Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Η "γενοκτονία" των ειδών


Στην περίπτωσή μου ήταν αρκετή μία και μόνη φωτογραφία ανάμεσα σε δεκάδες άλλες τουριστικής επιδειξιομανίας:  το τρισευτυχισμένο ζεύγος  αγκαλιασμένο μπροστά στην είσοδο της Monsanto



Λέω για τον γεωπόνο ενός γειτονικού χωριού που για δεκαετίες είχε το σχεδόν μονοπώλιο στην προώθηση σπόρων και φυτοφαρμάκων σε ολόκληρη την περιοχή. Το τι είναι, το τι εκπροσωπεί και το τι επιδιώκει η Monsanto το ήξερα από διαβάσματα και ντοκιμαντέρ αλλά την τέτοιου είδους διεισδυτικότητα, ώστε να φτάνει η χάρη της ακόμη και σε ένα κουτσοχώρι  της Πέλλας την αγνοούσα ή ακριβέστερα δεν ήθελα να τη συνειδητοποιήσω. Δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι οι ντομάτες από τον λαχανόκηπο της μάνας μου μπορεί να ήταν απαλλαγμένες από λιπάσματα και φυτοφάρμακα αλλά έφεραν εντός του γενετικού τους υλικού το στοιχείο της ποιοτικής αλλοίωσης και υποβάθμισης.
Από τότε συλλέγω γηγενείς σπόρους που κοντεύουν να εξαφανιστούν – και πιστέψτε με, είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη και δύσκολη διαδικασία.  Την εκλαμβάνω ως μια ατομική στάση αντίδρασης στην υποκατάσταση των φυσικών μηχανισμών αναπαραγωγής της ζωής με υβρίδια που  υπηρετούν τη λογική αφενός της παγκόσμιας ομογενοποίησης και αφετέρου της εμπορικής εκμετάλλευσης των φυτικών και ζωικών ειδών.  Δεύτερη χρονιά φέτος που καλλιεργώ για ιδιωτική χρήση καρπούζι και πεπόνι «γηγενούς» προέλευσης, με σπόρο που εξασφάλισα από το Άγιο Όρος. Οι ποικιλίες αυτές είναι εμπορικά καταδικασμένες καθότι λεπτόφλουδες και ο καρπός τους δεν θα άντεχε  πάνω από δύο με τρεις μέρες στα σούπερ μάρκετ. Από γευστική όμως άποψη η υπεροχή τους σε σύγκριση με το καλύτερο υβρίδιο της αγοράς είναι κάτι παραπάνω από αδιαμφισβήτητη.

Αυτό που περιγράφω εδώ είναι μια ατομική στάση, που δεν υπέχει τίποτα παραπάνω από τον χαρακτήρα μιας ιδιωτικής άμυνας και δεν παράγει τίποτα παραπάνω από προσωπικό όφελος. Υπάρχουν βέβαια και άλλες πιο οργανωμένες μορφές αντίδρασης, όπως η περίπτωση του ΠΕΛΙΤΙ. Ό,τι όμως βλέπω είναι να σιγούν χρόνο με τον χρόνο οι φωνές κριτικής και να εξασθενούν χρόνο με τον χρόνο οι εστίες αντίδρασης μπροστά σε ένα πανίσχυρο μπλοκ δυνάμεων, που συμπεριλαμβάνει την εταιρία, τον παραγωγό, τον έμπορο και τον καταναλωτή. Εδώ, πράγματι, η οικονομική βάση του συμφέροντος φαίνεται να προσδιορίζει το εποικοδόμημα των συνειδήσεων, μορφώνοντας αντιλήψεις, κατευθύνοντας έρευνες και δικαιώνοντας εντέλει μια διαδικασία γενετικής χειραγώγησης των φυτικών και ζωικών ειδών με ό,τι αυτό σημαίνει για τις γεύσεις, την υγεία και τη φύση.
ARTINEWS.GR 

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Τα ανοιχτά μάτια της ποίησης


Τα γυάλινα μάτια των ψαριών, Ειρήνη Παραδεισανού,
εκδ. Βακχικόν, 2016, σελ. 56

Δεύτερη ποιητική συλλογή, στον ίδιο δρόμο που άνοιξε η «Ρητορική Ένδεια», αλλά με σιγουρότερα βήματα, διαυγέστερες εικόνες, στερεότερες μεταφορές, εν ολίγοις με κατακτημένα πλέον τα εκφραστικά μέσα, που επεξεργάζονται ή για να το πω καλύτερα αισθητοποιούν αισθητικά την ίδια πάνω κάτω θεματολογία   –  τη θέση, τον ρόλο, τις άμυνες του εγώ σε έναν αφιλόξενο κοινωνικό χώρο. Τούτος ο χώρος σκιαγραφείται σχεδόν εφιαλτικός από ποίημα σε ποίημα μέσα από οπτικοακουστικές εικόνες ψαρίσιων ματιών που φοριούνται από τον ανθρώπινο περίγυρο ή ασάλευτων μορφών που περιφέρουν τη δίψα τους σαν τα πεινασμένα σκυλιά ή «άσπρων νοσοκομειακών κραυγών» που αναπαράγονται από τηλεοράσεως ή κούφιων δοντιών που ντύνονται «το πατσουλί της πουτανιάς» και «ανασαίνουν πάνω σου τη σήψη».
«Ήταν στιγμές
που περπατούσα ανάποδα στην όψη μου.
Χέρια χαράζαν το δέρμα από μέσα.
Νύχια γαμψά
απ’ τη λαχτάρα μου να δω».
Το ποιητικό υποκείμενο της Παραδεισανού αποκαλύπτεται από τους εναρκτήριους ακόμη στίχους της συλλογής έγκλειστο μιας έξωθεν και έσωθεν πολιορκίας. Το βίωμα της εξωτερικής εχθρότητας και της εσωτερικής αλλοτρίωσης είναι τόσο ολοκληρωτικό, που το εγώ βιώνει το εγώ του σαν κάτι όχι μόνο ευάλωτο αλλά και ξένο. Δεν υπάρχει εδώ η (ψευδ)αίσθηση ενός αναπαλλοτρίωτου εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου, απ’ όπου θα μπορούσε το ποιητικό υποκείμενο να σημάνει την αντίστασή του με τη μορφή μιας καταφυγής προς τα έσω, όπως για παράδειγμα η αυτογνωσία των αρχαίων, ή μιας καταφυγής προς τα έξω, όπως για παράδειγμα η έννοια του ταξιδιού στη λογοτεχνία του δρόμου. Το αίσθημα του αδιεξόδου που αποπνέει αυτή η αίσθηση δίνει στην ποίηση της Παραδεισανού μια ένσαρκη απόγνωση καρυωτακικής έντασης:
«Είμαι το κύμα που ναυάγησε στην απόκρνημνη γη
Κι ασθμαίνει τη στεγνή υγρή σταγόνα να φυλάξει

Κι είναι η σταγόνα το δάκρυ
Στο χείλι του αδέσποτου παιδιού
Που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου»
Αν μέσα σε όλη αυτή τη σκοτεινιά υπάρχει κάτι που φαντάζει φωτεινό είναι μερικά πρόσωπα, κάποιες μνήμες, ορισμένοι μύθοι και πριν απ’ όλα τα ποιήματα. Εδώ βρίσκεται το οχυρό της άμυνας απ’ όπου οργανώνει άλλοτε με αυτοσαρκαστικούς, άλλοτε με απελπισμένους και άλλοτε με ειρωνικούς τόνους τις αντιστάσεις της η Παραδεισανού, χωρίς όμως να τρέφει την ελπίδα κάποιας σωτηρίας: οι μνήμες είναι χαμένες, τα πρόσωπα απωλεσμένα ή ηττημένα, οι μύθοι «παραμύθια πεθαμένα», τα δε ποιήματα υπόκεινται στην ιδιοτελή πρόθεση του δημιουργού.

