φυτικών και ζωικών ειδών.  Δεύτερη χρονιά φέτος που καλλιεργώ για ιδιωτική χρήση καρπούζι και πεπόνι «γηγενούς» προέλευσης, με σπόρο που εξασφάλισα από το Άγιο Όρος. Οι ποικιλίες αυτές είναι εμπορικά καταδικασμένες καθότι λεπτόφλουδες και ο καρπός τους δεν θα άντεχε  πάνω από δύο με τρεις μέρες στα σούπερ μάρκετ. Από γευστική όμως άποψη η υπεροχή τους σε σύγκριση με το καλύτερο υβρίδιο της αγοράς είναι κάτι παραπάνω από αδιαμφισβήτητη.

Αυτό που περιγράφω εδώ είναι μια ατομική στάση, που δεν υπέχει τίποτα παραπάνω από τον χαρακτήρα μιας ιδιωτικής άμυνας και δεν παράγει τίποτα παραπάνω από προσωπικό όφελος. Υπάρχουν βέβαια και άλλες πιο οργανωμένες μορφές αντίδρασης, όπως η περίπτωση του ΠΕΛΙΤΙ. Ό,τι όμως βλέπω είναι να σιγούν χρόνο με τον χρόνο οι φωνές κριτικής και να εξασθενούν χρόνο με τον χρόνο οι εστίες αντίδρασης μπροστά σε ένα πανίσχυρο μπλοκ δυνάμεων, που συμπεριλαμβάνει την εταιρία, τον παραγωγό, τον έμπορο και τον καταναλωτή. Εδώ, πράγματι, η οικονομική βάση του συμφέροντος φαίνεται να προσδιορίζει το εποικοδόμημα των συνειδήσεων, μορφώνοντας αντιλήψεις, κατευθύνοντας έρευνες και δικαιώνοντας εντέλει μια διαδικασία γενετικής χειραγώγησης των φυτικών και ζωικών ειδών με ό,τι αυτό σημαίνει για τις γεύσεις, την υγεία και τη φύση.
ARTINEWS.GR 

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Τα ανοιχτά μάτια της ποίησης


Τα γυάλινα μάτια των ψαριών, Ειρήνη Παραδεισανού,
εκδ. Βακχικόν, 2016, σελ. 56

Δεύτερη ποιητική συλλογή, στον ίδιο δρόμο που άνοιξε η «Ρητορική Ένδεια», αλλά με σιγουρότερα βήματα, διαυγέστερες εικόνες, στερεότερες μεταφορές, εν ολίγοις με κατακτημένα πλέον τα εκφραστικά μέσα, που επεξεργάζονται ή για να το πω καλύτερα αισθητοποιούν αισθητικά την ίδια πάνω κάτω θεματολογία   –  τη θέση, τον ρόλο, τις άμυνες του εγώ σε έναν αφιλόξενο κοινωνικό χώρο. Τούτος ο χώρος σκιαγραφείται σχεδόν εφιαλτικός από ποίημα σε ποίημα μέσα από οπτικοακουστικές εικόνες ψαρίσιων ματιών που φοριούνται από τον ανθρώπινο περίγυρο ή ασάλευτων μορφών που περιφέρουν τη δίψα τους σαν τα πεινασμένα σκυλιά ή «άσπρων νοσοκομειακών κραυγών» που αναπαράγονται από τηλεοράσεως ή κούφιων δοντιών που ντύνονται «το πατσουλί της πουτανιάς» και «ανασαίνουν πάνω σου τη σήψη».
«Ήταν στιγμές
που περπατούσα ανάποδα στην όψη μου.
Χέρια χαράζαν το δέρμα από μέσα.
Νύχια γαμψά
απ’ τη λαχτάρα μου να δω».
Το ποιητικό υποκείμενο της Παραδεισανού αποκαλύπτεται από τους εναρκτήριους ακόμη στίχους της συλλογής έγκλειστο μιας έξωθεν και έσωθεν πολιορκίας. Το βίωμα της εξωτερικής εχθρότητας και της εσωτερικής αλλοτρίωσης είναι τόσο ολοκληρωτικό, που το εγώ βιώνει το εγώ του σαν κάτι όχι μόνο ευάλωτο αλλά και ξένο. Δεν υπάρχει εδώ η (ψευδ)αίσθηση ενός αναπαλλοτρίωτου εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου, απ’ όπου θα μπορούσε το ποιητικό υποκείμενο να σημάνει την αντίστασή του με τη μορφή μιας καταφυγής προς τα έσω, όπως για παράδειγμα η αυτογνωσία των αρχαίων, ή μιας καταφυγής προς τα έξω, όπως για παράδειγμα η έννοια του ταξιδιού στη λογοτεχνία του δρόμου. Το αίσθημα του αδιεξόδου που αποπνέει αυτή η αίσθηση δίνει στην ποίηση της Παραδεισανού μια ένσαρκη απόγνωση καρυωτακικής έντασης:
«Είμαι το κύμα που ναυάγησε στην απόκρνημνη γη
Κι ασθμαίνει τη στεγνή υγρή σταγόνα να φυλάξει

Κι είναι η σταγόνα το δάκρυ
Στο χείλι του αδέσποτου παιδιού
Που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου»
Αν μέσα σε όλη αυτή τη σκοτεινιά υπάρχει κάτι που φαντάζει φωτεινό είναι μερικά πρόσωπα, κάποιες μνήμες, ορισμένοι μύθοι και πριν απ’ όλα τα ποιήματα. Εδώ βρίσκεται το οχυρό της άμυνας απ’ όπου οργανώνει άλλοτε με αυτοσαρκαστικούς, άλλοτε με απελπισμένους και άλλοτε με ειρωνικούς τόνους τις αντιστάσεις της η Παραδεισανού, χωρίς όμως να τρέφει την ελπίδα κάποιας σωτηρίας: οι μνήμες είναι χαμένες, τα πρόσωπα απωλεσμένα ή ηττημένα, οι μύθοι «παραμύθια πεθαμένα», τα δε ποιήματα υπόκεινται στην ιδιοτελή πρόθεση του δημιουργού.