Ό,τι μένει απ’ όλα αυτά είναι μια αυξανόμενη απορία και μια εντεινόμενη αγωνία, που πυκνώνει το υπαρξιακό δράμα του σύγχρονου ανθρώπου, όταν αναγνωρίζει πόσο εξόριστος, τρωτός και εγκαταλελειμμένος είναι στο σύγχρονο κοινωνικό περιβάλλον. Η ποιητική έκφραση αυτού του κλίματος δεν φέρει τίποτα το ψεύτικο ή το υπερβολικό, γιατί δεν προέρχεται από απλωτές στην επιφάνεια αλλά από βουτιές της ποιήτριας στον πιο λασπερό βυθό. Όταν μάλιστα το ποιητικό υποκείμενο αίρεται πάνω από το εγώ ή το εμείς, για να γίνει ένα αυτό που διαλέγεται με τους αρχαίους μύθους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του «Πενθέα», τότε ο ποιητικός λόγος νομίζω ότι φτάνει στις πιο αισθητικά άρτιες στιγμές του.
ARTINEWS.GR

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Ο αυτοβιογραφούμενος συγγραφέας



«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμία πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι της ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων».



Σε όλο το σώμα ενός βιβλίου δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο αμήχανο μέρος από το αυτοβιογραφικό σημείωμα που γράφει ο συγγραφέας αυτοπαρουσιαζόμενος στο αναγνωστικό κοινό του. Το οπισθόφυλλο με την περίληψη ή το χαρακτηριστικό απόσπασμα έχει το νόημα μιας πρώτης ενημέρωσης για το κυρίως κείμενο και μύησης του υποψήφιου αναγνώστη στο κλίμα της γραφής. Οι πληροφορίες της έκδοσης που κατά κανόνα παρατίθενται στην τέταρτη σελίδα και ολοκληρώνονται με τα πρόσθετα τεχνικά στοιχεία της προτελευταίας σελίδας έχουν τη λειτουργικότητά τους ως προς την τοποθέτηση του έργου στον χρόνο, τον εμπορικό προσδιορισμό των πνευματικών δικαιωμάτων και την αναφορά στα πρόσωπα που συνέβαλαν στις επιμέρους φάσεις της έκδοσης.
Τα αυτοβιογραφικά όμως κείμενα που απαντώνται στο «αυτί» του εξώφυλλου δεν υπηρετούν καμιά ουσιαστική ανάγκη σε σχέση με το ίδιο το βιβλίο. Φαίνεται να έλκουν την καταγωγή τους από μια ξεπερασμένη θεωρητική αντίληψη που λέει ότι η κατανόηση του κειμένου δεν έχει στο επίκεντρο το κείμενο αλλά τον δημιουργό του, ενίοτε δε και την εποχή του, η δε κριτική/φιλολογική επεξεργασία του νοήματος προϋποθέτει μια επαρκή ποσότητα από σχετικές πληροφορίες. Όλες αυτές οι δεκαετίες των θεωρητικών ερευνών και όλα αυτά τα άλματα που στο μεταξύ σημειώθηκαν από τον δομισμό, τον μετα-δομισμό, τη θεωρία της αποδόμησης, τη θεωρίας της πρόσληψης κτλ. δεν στάθηκαν απ’ ό,τι φαίνεται ικανά να υποβαθμίσουν τον ρόλο που το συγγραφικό εγώ επιμένει να διεκδικεί στην παραγωγή του νοήματος και να στρέψουν ολοκληρωτικά το αναγνωστικό ενδιαφέρον στο κυρίως σώμα του κειμένου.
«Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες. Εγώ δεν είμαι μέλος καμιάς Εταιρίας Λογοτεχνών και δεν πρόκειται, λόγου χάρη, να ζητήσω σύνταξη.
Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενική Ασφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου Ποιήματα 1941-1971»
Από την άλλη, ορισμένα από τα σημειώματα αυτά είναι άκρως αποκαλυπτικά για τον δημιουργό τους – και μάλιστα όχι από την άποψη των ίδιων των πληροφοριών που περιέχουν. Υπάρχουν σημειώματα που προδίδουν την ανασφάλεια του συγγραφέα, που αποκαλύπτουν την αλαζονεία του, που φανερώνουν το άγχος της αναγνώρισής του. Υπάρχουν σημειώματα που προσπαθούν να δελεάσουν τον αναγνώστη, που λειτουργούν σαν διαφημιστικά μηνύματα, που υπηρετούν την ανάγκη αυτοδικαίωσης. Υπάρχουν σημειώματα που δείχνουν την αδυναμία του συγγραφέα να συμφιλιωθεί με τον χρόνο ή ακόμη και με τον γενέθλιο τόπο, την ανάγκη να βεβαιώσει την κοινωνική του θέση, την προσπάθεια να αποδείξει την πνευματική του υπεροχή.

Στον αντίποδα όλων αυτών, στέκεται το γνωστό αυτοβιογραφικό σημείωμα του Άρη Αλεξάνδρου, απ’ όπου και τα αποσπάσματα που παραθέτω (Η Εξέγερση της Κροστάνδης, εκδ. Πανοπτικόν, 2015). Που δεν κομπάζει, δεν ξιπάζεται, δεν διαφημίζει, δεν εντυπωσιοθηρεί, αλλά διεκπεραιώνει την πληροφοριακή του λειτουργία αναδεικνυόμενο σε προγραμματικό κείμενο (αισθητικών-ιδεολογικών) αρχών, που αφενός οργανώνει μια σχέση ειλικρίνειας στην επικοινωνία του δημιουργού με το κοινό και αφετέρου εξασφαλίζει την δική του αισθητική αυτοτέλεια. Ως τέτοιο θεωρώ ότι είναι αφεαυτού δικαιωμένο όσον αφορά τη θέση και τον ρόλο του στο βιβλίο και, κατά τη γνώμη μου, ορίζει ένα μέτρο ήθους ως προς τη σχέση του συγγραφέα με τον εαυτό του, με τη γραφή του και με τον αναγνώστη του.
ARTINEWS.GR