Ό,τι μένει απ’ όλα αυτά είναι μια αυξανόμενη απορία και μια εντεινόμενη αγωνία, που πυκνώνει το υπαρξιακό δράμα του σύγχρονου ανθρώπου, όταν αναγνωρίζει πόσο εξόριστος, τρωτός και εγκαταλελειμμένος είναι στο σύγχρονο κοινωνικό περιβάλλον. Η ποιητική έκφραση αυτού του κλίματος δεν φέρει τίποτα το ψεύτικο ή το υπερβολικό, γιατί δεν προέρχεται από απλωτές στην επιφάνεια αλλά από βουτιές της ποιήτριας στον πιο λασπερό βυθό. Όταν μάλιστα το ποιητικό υποκείμενο αίρεται πάνω από το εγώ ή το εμείς, για να γίνει ένα αυτό που διαλέγεται με τους αρχαίους μύθους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του «Πενθέα», τότε ο ποιητικός λόγος νομίζω ότι φτάνει στις πιο αισθητικά άρτιες στιγμές του.
ARTINEWS.GR

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Ο αυτοβιογραφούμενος συγγραφέας



«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμία πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι της ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων».



Σε όλο το σώμα ενός βιβλίου δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο αμήχανο μέρος από το αυτοβιογραφικό σημείωμα που γράφει ο συγγραφέας αυτοπαρουσιαζόμενος στο αναγνωστικό κοινό του. Το οπισθόφυλλο με την περίληψη ή το χαρακτηριστικό απόσπασμα έχει το νόημα μιας πρώτης ενημέρωσης για το κυρίως κείμενο και μύησης του υποψήφιου αναγνώστη στο κλίμα της γραφής. Οι πληροφορίες της έκδοσης που κατά κανόνα παρατίθενται στην τέταρτη σελίδα και ολοκληρώνονται με τα πρόσθετα τεχνικά στοιχεία της προτελευταίας σελίδας έχουν τη λειτουργικότητά τους ως προς την τοποθέτηση του έργου στον χρόνο, τον εμπορικό προσδιορισμό των πνευματικών δικαιωμάτων και την αναφορά στα πρόσωπα που συνέβαλαν στις επιμέρους φάσεις της έκδοσης.
Τα αυτοβιογραφικά όμως κείμενα που απαντώνται στο «αυτί» του εξώφυλλου δεν υπηρετούν καμιά ουσιαστική ανάγκη σε σχέση με το ίδιο το βιβλίο. Φαίνεται να έλκουν την καταγωγή τους από μια ξεπερασμένη θεωρητική αντίληψη που λέει ότι η κατανόηση του κειμένου δεν έχει στο επίκεντρο το κείμενο αλλά τον δημιουργό του, ενίοτε δε και την εποχή του, η δε κριτική/φιλολογική επεξεργασία του νοήματος προϋποθέτει μια επαρκή ποσότητα από σχετικές πληροφορίες. Όλες αυτές οι δεκαετίες των θεωρητικών ερευνών και όλα αυτά τα άλματα που στο μεταξύ σημειώθηκαν από τον δομισμό, τον μετα-δομισμό, τη θεωρία της αποδόμησης, τη θεωρίας της πρόσληψης κτλ. δεν στάθηκαν απ’ ό,τι φαίνεται ικανά να υποβαθμίσουν τον ρόλο που το συγγραφικό εγώ επιμένει να διεκδικεί στην παραγωγή του νοήματος και να στρέψουν ολοκληρωτικά το αναγνωστικό ενδιαφέρον στο κυρίως σώμα του κειμένου.
«Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες. Εγώ δεν είμαι μέλος καμιάς Εταιρίας Λογοτεχνών και δεν πρόκειται, λόγου χάρη, να ζητήσω σύνταξη.
Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενική Ασφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου Ποιήματα 1941-1971»
Από την άλλη, ορισμένα από τα σημειώματα αυτά είναι άκρως αποκαλυπτικά για τον δημιουργό τους – και μάλιστα όχι από την άποψη των ίδιων των πληροφοριών που περιέχουν. Υπάρχουν σημειώματα που προδίδουν την ανασφάλεια του συγγραφέα, που αποκαλύπτουν την αλαζονεία του, που φανερώνουν το άγχος της αναγνώρισής του. Υπάρχουν σημειώματα που προσπαθούν να δελεάσουν τον αναγνώστη, που λειτουργούν σαν διαφημιστικά μηνύματα, που υπηρετούν την ανάγκη αυτοδικαίωσης. Υπάρχουν σημειώματα που δείχνουν την αδυναμία του συγγραφέα να συμφιλιωθεί με τον χρόνο ή ακόμη και με τον γενέθλιο τόπο, την ανάγκη να βεβαιώσει την κοινωνική του θέση, την προσπάθεια να αποδείξει την πνευματική του υπεροχή.

Στον αντίποδα όλων αυτών, στέκεται το γνωστό αυτοβιογραφικό σημείωμα του Άρη Αλεξάνδρου, απ’ όπου και τα αποσπάσματα που παραθέτω (Η Εξέγερση της Κροστάνδης, εκδ. Πανοπτικόν, 2015). Που δεν κομπάζει, δεν ξιπάζεται, δεν διαφημίζει, δεν εντυπωσιοθηρεί, αλλά διεκπεραιώνει την πληροφοριακή του λειτουργία αναδεικνυόμενο σε προγραμματικό κείμενο (αισθητικών-ιδεολογικών) αρχών, που αφενός οργανώνει μια σχέση ειλικρίνειας στην επικοινωνία του δημιουργού με το κοινό και αφετέρου εξασφαλίζει την δική του αισθητική αυτοτέλεια. Ως τέτοιο θεωρώ ότι είναι αφεαυτού δικαιωμένο όσον αφορά τη θέση και τον ρόλο του στο βιβλίο και, κατά τη γνώμη μου, ορίζει ένα μέτρο ήθους ως προς τη σχέση του συγγραφέα με τον εαυτό του, με τη γραφή του και με τον αναγνώστη του.
ARTINEWS.GR