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Η ταπετσαρία της μοναξιάς

Ιορδάνης Κουμασίδης.  Δώδεκα γραμματόσημα στον τοίχο, σελ. 96

Βασικός χαρακτήρας  της νουβέλας ο υπογράφων τις επιστολές σαν «Εγώ», για να μην ξεχνάει , όπως ο ίδιος ομολογεί, πως είναι αυτός. Ο ποιος, δηλαδή; Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, μέσης ηλικίας, με αρκετά πνευματικά και δη λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, μέχρι πρότινος διήγε φιλήσυχο βίο, τελεί πλέον φυλακισμένος για έγκλημα στα κρατητήρια της Μαρτινίκα. Η οποία Μαρτινίκα, τυχαίνει υπερπόντιο νησί, με ενεργό ηφαίστειο και μαύρη άμμο, εντάσσεται δε στην επικράτεια της Γαλλίας σαν μια από τις τελευταίες αποικιακές κτήσεις της και φιλοξενεί ένα υποδειγματικό από την άποψη των μέτρων ασφαλείας σωφρονιστικό κατάστημα.
Δώδεκα οι επιστολές που συντάσσει ο «Εγώ» στη διάρκεια ενός έτους. Μία κάθε μήνα, από Απρίλη μέχρι Μάρτη, δεδομένων των περιορισμών που επιβάλλει η διεύθυνση της φυλακής, για να κάνει ακολούθως τα γραμματόσημά τους ταπετσαρία στον τοίχο. Ροζαλί Μεντώ το δεύτερο πρόσωπο της επικοινωνίας. Που δεν υπάρχει με την ιδιότητα της αποστολέα, αφού οι επιστολές της παραλείπονται, αλλά μόνο της παραλήπτριας, και αυτό σημαίνει πως οτιδήποτε σχετικό με τη Ροζαλί το υποθέτουμε πάλι από τα λεγόμενα του «Εγώ». Είναι λοιπόν νέα, ζει στο Παρίσι, σπουδάζει σε μια σχολή, φλερτάρει στις διακοπές της, της αρέσει ένα πράσινο φόρεμα και δείχνει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον, που φτάνει μέχρι την περιφέρεια της ερωτικής έλξης, για το συντάκτη των επιστολών.
Εκ πρώτης όψεως ο αφηγητής δείχνει την πρόθεσή του να οριοθετήσει το σύμπαν του στην επικράτεια της γραφής. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να το αντιληφθούμε, αν λάβουμε υπόψη ότι οι βασικές παράμετροι  αυτού του σύμπαντος υπακούουν στη ρυθμιστική επίδραση του λόγου: η αφήγηση υλοποιείται δια των επιστολών, τα πρόσωπα υφίστανται ως ρόλοι μιας επικοινωνιακής πράξης, όταν παύει αυτή η πράξη τα πρόσωπα χάνονται μαζί με τους ρόλους που υπηρετούν. Το ωραίο όμως εδώ είναι πως ο Κουμασίδης απλώνει το θέμα και τον προβληματισμό του έξω από τον μεταμοντέρνο αυτισμό της γραφής, φέρνοντας στο κεντρικό προσκήνιο της αφήγησης  βαθύτερα υπαρξιακά ζητήματα.
Αν εξαιρέσουμε λοιπόν τις σκηνοθετικές οδηγίες της αρχής και του τέλους, και μια σύντομη επιστολή από τρίτο πρόσωπο, που έρχεται να καλύψει τη σιωπή του «Εγώ» και να δώσει  λύση στην πλοκή, το αφήγημα συνίσταται από τις δώδεκα επιστολές που απευθύνονται στη Ροζαλί Μεντώ. Και ενώ η παρουσία του άλλου γίνεται ευθύς εξαρχής ορατή από τα εξωτερικά γνωρίσματα της επιστολικής επικοινωνίας, τον κουβεντιαστό τόνο και την εκτεταμένη χρήση του α΄ και β΄ προσώπου ό,τι ορίζει το κλίμα της γραφής είναι το αίσθημα της ανυπόφορης μοναξιάς. Η εντύπωσή της δημιουργείται αφενός από την ίδια τη φύση του επιστολικού μυθιστορήματος που καταυγάζοντας την ανάγκη και την πράξη της επικοινωνίας υποβάλλει σε αντίστιξη την αίσθηση της έλλειψής της και ίσως της δυσκολίας ή της αδυναμίας της, και αφετέρου από κάποια πρόσθετα γνωρίσματα μορφής και περιεχομένου. Αναφέρομαι στον μονοφωνικό χαρακτήρα της αφήγησης, που αποδίδει κατά αποκλειστικότητα τον λόγο του εγκλείστου και μόνο διαμεσολαβημένα, δηλαδή υπό μορφή σχολίων, τις εννοούμενες απαντητικές επιστολές της Μεντώ, και κυρίως αναφέρομαι στις υλικές συνθήκες της φυλάκισης και της λογοκρισίας κάτω από τις οποίες εκφέρεται  ο λόγος του αποστολέα.
Το βασικό λοιπόν γνώρισμα που φέρει αυτός ο λόγος είναι η δραματική ένταση, που παρουσιάζει μια ισορροπημένη κλιμάκωση από επιστολή σε επιστολή. Υπάρχει ένα φορτίο απελπισίας που διαρκώς αυξάνεται συμπεριλαμβάνοντας στο αρχικό θέμα της φυλάκισης, την υπαρξιακή αγωνία, την ερωτική ανάγκη, τη σύγχυση της προσωπικής ταυτότητας κτλ. κτλ., αλλά σε κάθε περίπτωση και με τη βοήθεια του αφαιρετικού ύφους, της λελογισμένης χρήσης του επιθέτου και της αποφυγής των μελοδραματικών τόνων δεν υπερβάλλει στην οδύνη του και δεν κραυγάζει στην έκφρασή του, ώστε να εκβιάσει τη συγκίνηση της παραλήπτριας και κατ’ επέκταση του αναγνώστη. Ο ήρωας του Κουμασίδη θα είχε κάθε λόγο να μυξοκλαίει για την κατάστασή του, αλλά προτιμάει να την αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια. Σε ό,τι γράφει υπάρχει μια στοχαστική διάθεση, άλλοτε φιλοσοφημένη, άλλοτε παιγνιώδης και κάποιες φορές ελαφρά (αυτό)ειρωνική, που εμπλουτίζεται ή ακριβέστερα ανακουφίζεται από την έντεχνη χρήση ποιητικών τόνων στο βαθμό και με τον τρόπο που πρέπει, έτσι που να αποκτά ο φυλακισμένος συντάκτης των επιστολών τα πνευματικά και εκφραστικά μέσα προκειμένου να αρθεί πάνω από τους περιορισμούς του εγκλεισμού του και να απολαύσει ένα είδος πνευματικής ελευθερίας που ακόμη και όσοι είναι έξω από τα σίδερα της φυλακής θα ζήλευαν.
Σε όλα αυτά όμως υπάρχει και η αίσθηση ενός ανολοκλήρωτου βήματος, μιας αφηγηματικής πρόθεσης που έμεινε κάπου στη μέση. Λέω για τον ίδιο τον εγκλεισμό, που παρά τα αντικειμενικά δεδομένα που τον καθιστούν στα μάτια του αναγνώστη απολύτως ρεαλιστικό, την ίδια στιγμή περιβάλλεται από τον συγγραφέα με ένα ημιτελές πέπλο αλληγορίας, δεδομένου ότι υλοποιείται σε έναν απροσδιόριστο χρόνο σε ένα απομονωμένο νησί μιας από τις τελευταίες αποικίες της Γαλλίας, που τελεί κάτω από τον έλεγχο του Υπουργείου Αποικιών και Υπερποντίων Διαμερισμάτων και δεν έχει άλλους κρατουμένους ή καμία σχεδόν επικοινωνία – πλην των επιστολών – με τον έξω κόσμο. Και ενώ θα περιμέναμε τούτη η ηθελημένη απροσδιοριστία να υποστηριχτεί πιο ενεργητικά, ώστε να συμπεριλάβει ο εγκλεισμός του ήρωα στα σίδερα της φυλακής τους πολύμορφους (αυτό)εγκλεισμούς του σύγχρονου ανθρώπου έξω από τα σίδερα της φυλακής, γειώνεται απότομα στις τελευταίες σελίδες, όπου ξαναγίνεται ένας απλός εγκλεισμός σε μια ορισμένη φυλακή. Αλλά έτσι τα στοιχεία της αλληγορίας που επισήμανα παραπάνω μένουν εκκρεμή, ανολοκλήρωτα και, τελικά, φαίνονται να καταλήγουν περιττά.
Τούτη όμως η αδυναμία δεν είναι αρκετή για να αναιρέσει τη συνολική εικόνα. Λέω για την εικόνα μιας νουβέλας που από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα καταφέρνει να κερδίσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον χάρη στη στοχαστική απλότητα που αποπνέει η γραφή της, στην οριακή υπαρξιακή δοκιμασία στην οποία υποβάλλει τον ήρωά της και στην δικαίωση της επικοινωνίας και της γραφής σαν κορυφαίες ανθρώπινες χειρονομίες για τη διαχείριση αυτών των δοκιμασιών.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Αντί βιογραφικού II

"Γεώργιος Βοντίτσος, ή αλλιώς Γούσιας. Τσαγκάρης στο επάγγελμα, οργανώνεται στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ) το ’31 με δραστηριότητα στα Γιάννενα, στην Καλαμάτα και στον Πειραιά. συλλαμβάνεται τον Μάρτιο του ’37 και φυλακίζεται στην Ακροναυπλία, για να πάρει μέρος στην κινηματογραφική απόδραση των 57 φυματικών από το Σωτηρία. μπαίνει στον παράνομο μηχανισμό του Κ.Κ.Ε. αναλαμβάνοντας καθοδηγητής των προαστίων Αθηνών και μετά καπετάνιος Β΄ ταξιαρχίας του εφεδρικού ΕΛΑΣ. τον Ιούλιο του ’46 ορίζεται γραμματέας του γραφείου περιοχής Στερεάς Ελλάδας του ΚΚΕ, ακολούθως αναλαμβάνει την ηγεσία των αντάρτικων σωμάτων Ρούμελης και ύστερα από την αποχώρηση του Βαφειάδη τοποθετείται στην αρχηγία όλου του Δημοκρατικού Στρατού με τον βαθμό του αρχιστράτηγου. τα πρώτα χρόνια μετά την ήττα και την εξορία συνεχίζει να κατέχει υψηλόβαθμες θέσεις στην ηγεσία του κόμματος και να είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, για να περιπέσει, τελικά, σε δυσμένεια μετά την αποκαθήλωση του Ζαχαριάδη το ’56, στην οποία αποκαθήλωση παρεμπιπτόντως οφείλεται σύμφωνα με τα απομνημονεύματά του (Οι αιτίες για τις ήττες, τη διάσπαση του ΚΚΕ και της ελληνικής αριστεράς, ο.π.) ο βασικός λόγος για την κακοδαιμονία του κομουνιστικού κόμματος και τη σταθερή από κει και πέρα αποδυνάμωσή του.  


Αν πιστέψουμε όσα γράφει, πρέπει να παραδεχτούμε ότι όποιο πολιτικό ή στρατιωτικό πόστο και αν ανέλαβε κατόρθωσε να το λαμπρύνει με θριαμβευτικά αποτελέσματα, ενώ για όλες τις αποτυχίες, όπως αυτή στο Καρπενήσι, στην Άμφισσα, στη Φλώρινα, στην Έδεσσα κτλ. κτλ., ευθύνονταν πάντα οι άλλοι, δηλαδή το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού όσο καιρό το διοικούσε ο Βαφειάδης, ή κάποιοι από τους αξιωματικούς που είχε ο ίδιος υπό τις διαταγές του και είτε ήταν ανίκανοι είτε πράκτορες του εχθρού είτε κατατρύχονταν από τα σύνδρομα του φρανξιονισμού, του οπορτουνισμού ή του κουτσομπολιού, όπως συχνά πυκνά σημείωνε σε φιλικές επιστολές, σε επίσημες εκθέσεις προς το Γενικό Αρχηγείο και στα απομνημονεύματα που άφησε πίσω του προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Σύμφωνα με περιγραφές ήταν κοντόχοντρος, κοκκινοτρίχης, με λεπτό μουστάκι και διατηρούσε μια ιδιαίτερη έφεση προς τις καλύτερες μερίδες του συσσιτίου που μοιραζόταν στους πολεμιστές του, μια έντονη τάση να πανικοβάλλεται στις πιο κρίσιμες στιγμές της μάχης και μια  ισχυρή κλίση προς τις πιο όμορφες αντάρτισσες, ακόμη και αν ήταν λογοδοσμένες με πρωτοκλασάτους συναγωνιστές του. Λέγεται, επίσης, ότι ήταν σκληροτράχηλος, ριψοκίνδυνος και αφοσιωμένος, αλλά του χρεώνεται μέρος της ευθύνης για την ήττα, επισημαίνεται από πολλές πλευρές ο ρόλος του στην εκτέλεση του Γιαννούλη και του Γεωργιάδη, έστω και αν στο βιβλίο του προσφεύγει στη  γνωστή τακτική του ούτε-είδα-ούτε-ξέρω, και βεβαίως διατυπώνονται αρκετές επιφυλάξεις για τη γνωστή υπόθεση με τη μεταφορά εφεδρειών από τα χωριά των Αγράφων και της Ρούμελης προς στη  Μακεδονία, που οδήγησε κατά την περιγραφή του Ανταίου τα παιδιά να πέφτουνε σαν νούφαρα στη λίμνη Κάρλα, έστω και αν ορισμένοι με πρώτο ανάμεσά τους τον ίδιο τον Γούσια δεν φαίνεται να τρέφουν καμία αμφιβολία για το παράτολμο αυτό εγχείρημα, αφού, η άποψη που κυριάρχησε από τη ζαχαριαδική πλευρά τα πρώτα χρόνια μετά τον εμφύλιο και συνεχίζει να αναπαράγεται ακόμη και σήμερα από οικεία έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, είναι ότι δεν υπάρχει στην παγκόσμια ιστορία κανένα ανάλογο κατόρθωμα πλην της επικής πορείας του Μάο".

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Αντί βιογραφικού I

"...Αλλά από μέσα του έβραζε. Του ’βγαινε το Πουλιοπουλαίικο από την πλευρά όχι του πατέρα αλλά του μπάρμπα του. Του μπάρμπα του Παντελή του Πουλιόπουλου,  που απ’ όπου και να τον έπιανες ένα επιφώνημα έκπληξης αν ήξερες. Ότι οργάνωσε τα σοβιέτ των φαντάρων στη Μικρασία και από θαύμα γλίτωσε την εκτέλεση για εσχάτη προδοσία, ότι για ένα ολόκληρο πεντάωρο ξεδίπλωσε τη ρητορική του ευφράδεια μπροστά στους δικαστές δίχως καθόλου να σκιαχτεί κατηγορούμενος για το μακεδονικό, ότι τα ’βαλε με την κομματική αρτηριοσκλήρωση και την πολιτική αμάθεια που πιο νωρίς απ’ όλους είδε να κυριαρχεί στην ηγεσία της κομουνιστικής πρωτοπορίας, ότι έκανε φυλακισμένος στην Ακροναυπλία και άφησε αναξιοποίητη την μία και μόνη ευκαιρία που είχε να δραπετεύσει γιατί δεν ήθελε να υποστεί τις συνέπειες ο συνοδός του φύλακας και ότι έμεινε πιστός στο επαναστατικό του καθήκον μέχρι την ύστατη στιγμή της ζωής του μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα όταν πήρε τον λόγο και ζήτησε από τους Ιταλούς φαντάρους να επιδείξουν διεθνιστική αλληλεγγύη κατεβάζοντας τα όπλα, για να του σφραγίσει μια και καλή το στόμα με το πιστόλι του ο αξιωματικός τους προκειμένου να συνεχιστεί κα για τους υπόλοιπους εκατόν τρεις η διαδικασία της εκτέλεσης.




Αυτός λοιπόν ήταν ο μπάρμπας του ο Παντελής, που συν τοις άλλοις στα σαράντα τρία μόλις χρόνια του πρόλαβε ανάμεσα στα κυνηγητά, στους πολέμους, στις φυλακίσεις και στις αρρώστιες, να σπουδάσει νομική, να εντρυφήσει στη μαρξιστική φιλοσοφία και πολιτική, να μάθει δέκα ξένες γλώσσες, να οργανώσει σαν δικηγόρος ομάδα νομικής βοήθειας προς τους εργαζομένους, να διατελέσει πρόεδρος του πολυπληθούς συλλόγου βετεράνων πολέμου και πρώτος βεβαίως γραμματέας του ΚΚΕ, να συγκροτήσει την αριστερή θεωρητική και κομματική αντιπολίτευση στον αρχόμενο σταλινισμό, να οργανώσει την τροτσκιστική ομάδα Σπάρτακος, να μεταφράσει Μαρξ, Κάουτσκι, Τρότσκι και Μπουχάριν και να συγγράψει διάφορα βιβλία που ακόμη και σήμερα μνημονεύονται ως προς την εμβριθή ανάλυση της μεταξικής δικτατορίας και του ελληνικού καπιταλισμού..." 

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Άρμη


Εσύ θα με ρωτούσες: «Γιατί φύγανε, μπαμπά;»
Εγώ θα σου απαντούσα: «Κάτσε να σου πω ένα παραμύ­θι, για να καταλάβεις γιατί φύγανε».
Εσύ θα απορούσες: «Και το παραμύθι του ύπνου τι είναι, ρε μπαμπά; Δεν είναι παραμύθι;»
Εγώ θα σου εξηγούσα: «Παραμύθι είναι κι αυτό. Σήμε­ρα όμως θα σου πω ένα από τα άλλα, από τα κανονικά παραμύθια, που ξέρω ότι σ’ αρέσουνε πολύ. Από αυτά που σου λέει κι η μαμά σου για τα παλιά τα χρόνια, τους καλούς πρίγκιπες και τα κακά τέρατα, κείνα τα ξωτικά».