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Η ταπετσαρία της μοναξιάς

Ιορδάνης Κουμασίδης.  Δώδεκα γραμματόσημα στον τοίχο, σελ. 96

Βασικός χαρακτήρας  της νουβέλας ο υπογράφων τις επιστολές σαν «Εγώ», για να μην ξεχνάει , όπως ο ίδιος ομολογεί, πως είναι αυτός. Ο ποιος, δηλαδή; Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, μέσης ηλικίας, με αρκετά πνευματικά και δη λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, μέχρι πρότινος διήγε φιλήσυχο βίο, τελεί πλέον φυλακισμένος για έγκλημα στα κρατητήρια της Μαρτινίκα. Η οποία Μαρτινίκα, τυχαίνει υπερπόντιο νησί, με ενεργό ηφαίστειο και μαύρη άμμο, εντάσσεται δε στην επικράτεια της Γαλλίας σαν μια από τις τελευταίες αποικιακές κτήσεις της και φιλοξενεί ένα υποδειγματικό από την άποψη των μέτρων ασφαλείας σωφρονιστικό κατάστημα.
Δώδεκα οι επιστολές που συντάσσει ο «Εγώ» στη διάρκεια ενός έτους. Μία κάθε μήνα, από Απρίλη μέχρι Μάρτη, δεδομένων των περιορισμών που επιβάλλει η διεύθυνση της φυλακής, για να κάνει ακολούθως τα γραμματόσημά τους ταπετσαρία στον τοίχο. Ροζαλί Μεντώ το δεύτερο πρόσωπο της επικοινωνίας. Που δεν υπάρχει με την ιδιότητα της αποστολέα, αφού οι επιστολές της παραλείπονται, αλλά μόνο της παραλήπτριας, και αυτό σημαίνει πως οτιδήποτε σχετικό με τη Ροζαλί το υποθέτουμε πάλι από τα λεγόμενα του «Εγώ». Είναι λοιπόν νέα, ζει στο Παρίσι, σπουδάζει σε μια σχολή, φλερτάρει στις διακοπές της, της αρέσει ένα πράσινο φόρεμα και δείχνει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον, που φτάνει μέχρι την περιφέρεια της ερωτικής έλξης, για το συντάκτη των επιστολών.
Εκ πρώτης όψεως ο αφηγητής δείχνει την πρόθεσή του να οριοθετήσει το σύμπαν του στην επικράτεια της γραφής. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να το αντιληφθούμε, αν λάβουμε υπόψη ότι οι βασικές παράμετροι  αυτού του σύμπαντος υπακούουν στη ρυθμιστική επίδραση του λόγου: η αφήγηση υλοποιείται δια των επιστολών, τα πρόσωπα υφίστανται ως ρόλοι μιας επικοινωνιακής πράξης, όταν παύει αυτή η πράξη τα πρόσωπα χάνονται μαζί με τους ρόλους που υπηρετούν. Το ωραίο όμως εδώ είναι πως ο Κουμασίδης απλώνει το θέμα και τον προβληματισμό του έξω από τον μεταμοντέρνο αυτισμό της γραφής, φέρνοντας στο κεντρικό προσκήνιο της αφήγησης  βαθύτερα υπαρξιακά ζητήματα.
Αν εξαιρέσουμε λοιπόν τις σκηνοθετικές οδηγίες της αρχής και του τέλους, και μια σύντομη επιστολή από τρίτο πρόσωπο, που έρχεται να καλύψει τη σιωπή του «Εγώ» και να δώσει  λύση στην πλοκή, το αφήγημα συνίσταται από τις δώδεκα επιστολές που απευθύνονται στη Ροζαλί Μεντώ. Και ενώ η παρουσία του άλλου γίνεται ευθύς εξαρχής ορατή από τα εξωτερικά γνωρίσματα της επιστολικής επικοινωνίας, τον κουβεντιαστό τόνο και την εκτεταμένη χρήση του α΄ και β΄ προσώπου ό,τι ορίζει το κλίμα της γραφής είναι το αίσθημα της ανυπόφορης μοναξιάς. Η εντύπωσή της δημιουργείται αφενός από την ίδια τη φύση του επιστολικού μυθιστορήματος που καταυγάζοντας την ανάγκη και την πράξη της επικοινωνίας υποβάλλει σε αντίστιξη την αίσθηση της έλλειψής της και ίσως της δυσκολίας ή της αδυναμίας της, και αφετέρου από κάποια πρόσθετα γνωρίσματα μορφής και περιεχομένου. Αναφέρομαι στον μονοφωνικό χαρακτήρα της αφήγησης, που αποδίδει κατά αποκλειστικότητα τον λόγο του εγκλείστου και μόνο διαμεσολαβημένα, δηλαδή υπό μορφή σχολίων, τις εννοούμενες απαντητικές επιστολές της Μεντώ, και κυρίως αναφέρομαι στις υλικές συνθήκες της φυλάκισης και της λογοκρισίας κάτω από τις οποίες εκφέρεται  ο λόγος του αποστολέα.
Το βασικό λοιπόν γνώρισμα που φέρει αυτός ο λόγος είναι η δραματική ένταση, που παρουσιάζει μια ισορροπημένη κλιμάκωση από επιστολή σε επιστολή. Υπάρχει ένα φορτίο απελπισίας που διαρκώς αυξάνεται συμπεριλαμβάνοντας στο αρχικό θέμα της φυλάκισης, την υπαρξιακή αγωνία, την ερωτική ανάγκη, τη σύγχυση της προσωπικής ταυτότητας κτλ. κτλ., αλλά σε κάθε περίπτωση και με τη βοήθεια του αφαιρετικού ύφους, της λελογισμένης χρήσης του επιθέτου και της αποφυγής των μελοδραματικών τόνων δεν υπερβάλλει στην οδύνη του και δεν κραυγάζει στην έκφρασή του, ώστε να εκβιάσει τη συγκίνηση της παραλήπτριας και κατ’ επέκταση του αναγνώστη. Ο ήρωας του Κουμασίδη θα είχε κάθε λόγο να μυξοκλαίει για την κατάστασή του, αλλά προτιμάει να την αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια. Σε ό,τι γράφει υπάρχει μια στοχαστική διάθεση, άλλοτε φιλοσοφημένη, άλλοτε παιγνιώδης και κάποιες φορές ελαφρά (αυτό)ειρωνική, που εμπλουτίζεται ή ακριβέστερα ανακουφίζεται από την έντεχνη χρήση ποιητικών τόνων στο βαθμό και με τον τρόπο που πρέπει, έτσι που να αποκτά ο φυλακισμένος συντάκτης των επιστολών τα πνευματικά και εκφραστικά μέσα προκειμένου να αρθεί πάνω από τους περιορισμούς του εγκλεισμού του και να απολαύσει ένα είδος πνευματικής ελευθερίας που ακόμη και όσοι είναι έξω από τα σίδερα της φυλακής θα ζήλευαν.
Σε όλα αυτά όμως υπάρχει και η αίσθηση ενός ανολοκλήρωτου βήματος, μιας αφηγηματικής πρόθεσης που έμεινε κάπου στη μέση. Λέω για τον ίδιο τον εγκλεισμό, που παρά τα αντικειμενικά δεδομένα που τον καθιστούν στα μάτια του αναγνώστη απολύτως ρεαλιστικό, την ίδια στιγμή περιβάλλεται από τον συγγραφέα με ένα ημιτελές πέπλο αλληγορίας, δεδομένου ότι υλοποιείται σε έναν απροσδιόριστο χρόνο σε ένα απομονωμένο νησί μιας από τις τελευταίες αποικίες της Γαλλίας, που τελεί κάτω από τον έλεγχο του Υπουργείου Αποικιών και Υπερποντίων Διαμερισμάτων και δεν έχει άλλους κρατουμένους ή καμία σχεδόν επικοινωνία – πλην των επιστολών – με τον έξω κόσμο. Και ενώ θα περιμέναμε τούτη η ηθελημένη απροσδιοριστία να υποστηριχτεί πιο ενεργητικά, ώστε να συμπεριλάβει ο εγκλεισμός του ήρωα στα σίδερα της φυλακής τους πολύμορφους (αυτό)εγκλεισμούς του σύγχρονου ανθρώπου έξω από τα σίδερα της φυλακής, γειώνεται απότομα στις τελευταίες σελίδες, όπου ξαναγίνεται ένας απλός εγκλεισμός σε μια ορισμένη φυλακή. Αλλά έτσι τα στοιχεία της αλληγορίας που επισήμανα παραπάνω μένουν εκκρεμή, ανολοκλήρωτα και, τελικά, φαίνονται να καταλήγουν περιττά.
Τούτη όμως η αδυναμία δεν είναι αρκετή για να αναιρέσει τη συνολική εικόνα. Λέω για την εικόνα μιας νουβέλας που από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα καταφέρνει να κερδίσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον χάρη στη στοχαστική απλότητα που αποπνέει η γραφή της, στην οριακή υπαρξιακή δοκιμασία στην οποία υποβάλλει τον ήρωά της και στην δικαίωση της επικοινωνίας και της γραφής σαν κορυφαίες ανθρώπινες χειρονομίες για τη διαχείριση αυτών των δοκιμασιών.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Αντί βιογραφικού II