Στα παλιά τα χρόνια, σαν διψούσανε οι άνθρωποι, ανοίγανε πηγάδια. Πιάνανε τους κασμάδες και τα φτυάρια, σκάβανε λακκούβες, στο μισό μέτρο βρίσκανε νερό, στα πέντε μέτρα στέρνευε μέχρι απάνω η τρύπα. Γάργαρο νεράκι, ξεδίψασμα για την ανάγκη τους, δροσιά για την ψυχή τους. Μετά όμως ήρθαν ξερικοί καιροί, στεγνώσανε τα ποτάμια, τραβήχτηκαν οι λίμνες και ξεραθήκαν τα πηγάδια. Φέρνανε γεωτρύπανα να ξεσκίσουνε τα εσώτερα της γης, έσκαβε το ατσάλι μέσα στο κατάξερο χώμα, έβρισκε πέτρα κι έπεφτε πάνω σε βράχια, μούγκριζε η μηχανή τα σιωπηλά μουγκρίσματα της γης που της ανοίγανε τις σάρκες, της μπήγανε βαθιά το σωλήνα στα ογδόντα και στα εκατό και στα εκατόν πενήντα και στα διακόσια δέκα μέτρα βάθος, αλλά και πάλι ίσα με ένα βιαστικό ξεδίψασμα το νερό που βρίσκανε, κι αυτό υφάλμυρο. Όσο που να πιουν, ξαναδιψούσαν. Ευχαρίστηση δεν είχαν.
Κι έτσι όμως αλμυρό που το ’βρισκαν, νεράκι ήταν, το ζητούσε ο οργανισμός τους. Αφού τους έκανε η φύση τέτοιους που χωρίς νερό δεν ζούσαν. Και πίνανε και πίνανε το υφάλμυρο νερό, χρόνια πολλά, από παιδιά ακόμη, κι ύστερα που μεγαλώνανε. Με τον καιρό έμαθαν στη γεύση του, συνήθισαν στην αλμύρα του κι άρχισε να τους αρέσει. Αλατίστηκε το αίμα τους και πότισε με άρμη όλα τα όργανά τους, αλμύρισαν τα νεφρά τους, αλμύρισε το συκώτι τους, αλμύρισε το έντερό τους, αλμύρισε η σπλήνα τους, αλμύρισε κι η καρδιά τους. Μες στην άρμη γεννιούνταν, πολλαπλασιάζονταν και πέθαιναν όλα τα κύτταρά τους. Λες και το ’χανε πια γραμμένο στον γενετικό τους κώδικα και πήγαινε η αλμύρα απ’ τους γονείς στα παιδιά και απ’ τα παιδιά στα δικά τους παιδιά. Αλμύρισε το γένος των ανθρώπων, κακό μεγάλο που μας βρήκε.
Κι έτσι, οι από μέσα γλυκολίμνες τους, που παλιά κελάρυζαν καθάριο, δροσάτο νερό, γινήκαν πικρολίμνες, που βούρκωναν δυο μέτρα πάτος μες στο αλάτι, κι άλλο δεν μπορούσαν πια να ζήσουν τα κανονικά ψάρια που ζούσανε παλιά εκεί, μόνο κάτι τέρατα μεγάλα κολυμπούσαν, όπως αυτό που λένε ότι ζει κρυμμένο στο Λοχ Νες, και κάτι άλλα πιο μικρά, πώς είναι αυτά που έχει στη Δρακόλιμνη ψηλά πάνω στα Ζαγόρια και μ’ είχε ανεβάσει ο μπαμπάς μου μια φορά μικρό παιδί και τα κοιτούσα και παραξενευόμουνα και φοβόμουνα έτσι περίεργα και άσχημα που ήταν.
Αλλάξανε για τα καλά οι άνθρωποι. Και απ’ έξω και από μέσα. Σαν τις σαρδέλες, όταν τις παστώνουν με χοντρό αλάτι και τις κλείνουν σε κονσέρβες. Παστωμένη σε κονσέρβες η ζωή τους, συντηρημένη μούμια η ψυχή τους, φορεμένη πανοπλία το σώμα τους, κολλημένη μάσκα το πρόσωπό τους και δυο γυάλινοι σβόλοι στερεωμένοι στα μάτια τους. Αλλιώς κοιτούσαν, αλλιώς καταλάβαιναν, αλλιώς επιθυμούσαν κι αλλιώς έκαναν. Όλα αλλιώς. Ό,τι ήταν απ’ τον γλυκόνερο παλιό εαυτό τους, το σιχαίνονταν και το μισούσαν. Κατά βάθος ίσως και να το φοβούνταν. Και στ’ αλήθεια το φοβούνταν. Γιατί είχανε πια τους λόγους τους να το φοβούνται.
Φοβούνταν τη δροσιά του καλοκαιρι­νού πρωινού, τη συννεφιά της φθινοπωρινής μέρας, τη βροχή της ανοιξιάτικης μπόρας, το χιόνι της χειμωνιάτικης νύχτας, γιατί είχαν μέσα τους μεγάλη ανησυχία μην τύχει και ξαλμυρίσει από το γλυκόνερο το σώμα και η ψυχή τους κι αρχίσουνε μετά και λιώνουν οι σαπισμένες σάρκες και πέφτουν κάτω τα ξεραμένα μέλη και βρομάνε από πάνω ως κάτω θανατίλα, και τα λόγια και τα χαμόγελα και τα κοιτάγματά τους.
Τον καθαρό ουρανό μόνο θέλανε. Τις ανέφε­λες μέρες και τις αστρόφεγγες νύχτες. Ας κρατούσανε για πάντα. Αλλά για πάντα πάντα. Καλοκαίρι και χειμώνα και φθινόπωρο και άνοιξη και μέρα νύχτα και κάθε μέρα και όλες τις ώρες και λεπτό το λεπτό. Στο κάτω κάτω, τι τα χρειάζονταν άλλο τα βρόχινα γλυκόνερα; Αφού καθόλου ανάγκη δεν τα είχαν. Τους φτάνανε και τους παραφτάνανε όσα πικρόνερα αφαλάτωναν από τις αλυκές στις θάλασσές τους, κι ας ήξεραν ότι εκεί κοντά ήταν που ξέχυναν μαζεμένοι όλοι οι υπόνομοι τα απόνερα της ζωής τους. Κάτι σιχαμένα λύματα από τις τουαλέτες και από τα μαγαζιά και από τα εργοστάσιά τους, σκέτη γλίτσα δηλαδή, δηλητήριο κανονικό, να πας κοντά και να μυρίσεις δεν μπορούσες, να πιεις το σιχαινόσουν. Αλλά αυτοί το έπιναν με ευχαρίστηση και με λαχτάρα, έτσι που είχαν συνηθίσει. Πρώτα βέβαια το εμφιάλωναν, να βλέπουν πως είναι καθαρό και να ησυχάζουν.
Και το έβαλαν γινάτι να τα ξεράνουν όλα τα άλλα τα γλυκόνερα, σταγόνα να μη μείνει. Μια και καλή να ξεμπερδέψουν. Με τα εγγειοβελτιωτικά πήραν να στραγγίζουν τα επιφανειακά και με τις γεωτρήσεις να ρουφούν τα υπόγεια ύδατα, με τα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τα σύννεφα και με τα αέρια να φτιάχνουν θερμοκήπια, να ανεβάζουν τις θερμοκρασίες και να λιώνουν τους πάγους. Οπότε άρχισε να μικραίνει η μία λίμνη και να ξεραίνεται εντελώς η άλλη, να ρηχαίνει ο ένας ποταμός και να στερεύει εντελώς ο άλλος.
Αλλά ό,τι κι αν έκαναν, μεγάλη προκοπή δεν είχαν. Γιατί συνέχιζε ο ουρανός να κουβαλάει σύννεφα, να ρίχνει κιόλας αραιά και πού από καμιά μικρή ψιχάλα. Με το που έβλεπαν τα σύννεφα και βρέχονταν απ’ τις ψιχάλες, τους έπιανε μεγάλη στενοχώρια. Στη γη τα είχαν βολέψει μια χαρά, στον ουρανό όμως τα βρήκαν σκούρα. Κατάστεγνο τον θέλανε, υγρός και βροχερός ακόμη ήταν. Κάτι έπρεπε να κάνουν.
Στην αρχή είπαν να αλλάξουν κόσμο. Ψάξανε λοιπόν στο διάστημα να βρούνε άλλον κόσμο. Στείλανε πρώτα διαστημόπλοια με κάτι αστροναύτες, κοιτάξανε εδώ, κοιτάξανε εκεί και τίποτα δε βρήκαν.