"Γεώργιος Βοντίτσος, ή αλλιώς Γούσιας. Τσαγκάρης στο επάγγελμα, οργανώνεται στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ) το ’31 με δραστηριότητα στα Γιάννενα, στην Καλαμάτα και στον Πειραιά. συλλαμβάνεται τον Μάρτιο του ’37 και φυλακίζεται στην Ακροναυπλία, για να πάρει μέρος στην κινηματογραφική απόδραση των 57 φυματικών από το Σωτηρία. μπαίνει στον παράνομο μηχανισμό του Κ.Κ.Ε. αναλαμβάνοντας καθοδηγητής των προαστίων Αθηνών και μετά καπετάνιος Β΄ ταξιαρχίας του εφεδρικού ΕΛΑΣ. τον Ιούλιο του ’46 ορίζεται γραμματέας του γραφείου περιοχής Στερεάς Ελλάδας του ΚΚΕ, ακολούθως αναλαμβάνει την ηγεσία των αντάρτικων σωμάτων Ρούμελης και ύστερα από την αποχώρηση του Βαφειάδη τοποθετείται στην αρχηγία όλου του Δημοκρατικού Στρατού με τον βαθμό του αρχιστράτηγου. τα πρώτα χρόνια μετά την ήττα και την εξορία συνεχίζει να κατέχει υψηλόβαθμες θέσεις στην ηγεσία του κόμματος και να είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, για να περιπέσει, τελικά, σε δυσμένεια μετά την αποκαθήλωση του Ζαχαριάδη το ’56, στην οποία αποκαθήλωση παρεμπιπτόντως οφείλεται σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του (Οι αιτίες για τις ήττες, τη διάσπαση του ΚΚΕ και της ελληνικής αριστεράς, ο.π.) ο βασικός λόγος για την κακοδαιμονία του κομουνιστικού κόμματος και τη σταθερή από κει και πέρα αποδυνάμωσή του.  


Αν πιστέψουμε όσα γράφει, πρέπει να παραδεχτούμε ότι όποιο πολιτικό ή στρατιωτικό πόστο και αν ανέλαβε κατόρθωσε να το λαμπρύνει με θριαμβευτικά αποτελέσματα, ενώ για όλες τις αποτυχίες, όπως αυτή στο Καρπενήσι, στην Άμφισσα, στη Φλώρινα, στην Έδεσσα κτλ. κτλ., ευθύνονταν πάντα οι άλλοι, δηλαδή το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού όσο καιρό το διοικούσε ο Βαφειάδης, ή κάποιοι από τους αξιωματικούς που είχε ο ίδιος υπό τις διαταγές του και είτε ήταν ανίκανοι είτε πράκτορες του εχθρού είτε κατατρύχονταν από τα σύνδρομα του φρανξιονισμού, του οπορτουνισμού ή του κουτσομπολιού, όπως συχνά πυκνά σημείωνε σε φιλικές επιστολές, σε επίσημες εκθέσεις προς το Γενικό Αρχηγείο και στα απομνημονεύματα που άφησε πίσω του προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Σύμφωνα με περιγραφές ήταν κοντόχοντρος, κοκκινοτρίχης, με λεπτό μουστάκι και διατηρούσε μια ιδιαίτερη έφεση προς τις καλύτερες μερίδες του συσσιτίου που μοιραζόταν στους πολεμιστές του, μια έντονη τάση να πανικοβάλλεται στις πιο κρίσιμες στιγμές της μάχης και μια  ισχυρή κλίση προς τις πιο όμορφες αντάρτισσες, ακόμη και αν ήταν λογοδοσμένες με πρωτοκλασάτους συναγωνιστές του. Λέγεται, επίσης, ότι ήταν σκληροτράχηλος, ριψοκίνδυνος και αφοσιωμένος, αλλά του χρεώνεται μέρος της ευθύνης για την ήττα, επισημαίνεται από πολλές πλευρές ο ρόλος του στην εκτέλεση του Γιαννούλη και του Γεωργιάδη, έστω και αν στο βιβλίο του προσφεύγει στη  γνωστή τακτική του ούτε-είδα-ούτε-ξέρω, και βεβαίως διατυπώνονται αρκετές επιφυλάξεις για τη γνωστή υπόθεση με τη μεταφορά εφεδρειών από τα χωριά των Αγράφων και της Ρούμελης προς στη  Μακεδονία, που οδήγησε κατά την περιγραφή του Ανταίου τα παιδιά να πέφτουνε σαν νούφαρα στη λίμνη Κάρλα, έστω και αν ορισμένοι με πρώτο ανάμεσά τους τον ίδιο τον Γούσια δεν φαίνεται να τρέφουν καμία αμφιβολία για το παράτολμο αυτό εγχείρημα, αφού, η άποψη που κυριάρχησε από τη ζαχαριαδική πλευρά τα πρώτα χρόνια μετά τον εμφύλιο και συνεχίζει να αναπαράγεται ακόμη και σήμερα από οικεία έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, είναι ότι δεν υπάρχει στην παγκόσμια ιστορία κανένα ανάλογο κατόρθωμα πλην της επικής πορείας του Μάο".