Μετά είπαν να φτιάξουν στη Σελήνη κάτι τεράστιους θόλους, να κουβαλήσουν μέσα ανθρώπους, να τους χτίσουν πολυκατοικίες για να κοιμούνται, να τους κάνουν εργοστάσια για να δουλεύουν, να τους στείλουν ποδοσφαιριστές για να ξεχνιούνται, να τους βάλουν αεροτουρμπίνες για να αναπνέουν, video-wall με πρωτόγονες εικόνες από βροχές, και δάση και ηλιοβασιλέματα στη γη, για να μαθαίνουν ιστορία, βαλσαμωμένα πουλιά στους δρόμους και αγάλματα με ζώα στις πλατείες, για να τρομάζουνε με το πώς ήταν παλιά η ζωή και να χαίρονται με το πώς είναι τώρα. Ωραίο όμως να το λες και δύσκολο να το κάνεις. Κόστος κατασκευής και τεχνικός εξοπλισμός και έξοδα συντήρησης και διαφήμισης και μεταφοράς και λαδώματα και οι πολιτικοί να ζητάνε όλο μίζες και οι οικολόγοι συνέχεια να γκρινιάζουν και, και, και… ένα μπάχαλο. Συμφέρει; Τζίφος. Καθόλου δε συμφέρει.
Στο τέλος σκέφτηκαν τι τους θέλουμε τους άλλους κόσμους στους ξένους πλανήτες, ας κάτσουμε εδώ να φτιάξουμε καινούριους μέσα στον δικό μας. Κι ούτε έξοδα ούτε μετακινήσεις ούτε ανακατωσούρες. Ενώσανε λοιπόν καλώδια, υψώσανε κεραίες, τοποθετήσανε πομπούς, χρησιμοποίησαν ηλεκτρομαγνητικά κύματα και κατασκεύασαν τηλεοπτικές πραγματικότητες και εικονικές αλήθειες και ηλεκτρονικούς κυβερνοχώρους. Ο ψεύτικος αληθινός τους κόσμος. Ο δικός τους αποδώ και πέρα κόσμος, ο ψεύτικος και αληθινός που ζούσαν.
Πρώτα από τις οθόνες των τηλεοράσεων κι ύστερα από τις οθόνες των υπολογιστών. Κάθε σπίτι και ένας, δύο, τρεις και τέσσερις και πέντε, παρακαλώ, τέτοιους ψεύτικους αληθινούς κόσμους. Μια ολόκληρη καινούρια οικουμένη, με τους μισούς ανθρώπους της κλεισμένους πίσω απ’ τις οθόνες και με τους άλλους μισούς να στέκονται θαμπωμένοι από μπροστά. Οι πιο τυχεροί μάλιστα μοιράστηκαν στα δύο. Πότε αποδώ και πότε αποκεί, ή αλλιώς ο μισός εαυτός μέσα στην οθόνη κι ο άλλος μισός απ’ έξω.
Επιτέλους βρήκαν την ησυχία τους. Ξένοιασαν για τα καλά με τα σύννεφα και με τις βροχές και με τις πλημμύρες και με τα ξαλμυρίσματα. Τι άλλο θα μπορούσαν να περιμένουν από τη ζωή τους; Ό,τι ήθελαν θα το είχαν αποδώ και πέρα. Ό,τι ονειρεύονταν θα το ζούσαν αποδώ και πέρα. Έφτασε λοιπόν στο τέλος της η ιστορία των ονείρων και των προσπαθειών τους κι αποδώ και πέρα θα άρχιζε ο επίγειος παράδεισός τους. Με ένα κλικ και να που ανοίγει η μαγική πύλη. Μια νέα ζωή απλώνεται μπροστά σου, όπου οι έρωτες, οι πόλεμοι, οι φιλίες, η πολιτική, ο πόνος και η χαρά θα υπάρχουν πρώτα ως θέαμα κι ύστερα θα υπάρχουν, αν υπάρχουν, και ως έτοιμο σενάριο για να το ζήσουν όλοι.
Αλλά δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα. Γιατί νέα προβλήματα εμφανίστηκαν, πιο σοβαρά ακόμα. Με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να φωτίζουν μέρα νύχτα μέσα στο σπίτι τους, με πέντε και έξι ψεύτικους ουρανούς να ακτινοβολούν μέρα νύχτα μπροστά στα μάτια τους, άρχισε να σιγοψήνεται το αλάτι που είχαν πασαλειμμένο πάνω τους, να πετσώνει για τα καλά στο κρέας, να πιάνει ένα στρώμα κρούστας, να λεπιάζει η κρούστα και να γεμίζει το δέρμα τους με λέπια. Από πάνω ως κάτω λέπια. Λες κι ήταν ψάρια.
Στην αρχή τρόμαξαν με τον καινούριο εαυτό τους, αλλά όσο περνούσε ο καιρός, άρχισαν να συνηθίζουν. Δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Ο νόμος της φυσικής εξέλιξης. Το λέει και η βιολογία. Αλλάζουν οι συνθήκες; Αλλάζουν και τα είδη. Αλλιώς εξαφανίζονται. Έπρεπε λοιπόν και οι άνθρωποι να αλλάξουν, για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Γιατί στο μεταξύ λιώσανε οι πάγοι και φούσκωσαν οι θάλασσες. Κοντεύανε πια να πνιγούν μες στα αλμυρά νερά τους. Και να που βρήκαν έναν τρόπο να γλιτώσουν.
Πνίγονται στις φουσκονεριές τα ψάρια; Σιγά να μην πνίγονται. Ε, ούτε κι οι άνθρωποι θα πνίγονται. Ο κύκλος της δημιουργίας: από το νερό βγήκαν, στο νερό ξαναγυρνούσαν να γλιτώσουν. Ένας κύκλος είναι η ζωή, σου το λέω να το ξέρεις. Πας, πας, και πάλι πίσω ξαναγυρνάς. Αλλά ήταν σίγουρο ότι και αυτοί θα ξαναγυρνούσαν; Ναι, έτσι πίστευαν, ότι θα ξαναγυρνούσαν κι ότι θα γλίτωναν. Τι τα είχαν πάνω τους τα λέπια; Για μόστρα;
Αλλά πάλι… να σου το πω αλλιώς για να καταλάβεις. Πιάνεις με πετονιά μια σαρδέλα, βγάζεις όλα τα εντόσθιά της, την πασαλείβεις με χοντρό αλάτι και την κλείνεις στην κονσέρβα, για να την έχεις μεζεδάκι το χειμώνα που θα κάθεσαι με τους φίλους σου να πίνεις τσίπουρα και ούζα. Κι όμως, άνθρωπος είσαι, σε πιάνει στα καλά καθούμενα το πονετικό σου εκεί που πίνεις χειμώνα καιρό με τους φίλους σου τρίτο καραφάκι τα τσίπουρα και τα ούζα και το λυπάσαι το ζωντανό έτσι ψόφιο στην κονσέρβα που το βλέπεις μες στα χοντρά αλάτια και λες κρίμα είναι το καημένο, ας το ξαναρίξω στο νερό για να χαρεί τα νιάτα του, να βρει το ταίρι του, να μη στενοχωριέται κι η καημένη η ψαρομάνα του. Και το παίρνεις από την κονσέρβα, το περνάς ένα χέρι καθάρισμα να φύγουν τα χοντρά αλάτια και το ξαναρίχνεις μέσα στη λεκάνη στο νερό να κολυμπήσει. Θα κολυμπήσει; Όχι, πες μου εσύ, τι πιστεύεις; Θα κολυμπήσει;
Έτσι κι αυτοί. Παστωμένοι με τα αλάτια στις κονσέρβες τους, λεπιασμένοι με τα αλάτια στη ζωή τους, ψάχνανε τρόπο να κολυμπήσουν στα θαλασσόνερα, που όλο φούσκωναν και σηκώνονταν γύρω από τις στεριές τους. Βρήκανε τελικά τον τρόπο; Να σου πω τώρα ότι τον βρήκανε; Ψέματα δε θέλω να σου λέω. Όσο και να το παλεύανε να κολυμπήσουν, στο ανάσκελο μόνο και στο ακούνητο όλο μένανε.
Και μετά… Άσ’ το καλύτερα… Γιατί… γιατί μετά… γιατί μετά ξυπνήσανε απότομα, για να ζήσουν το δικό τους παραμύθι του ύπνου. Κι ήταν εφιάλτης. Χειρότερος κι από τα χειρότερα όνειρά τους. Τουλάχιστον όμως ξυπνήσανε. Να κάνουν τους υπολογισμούς τους και να δουν τη ζημιά και το χρεωστικό τους. Τι είχανε δηλαδή και τι χάσανε.
Έτσι. Τι είχανε και τι χάσανε.