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Αντί βιογραφικού I

"...Αλλά από μέσα του έβραζε. Του ’βγαινε το Πουλιοπουλαίικο από την πλευρά όχι του πατέρα αλλά του μπάρμπα του. Του μπάρμπα του Παντελή του Πουλιόπουλου,  που απ’ όπου και να τον έπιανες ένα επιφώνημα έκπληξης αν ήξερες. Ότι οργάνωσε τα σοβιέτ των φαντάρων στη Μικρασία και από θαύμα γλίτωσε την εκτέλεση για εσχάτη προδοσία, ότι για ένα ολόκληρο πεντάωρο ξεδίπλωσε τη ρητορική του ευφράδεια μπροστά στους δικαστές δίχως καθόλου να σκιαχτεί κατηγορούμενος για το μακεδονικό, ότι τα ’βαλε με την κομματική αρτηριοσκλήρωση και την πολιτική αμάθεια που πιο νωρίς απ’ όλους είδε να κυριαρχεί στην ηγεσία της κομουνιστικής πρωτοπορίας, ότι έκανε φυλακισμένος στην Ακροναυπλία και άφησε αναξιοποίητη την μία και μόνη ευκαιρία που είχε να δραπετεύσει γιατί δεν ήθελε να υποστεί τις συνέπειες ο συνοδός του φύλακας και ότι έμεινε πιστός στο επαναστατικό του καθήκον μέχρι την ύστατη στιγμή της ζωής του μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα όταν πήρε τον λόγο και ζήτησε από τους Ιταλούς φαντάρους να επιδείξουν διεθνιστική αλληλεγγύη κατεβάζοντας τα όπλα, για να του σφραγίσει μια και καλή το στόμα με το πιστόλι του ο αξιωματικός τους προκειμένου να συνεχιστεί κα για τους υπόλοιπους εκατόν τρεις η διαδικασία της εκτέλεσης.




Αυτός λοιπόν ήταν ο μπάρμπας του ο Παντελής, που συν τοις άλλοις στα σαράντα τρία μόλις χρόνια του πρόλαβε ανάμεσα στα κυνηγητά, στους πολέμους, στις φυλακίσεις και στις αρρώστιες, να σπουδάσει νομική, να εντρυφήσει στη μαρξιστική φιλοσοφία και πολιτική, να μάθει δέκα ξένες γλώσσες, να οργανώσει σαν δικηγόρος ομάδα νομικής βοήθειας προς τους εργαζομένους, να διατελέσει πρόεδρος του πολυπληθούς συλλόγου βετεράνων πολέμου και πρώτος βεβαίως γραμματέας του ΚΚΕ, να συγκροτήσει την αριστερή θεωρητική και κομματική αντιπολίτευση στον αρχόμενο σταλινισμό, να οργανώσει την τροτσκιστική ομάδα Σπάρτακος, να μεταφράσει Μαρξ, Κάουτσκι, Τρότσκι και Μπουχάριν και να συγγράψει διάφορα βιβλία που ακόμη και σήμερα μνημονεύονται ως προς την εμβριθή ανάλυση της μεταξικής δικτατορίας και του ελληνικού καπιταλισμού..." 

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Άρμη


Εσύ θα με ρωτούσες: «Γιατί φύγανε, μπαμπά;»
Εγώ θα σου απαντούσα: «Κάτσε να σου πω ένα παραμύ­θι, για να καταλάβεις γιατί φύγανε».
Εσύ θα απορούσες: «Και το παραμύθι του ύπνου τι είναι, ρε μπαμπά; Δεν είναι παραμύθι;»
Εγώ θα σου εξηγούσα: «Παραμύθι είναι κι αυτό. Σήμε­ρα όμως θα σου πω ένα από τα άλλα, από τα κανονικά παραμύθια, που ξέρω ότι σ’ αρέσουνε πολύ. Από αυτά που σου λέει κι η μαμά σου για τα παλιά τα χρόνια, τους καλούς πρίγκιπες και τα κακά τέρατα, κείνα τα ξωτικά».



Στα παλιά τα χρόνια, σαν διψούσανε οι άνθρωποι, ανοίγανε πηγάδια. Πιάνανε τους κασμάδες και τα φτυάρια, σκάβανε λακκούβες, στο μισό μέτρο βρίσκανε νερό, στα πέντε μέτρα στέρνευε μέχρι απάνω η τρύπα. Γάργαρο νεράκι, ξεδίψασμα για την ανάγκη τους, δροσιά για την ψυχή τους. Μετά όμως ήρθαν ξερικοί καιροί, στεγνώσανε τα ποτάμια, τραβήχτηκαν οι λίμνες και ξεραθήκαν τα πηγάδια. Φέρνανε γεωτρύπανα να ξεσκίσουνε τα εσώτερα της γης, έσκαβε το ατσάλι μέσα στο κατάξερο χώμα, έβρισκε πέτρα κι έπεφτε πάνω σε βράχια, μούγκριζε η μηχανή τα σιωπηλά μουγκρίσματα της γης που της ανοίγανε τις σάρκες, της μπήγανε βαθιά το σωλήνα στα ογδόντα και στα εκατό και στα εκατόν πενήντα και στα διακόσια δέκα μέτρα βάθος, αλλά και πάλι ίσα με ένα βιαστικό ξεδίψασμα το νερό που βρίσκανε, κι αυτό υφάλμυρο. Όσο που να πιουν, ξαναδιψούσαν. Ευχαρίστηση δεν είχαν.
Κι έτσι όμως αλμυρό που το ’βρισκαν, νεράκι ήταν, το ζητούσε ο οργανισμός τους. Αφού τους έκανε η φύση τέτοιους που χωρίς νερό δεν ζούσαν. Και πίνανε και πίνανε το υφάλμυρο νερό, χρόνια πολλά, από παιδιά ακόμη, κι ύστερα που μεγαλώνανε. Με τον καιρό έμαθαν στη γεύση του, συνήθισαν στην αλμύρα του κι άρχισε να τους αρέσει. Αλατίστηκε το αίμα τους και πότισε με άρμη όλα τα όργανά τους, αλμύρισαν τα νεφρά τους, αλμύρισε το συκώτι τους, αλμύρισε το έντερό τους, αλμύρισε η σπλήνα τους, αλμύρισε κι η καρδιά τους. Μες στην άρμη γεννιούνταν, πολλαπλασιάζονταν και πέθαιναν όλα τα κύτταρά τους. Λες και το ’χανε πια γραμμένο στον γενετικό τους κώδικα και πήγαινε η αλμύρα απ’ τους γονείς στα παιδιά και απ’ τα παιδιά στα δικά τους παιδιά. Αλμύρισε το γένος των ανθρώπων, κακό μεγάλο που μας βρήκε.
Κι έτσι, οι από μέσα γλυκολίμνες τους, που παλιά κελάρυζαν καθάριο, δροσάτο νερό, γινήκαν πικρολίμνες, που βούρκωναν δυο μέτρα πάτος μες στο αλάτι, κι άλλο δεν μπορούσαν πια να ζήσουν τα κανονικά ψάρια που ζούσανε παλιά εκεί, μόνο κάτι τέρατα μεγάλα κολυμπούσαν, όπως αυτό που λένε ότι ζει κρυμμένο στο Λοχ Νες, και κάτι άλλα πιο μικρά, πώς είναι αυτά που έχει στη Δρακόλιμνη ψηλά πάνω στα Ζαγόρια και μ’ είχε ανεβάσει ο μπαμπάς μου μια φορά μικρό παιδί και τα κοιτούσα και παραξενευόμουνα και φοβόμουνα έτσι περίεργα και άσχημα που ήταν.
Αλλάξανε για τα καλά οι άνθρωποι. Και απ’ έξω και από μέσα. Σαν τις σαρδέλες, όταν τις παστώνουν με χοντρό αλάτι και τις κλείνουν σε κονσέρβες. Παστωμένη σε κονσέρβες η ζωή τους, συντηρημένη μούμια η ψυχή τους, φορεμένη πανοπλία το σώμα τους, κολλημένη μάσκα το πρόσωπό τους και δυο γυάλινοι σβόλοι στερεωμένοι στα μάτια τους. Αλλιώς κοιτούσαν, αλλιώς καταλάβαιναν, αλλιώς επιθυμούσαν κι αλλιώς έκαναν. Όλα αλλιώς. Ό,τι ήταν απ’ τον γλυκόνερο παλιό εαυτό τους, το σιχαίνονταν και το μισούσαν. Κατά βάθος ίσως και να το φοβούνταν. Και στ’ αλήθεια το φοβούνταν. Γιατί είχανε πια τους λόγους τους να το φοβούνται.
Φοβούνταν τη δροσιά του καλοκαιρι­νού πρωινού, τη συννεφιά της φθινοπωρινής μέρας, τη βροχή της ανοιξιάτικης μπόρας, το χιόνι της χειμωνιάτικης νύχτας, γιατί είχαν μέσα τους μεγάλη ανησυχία μην τύχει και ξαλμυρίσει από το γλυκόνερο το σώμα και η ψυχή τους κι αρχίσουνε μετά και λιώνουν οι σαπισμένες σάρκες και πέφτουν κάτω τα ξεραμένα μέλη και βρομάνε από πάνω ως κάτω θανατίλα, και τα λόγια και τα χαμόγελα και τα κοιτάγματά τους.
Τον καθαρό ουρανό μόνο θέλανε. Τις ανέφε­λες μέρες και τις αστρόφεγγες νύχτες. Ας κρατούσανε για πάντα. Αλλά για πάντα πάντα. Καλοκαίρι και χειμώνα και φθινόπωρο και άνοιξη και μέρα νύχτα και κάθε μέρα και όλες τις ώρες και λεπτό το λεπτό. Στο κάτω κάτω, τι τα χρειάζονταν άλλο τα βρόχινα γλυκόνερα; Αφού καθόλου ανάγκη δεν τα είχαν. Τους φτάνανε και τους παραφτάνανε όσα πικρόνερα αφαλάτωναν από τις αλυκές στις θάλασσές τους, κι ας ήξεραν ότι εκεί κοντά ήταν που ξέχυναν μαζεμένοι όλοι οι υπόνομοι τα απόνερα της ζωής τους. Κάτι σιχαμένα λύματα από τις τουαλέτες και από τα μαγαζιά και από τα εργοστάσιά τους, σκέτη γλίτσα δηλαδή, δηλητήριο κανονικό, να πας κοντά και να μυρίσεις δεν μπορούσες, να πιεις το σιχαινόσουν. Αλλά αυτοί το έπιναν με ευχαρίστηση και με λαχτάρα, έτσι που είχαν συνηθίσει. Πρώτα βέβαια το εμφιάλωναν, να βλέπουν πως είναι καθαρό και να ησυχάζουν.
Και το έβαλαν γινάτι να τα ξεράνουν όλα τα άλλα τα γλυκόνερα, σταγόνα να μη μείνει. Μια και καλή να ξεμπερδέψουν. Με τα εγγειοβελτιωτικά πήραν να στραγγίζουν τα επιφανειακά και με τις γεωτρήσεις να ρουφούν τα υπόγεια ύδατα, με τα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τα σύννεφα και με τα αέρια να φτιάχνουν θερμοκήπια, να ανεβάζουν τις θερμοκρασίες και να λιώνουν τους πάγους. Οπότε άρχισε να μικραίνει η μία λίμνη και να ξεραίνεται εντελώς η άλλη, να ρηχαίνει ο ένας ποταμός και να στερεύει εντελώς ο άλλος.
Αλλά ό,τι κι αν έκαναν, μεγάλη προκοπή δεν είχαν. Γιατί συνέχιζε ο ουρανός να κουβαλάει σύννεφα, να ρίχνει κιόλας αραιά και πού από καμιά μικρή ψιχάλα. Με το που έβλεπαν τα σύννεφα και βρέχονταν απ’ τις ψιχάλες, τους έπιανε μεγάλη στενοχώρια. Στη γη τα είχαν βολέψει μια χαρά, στον ουρανό όμως τα βρήκαν σκούρα. Κατάστεγνο τον θέλανε, υγρός και βροχερός ακόμη ήταν. Κάτι έπρεπε να κάνουν.
Στην αρχή είπαν να αλλάξουν κόσμο. Ψάξανε λοιπόν στο διάστημα να βρούνε άλλον κόσμο. Στείλανε πρώτα διαστημόπλοια με κάτι αστροναύτες, κοιτάξανε εδώ, κοιτάξανε εκεί και τίποτα δε βρήκαν.