Και να σου πω τώρα ότι ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα;

Όχι, όχι, ψέματα δε θέλω να σου λέω.

Το παραμύθι του ύπνου, Μεταίχμιο 2008, σελ. 185-195

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Κόκκοι σκόνης


"Γιατί όσο και αν στριμώχνομαι στους τέσσερις τοίχους του νοσοκομειακού μου θαλάμου, με το που ακουμπάω τα δάχτυλα πάνω στο πληκτρολόγιο του φορητού βλέπω την οικουμένη μου να διαστέλλεται και αισθάνομαι το κορμί μου να σφύζει από ζωντάνια. Σηκώνομαι τότε από το κρεβάτι, πετάγομαι μέχρι τη βιβλιοθήκη Αλεξάνδρειας, κάνω μια γύρα μέχρι τα ακρότατα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εφορμώ στην κεντρική πύλη της πολιορκημένης Τριπολιτσάς, φορτώνομαι τα εκρηκτικά για την ανατίναξη του Γοργοπόταμου, μεταφέρομαι σιδηροδέσμιος από ασφαλίτες για ανάκριση στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, κολυμπάω αμέριμνος και κάνω απλωτές και μακροβούτια στην αποξηραμένη Κάρλα, βγαίνω μια βόλτα στις αθηναϊκές πλατείες με τους αγανακτισμένους, και όταν αρχίζω να κουράζομαι επιστρέφω αμέσως στο κρεβάτι για έναν γρήγορο και απονήρευτο υπνάκο.
Και καθόλου μα καθόλου δεν ζηλεύω τα ταξίδια, τις διασκεδάσεις, τις περιπέτειες ή τις συναναστροφές των άλλων, αφού στις πιο ανύποπτες στιγμές βρίσκω τον εαυτό μου σε εξωτικά μέρη με τις πιο όμορφες γυναίκες του κόσμου ή σε αιματηρές μονομαχίες με τους πιο γενναίους ήρωες της ιστορίας ή σε συζητήσεις με τα πιο επιφανή πνεύματα της ανθρωπότητας, να ερωτεύομαι, να τρέχω, να σφαγιάζομαι και να φιλοσοφώ ακατάσχετα, πάντα κολλημένος και ακίνητος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου".


Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

- Pigman ή, αλλιώς, η μοναξιά του σχοινοβάτη -






- Pigman: Απ’ το δίσκο των Pink FloydAnimals”.
- Η μοναξιά του σχοινοβάτη: Από τον ομώνυμο δίσκο των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα.