Μετά είπαν να φτιάξουν στη Σελήνη κάτι τεράστιους θόλους, να κουβαλήσουν μέσα ανθρώπους, να τους χτίσουν πολυκατοικίες για να κοιμούνται, να τους κάνουν εργοστάσια για να δουλεύουν, να τους στείλουν ποδοσφαιριστές για να ξεχνιούνται, να τους βάλουν αεροτουρμπίνες για να αναπνέουν, video-wall με πρωτόγονες εικόνες από βροχές, και δάση και ηλιοβασιλέματα στη γη, για να μαθαίνουν ιστορία, βαλσαμωμένα πουλιά στους δρόμους και αγάλματα με ζώα στις πλατείες, για να τρομάζουνε με το πώς ήταν παλιά η ζωή και να χαίρονται με το πώς είναι τώρα. Ωραίο όμως να το λες και δύσκολο να το κάνεις. Κόστος κατασκευής και τεχνικός εξοπλισμός και έξοδα συντήρησης και διαφήμισης και μεταφοράς και λαδώματα και οι πολιτικοί να ζητάνε όλο μίζες και οι οικολόγοι συνέχεια να γκρινιάζουν και, και, και… ένα μπάχαλο. Συμφέρει; Τζίφος. Καθόλου δε συμφέρει.
Στο τέλος σκέφτηκαν τι τους θέλουμε τους άλλους κόσμους στους ξένους πλανήτες, ας κάτσουμε εδώ να φτιάξουμε καινούριους μέσα στον δικό μας. Κι ούτε έξοδα ούτε μετακινήσεις ούτε ανακατωσούρες. Ενώσανε λοιπόν καλώδια, υψώσανε κεραίες, τοποθετήσανε πομπούς, χρησιμοποίησαν ηλεκτρομαγνητικά κύματα και κατασκεύασαν τηλεοπτικές πραγματικότητες και εικονικές αλήθειες και ηλεκτρονικούς κυβερνοχώρους. Ο ψεύτικος αληθινός τους κόσμος. Ο δικός τους αποδώ και πέρα κόσμος, ο ψεύτικος και αληθινός που ζούσαν.
Πρώτα από τις οθόνες των τηλεοράσεων κι ύστερα από τις οθόνες των υπολογιστών. Κάθε σπίτι και ένας, δύο, τρεις και τέσσερις και πέντε, παρακαλώ, τέτοιους ψεύτικους αληθινούς κόσμους. Μια ολόκληρη καινούρια οικουμένη, με τους μισούς ανθρώπους της κλεισμένους πίσω απ’ τις οθόνες και με τους άλλους μισούς να στέκονται θαμπωμένοι από μπροστά. Οι πιο τυχεροί μάλιστα μοιράστηκαν στα δύο. Πότε αποδώ και πότε αποκεί, ή αλλιώς ο μισός εαυτός μέσα στην οθόνη κι ο άλλος μισός απ’ έξω.
Επιτέλους βρήκαν την ησυχία τους. Ξένοιασαν για τα καλά με τα σύννεφα και με τις βροχές και με τις πλημμύρες και με τα ξαλμυρίσματα. Τι άλλο θα μπορούσαν να περιμένουν από τη ζωή τους; Ό,τι ήθελαν θα το είχαν αποδώ και πέρα. Ό,τι ονειρεύονταν θα το ζούσαν αποδώ και πέρα. Έφτασε λοιπόν στο τέλος της η ιστορία των ονείρων και των προσπαθειών τους κι αποδώ και πέρα θα άρχιζε ο επίγειος παράδεισός τους. Με ένα κλικ και να που ανοίγει η μαγική πύλη. Μια νέα ζωή απλώνεται μπροστά σου, όπου οι έρωτες, οι πόλεμοι, οι φιλίες, η πολιτική, ο πόνος και η χαρά θα υπάρχουν πρώτα ως θέαμα κι ύστερα θα υπάρχουν, αν υπάρχουν, και ως έτοιμο σενάριο για να το ζήσουν όλοι.
Αλλά δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα. Γιατί νέα προβλήματα εμφανίστηκαν, πιο σοβαρά ακόμα. Με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να φωτίζουν μέρα νύχτα μέσα στο σπίτι τους, με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να ακτινοβολούν μέρα νύχτα μπροστά στα μάτια τους, άρχισε να σιγοψήνεται το αλάτι που είχαν πασαλειμμένο πάνω τους, να πετσώνει για τα καλά στο κρέας, να πιάνει ένα στρώμα κρούστας, να λεπιάζει η κρούστα και να γεμίζει το δέρμα τους με λέπια. Από πάνω ως κάτω λέπια. Λες κι ήταν ψάρια.
Στην αρχή τρόμαξαν με τον καινούριο εαυτό τους, αλλά όσο περνούσε ο καιρός, άρχισαν να συνηθίζουν. Δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Ο νόμος της φυσικής εξέλιξης. Το λέει και η βιολογία. Αλλάζουν οι συνθήκες; Αλλάζουν και τα είδη. Αλλιώς εξαφανίζονται. Έπρεπε λοιπόν και οι άνθρωποι να αλλάξουν, για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Γιατί στο μεταξύ λιώσανε οι πάγοι και φούσκωσαν οι θάλασσες. Κοντεύανε πια να πνιγούν μες στα αλμυρά νερά τους. Και να που βρήκαν έναν τρόπο να γλιτώσουν.
Πνίγονται στις φουσκονεριές τα ψάρια; Σιγά να μην πνίγονται. Ε, ούτε κι οι άνθρωποι θα πνίγονται. Ο κύκλος της δημιουργίας: από το νερό βγήκαν, στο νερό ξαναγυρνούσαν να γλιτώσουν. Ένας κύκλος είναι η ζωή, σου το λέω να το ξέρεις. Πας, πας, και πάλι πίσω ξαναγυρνάς. Αλλά ήταν σίγουρο ότι και αυτοί θα ξαναγυρνούσαν; Ναι, έτσι πίστευαν, ότι θα ξαναγυρνούσαν κι ότι θα γλίτωναν. Τι τα είχαν πάνω τους τα λέπια; Για μόστρα;
Αλλά πάλι… να σου το πω αλλιώς για να καταλάβεις. Πιάνεις με πετονιά μια σαρδέλα, βγάζεις όλα τα εντόσθιά της, την πασαλείβεις με χοντρό αλάτι και την κλείνεις στην κονσέρβα, για να την έχεις μεζεδάκι το χειμώνα που θα κάθεσαι με τους φίλους σου να πίνεις τσίπουρα και ούζα. Κι όμως, άνθρωπος είσαι, σε πιάνει στα καλά καθούμενα το πονετικό σου εκεί που πίνεις χειμώνα καιρό με τους φίλους σου τρίτο καραφάκι τα τσίπουρα και τα ούζα και το λυπάσαι το ζωντανό έτσι ψόφιο στην κονσέρβα που το βλέπεις μες στα χοντρά αλάτια και λες κρίμα είναι το καημένο, ας το ξαναρίξω στο νερό για να χαρεί τα νιάτα του, να βρει το ταίρι του, να μη στενοχωριέται κι η καημένη η ψαρομάνα του. Και το παίρνεις από την κονσέρβα, το περνάς ένα χέρι καθάρισμα να φύγουν τα χοντρά αλάτια και το ξαναρίχνεις μέσα στη λεκάνη στο νερό να κολυμπήσει. Θα κολυμπήσει; Όχι, πες μου εσύ, τι πιστεύεις; Θα κολυμπήσει;
Έτσι κι αυτοί. Παστωμένοι με τα αλάτια στις κονσέρβες τους, λεπιασμένοι με τα αλάτια στη ζωή τους, ψάχνανε τρόπο να κολυμπήσουν στα θαλασσόνερα, που όλο φούσκωναν και σηκώνονταν γύρω από τις στεριές τους. Βρήκανε τελικά τον τρόπο; Να σου πω τώρα ότι τον βρήκανε; Ψέματα δε θέλω να σου λέω. Όσο και να το παλεύανε να κολυμπήσουν, στο ανάσκελο μόνο και στο ακούνητο όλο μένανε.
Και μετά… Άσ’ το καλύτερα… Γιατί… γιατί μετά… γιατί μετά ξυπνήσανε απότομα, για να ζήσουν το δικό τους παραμύθι του ύπνου. Κι ήταν εφιάλτης. Χειρότερος κι από τα χειρότερα όνειρά τους. Τουλάχιστον όμως ξυπνήσανε. Να κάνουν τους υπολογισμούς τους και να δουν τη ζημιά και το χρεωστικό τους. Τι είχανε δηλαδή και τι χάσανε.
Έτσι. Τι είχανε και τι χάσανε.