Λες και έβγαινε απ’ την ψυχή του: πρώτα ένα πηχτό γουρουνίσιο γρύ­λισμα, ύστερα κάτι υπόκωφοι ήχοι σε μονότονη επανάληψη και στο τέλος η ηλεκτρισμένη αλήθεια σαν σπα­σμένο γυαλί που χαρακώνει.
Λύκειο και πανεπιστήμιο τέτοια άκουγε συνέχεια. Γι’ αλλού φυσούσε από καιρό και αλλού τραβούσε αυτός, παντιέρα οι μουσικές και τα διαβάσματα. Κλεισμένος στο δωμάτιο, Έσσε και Καζαντζάκης πιο παλιά, Μαρξ και Αλτουσέρ μετά, πάντα θα τα διαβάσω και θα τα διαβάσω, αλλά αραχτός τις πιο πολλές φορές με τα φώτα χαμηλωμένα και εκατό ντεσιμπέλ παρέα, προτίμηση τα σπαραχτικά της Joplin και τα αυτοκτονικά του Bucley, τα κοινωνικά των Class και τα ολοσκότεινα του Cave. Το ’να καλύτερο απ’ το άλλο και αυτό καλύτερο απ’ όλα. Κομματάρα. Δέκα χρόνια κολλημένος και ας είχε αρχίσει πια το μισογύρισμα στο λαϊκό, κακή συνήθεια απ’ το στρατό. Το ’βαζε και το ξανά­βαζε στη σειρά, ώσπου να το βαρεθεί. Πιο πολύ την εισαγω­γή. Έβγαινε στο δρόμο με το γκάζι σανιδω­μένο και τη μουσική στη διαπασών, κοι­τούσε από δω και από κει τους άλλους οδηγούς, ερχόταν στο μυαλό του ο στίχος του Χάρη και Πάνου «και για το πείσμα σας γουρούνια, θα αντέχω», ας μην άντεξε ούτε ο Παύλος στο τέλος, και έμενε μ’ ένα αίσθημα ικανοποίησης για τον εαυτό του.
Μόνο σ’ ανοιχτούς δρόμους το ευχαριστιόταν και ακόμα περισσότερο άμα σχολούσε απ’ το γραφείο. Ασκούμενος δικηγόρος, χωρίς θείους φτασμένους νομικούς ή φίλους του πατέρα του εισαγγελείς και μ’ όλες τις ελπίδες για αρχή μήπως χωρίσει κάνας μακρινός του συγγενής ή μπλέξουν σε επεισόδια τίποτε παλιοί του σύντροφοι απ’ το πανεπιστήμιο. Στο μεταξύ για τις ανάγκες της περίστασης και μόνο γι’ αυτές, το φουλάρι έγινε γραβάτα, ο σάκος χαρτοφύ­λακας και η Εποχή Νομικό Βήμα. Στην αρχή δυσκολεύτηκε λιγάκι, μετά όμως το συνήθισε.
Υποχωρήσεις και συμβιβασμοί, ομολογούσε, αλλά δεν μπορούσε αλλιώς. Σφιχτή θηλιά στο λαιμό του ο χρόνος, μια μόνιμη στηθάγχη η δουλειά του, και αυτό το δώσε δώσε απ’ τον πατέρα του, είκοσι έξι χρονών γαϊδούρι, δεν πήγαινε άλλο. Εξάλλου, ανάμεσα στο μέσα ή στο έξω δεν είναι μόνο το κενό, όπως πίστευε παλιά, είναι και το ή. Και αφού δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με το κενό, είπε να διώξει το ή για να ησυχάσει. Οπότε απ’ τις δύο και μόνο πορείες, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει και μία τρίτη, τη μεσαέξω δηλαδή, που σημαίνει πότε από δω και πότε από κει. Ζήτημα ισορροπίας λοιπόν, έτσι τουλάχιστον νόμιζε στην αρχή, ή αλλιώς η μοναξιά του σχοινοβάτη, πολύ του άρεσε ο δίσκος.
Εύοσμος, περιφερειακός, κέντρο και αντίστροφα, δουλειά, δρόμος, γραφείο και πάλι απ’ την ανάποδη. Δυο κόσμοι μοιρασμένοι και έξι χιλιόμετρα ασφαλτο­στρωμένα ή, που προσπαθούσανε να γίνουν και. Μέσα τα μαζικά κινήματα και οι ανατροπές, τα «γράμ­ματα στην αγαπημένη» και η «μάχη στην άκρη της νύχτας», έξω το γωνιακό γραφειάκι και τα έλα δω, τα δικόγραφα με τους διαρρήκτες και οι κομματικές ιδιαιτέρες των μεγάλων. Ανάμεσά τους ένα πείσμα, κάτι σαν στοίχημα με τον εαυτό του, πώς λέγανε παλιά στο εσωτερικού γίνεται και από μέσα η αλλαγή συστήματος, αλλά και ένας δρόμος που πάντα να χωρίζει αποστάσεις, ενίοτε να ορίζει στάσεις και τελευταία να ενώνει καταστάσεις.
Του άρεσε πολύ ο δρόμος. Είχε το κατιτί που τον τραβούσε. Μια άλλη κοινωνία μες στην κοινωνία, με τα φανάρια και τους νόμους της, την τροχαία και τα δεν πρέπει της, τις μπε εμ βε και τα ντάτσια της, αλλά τουλάχιστον μπορούσες. Μπορούσες και μάλιστα καλύτερα. Ένα πείραγμα στη μηχανή και πολλά διαόλια στην ψυχή και όχι που θα σου φάνε τη σειρά, όχι που θα σε πάρουν στο ξεκίνημα, όχι που θα σε εμποδίσουν στο προσπέρασμα. Κι ύστερα άγραφη μνήμη καθαρή ο δρόμος, πηγαίνεις, πηγαίνεις κι όλο κάτι καινούριο έξω απ’ το παρμπρίζ. Ένα γκάζωμα υπόθεση το απ’ εδώ στο εκεί και ύστερα όλο εκεί και όλο εκεί και όλο εκεί, γιατί μοναχά μπροστά έχει, ποτέ πια εδώ, το πολύ πολύ μια θαμπή εγγραφή στους καθρέφτες, κάτι σαν ανακούφιση ότι αυτό ήταν, πάει πέρασε, φτου και απ’ την αρχή λοιπόν, και το μόνο αληθινό ο δρόμος από μπροστά και κάθε μπροστά ένα ξεχασμένο πίσω και κάθε πίσω μια καινούρια αρχή χωρίς βαρίδια, πείσματα και ενοχές, χωρίς μέσα ή έξω, χωρίς σκοτωμένους Κούρδους λαθρομετανάστες και το χνώτο σου να βρωμάει οινόπνευμα μια παραμονή Χριστούγεννα γερμανική σκοπιά στον Έβρο, χωρίς τους παλιούς φίλους απ’ το πανεπιστήμιο ακάλεστα τηλεφωνήματα στη σκέψη και τους μεγάλους του γραφείου παγωμένα βλέμματα που φτύνουν, γιατί μόνο ο δρόμος, το αυτοκίνητο και εσύ, όλα μαζί ενωμένα σ’ ένα σύνολο, μ’ ανάλαφρα ποδάρια κολλημένα πάνω από το γκάζι και ξένοιαστη ψυχή κλεισμένη κάτω από το καπό.
Οδηγούσε και έβλεπε μπροστά του μεταλλικές ταμπελίτσες με ανάγλυφους χαρα­κτήρες βιδωμένες απάνω σε πόρτες από ξύλο οξιάς και ακουμπισμένες σε πανάκριβα έπιπλα γραφείου με την επιγραφή «Δημητρίου Αλέξανδρος, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω» και έφερνε εικόνα τον εαυτό του να συντάσσει εκθέσεις για τους δικηγόρους χωρίς σύνορα και να αγορεύει σ’ υποθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας ή ας είναι κι υπεράσπιση, εξάλλου μια υποχώρηση δεν βλάπτει πού και πού, σε μεγαλοφοροφυγάδες και έμπορους ναρκωτικών, άνθρωποι είναι και αυτοί, κάποιος πρέπει να τους αναλάβει, και από γύρω οι ένορκοι να κρέμονται απ’ τα χείλη του και οι αντίδικοι να βράζουνε απ’ το κακό τους. Καμάρωνε με τον εαυτό του και κορδωνόταν στο τιμόνι και πατούσε το γκάζι και χαιρόταν με το δρόμο και τον έπιανε το πείσμα και έλεγε, λίγο ακόμα υπομονή, κάθε αρχή και δύσκολη, όλα καλά θα πάνε, μόνο μη χάσει τον μπούσουλα και ξεχαστεί και τον πάρει η κατρακύλα και δε συμμαζεύεται μετά.
Όμως τις πιο πολλές φορές, δεν του ’βγαινε το σενάριο. Μ’ όλους τους μεγάλους δρόμους που ’παιρνε για να γλιτώνει τα φρεναρίσματα, φανάρι αποδώ φανάρι αποκεί και όλο στη σειρά και όλο στο περίμενε τον είχαν. Μπρος αυτοκίνητο, πίσω αυτοκίνητο, στη μέση ίδια και απαράλλαχτα μ’ όλους τους άλλους, αγχωμένος οδηγός, βιαστικός απ’ τη δουλειά του, με ανικανοποίητες επιθυμίες, χαραμισμένο χρόνο και μια ζωή κολλημένη σ’ ένα κόκκινο. Το χειρότερο ήταν που σταματημένος εκεί, με το μυαλό να ακινητεί στο εδώ και στο τώρα, την ελπίδα να μην μπορεί να αρπαχτεί απ’ το ωραία θα ’ναι και θα δεις, έβλεπε από δεξιά και αριστερά να πλησιάζουν στη σειρά ζητιάνοι κι όλο γύριζε το μυαλό του στα δικά του και στε­ναχωριότανε και μάρσαρε, μάρσαρε να φύγει, αλλά ακόμα εκεί ακούνητος και σκεφτικός στεκόταν.
Απλά λοιπόν τα πράγματα. Μια ανοιχτή παλάμη το δικαίωμα στη ζωή. Χέρι αγκυλω­μένο δίπλα σε κλειστό πα­ράθυρο. Κεφάλι κατεβασμένο απέναντι σε παγωμένα βλέμματα. Ένα στοίχειωμα από λέξεις και εικόνες και σχέσεις, κληρονομιά αιώνων και αιώνων επανάληψης που ανακατώνει τρεις κουταλιές δικαίου, δύο μεζούρες φιλανθρωπίας και  μία δόση αισθητικής σε λίτρα και λίτρα από αδικίες που κοχλάζουν και απ’ το πολύ το ανακάτωμα στο τέλος ένα χυλωμένο μίγμα μ’ απροσδιόριστα υλικά, έτσι που η πολιτική να γίνεται ζήτημα ηθικής, το όραμα να γίνεται άλλοθι της πραγματικότητας και η διεκ­δίκηση να γίνεται ικεσία.
Τα ’βλεπε και τα σκεφτόταν και ησυχία δεν είχε. Αλλά και τι να κάνει; Από καιρό που άρχισε να το καταλαβαίνει. Δεδομένοι οι ρόλοι, σχεδόν φυσικοί. Έτσι ήταν, έτσι είναι, έτσι θα ’ναι. Στο κάτω κάτω θέλει το χρόνο της η εκ των έσω αλλαγή συστήματος. Όπως και να ’χει όμως οι ευαισθησίες ευαισθησίες, έβλεπε και πικραινόταν και πιο πολύ όχι όπως οι άλλοι που τους έρχεται μικρό παιδί, ξυπόλυτο και αμέσως ζαχαρώνουν. Γιατί δρόμος κλειστός από μπροστά, αλλά μπορεί κάποτε να ανοίξει. Η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει. Τις ηλικίες του λυπόταν περισσότερο και τους ακόμη πιο μεγάλους, κάτι άνεργους με οικογένειες και τρία παιδιά και ξένους χωρίς ταυτότητες και κάρτες διαμονής και γέρους ξεχασμένους απ’ τους γιους τους και απ’ τις κόρες τους, γιατί όσο να ’ναι τελειωμένοι πριν από την ώρα τους και πολύ βαρύ να ζεις χωρίς ελπίδα.
Μαύριζε η ψυχή του και όλο έβγαινε το απομέσα του και θύμωνε με την αδικία και τον έπιανε το κοινωνικό του και απέστρεφε τα μάτια