Και να σου πω τώρα ότι ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα;

Όχι, όχι, ψέματα δε θέλω να σου λέω.

Το παραμύθι του ύπνου, Μεταίχμιο 2008, σελ. 185-195

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Κόκκοι σκόνης


"Γιατί όσο και αν στριμώχνομαι στους τέσσερις τοίχους του νοσοκομειακού μου θαλάμου, με το που ακουμπάω τα δάχτυλα πάνω στο πληκτρολόγιο του φορητού βλέπω την οικουμένη μου να διαστέλλεται και αισθάνομαι το κορμί μου να σφύζει από ζωντάνια. Σηκώνομαι τότε από το κρεβάτι, πετάγομαι μέχρι τη βιβλιοθήκη Αλεξάνδρειας, κάνω μια γύρα μέχρι τα ακρότατα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εφορμώ στην κεντρική πύλη της πολιορκημένης Τριπολιτσάς, φορτώνομαι τα εκρηκτικά για την ανατίναξη του Γοργοπόταμου, μεταφέρομαι σιδηροδέσμιος από ασφαλίτες για ανάκριση στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, κολυμπάω αμέριμνος και κάνω απλωτές και μακροβούτια στην αποξηραμένη Κάρλα, βγαίνω μια βόλτα στις αθηναϊκές πλατείες με τους αγανακτισμένους, και όταν αρχίζω να κουράζομαι επιστρέφω αμέσως στο κρεβάτι για έναν γρήγορο και απονήρευτο υπνάκο.
Και καθόλου μα καθόλου δεν ζηλεύω τα ταξίδια, τις διασκεδάσεις, τις περιπέτειες ή τις συναναστροφές των άλλων, αφού στις πιο ανύποπτες στιγμές βρίσκω τον εαυτό μου σε εξωτικά μέρη με τις πιο όμορφες γυναίκες του κόσμου ή σε αιματηρές μονομαχίες με τους πιο γενναίους ήρωες της ιστορίας ή σε συζητήσεις με τα πιο επιφανή πνεύματα της ανθρωπότητας, να ερωτεύομαι, να τρέχω, να σφαγιάζομαι και να φιλοσοφώ ακατάσχετα, πάντα κολλημένος και ακίνητος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου".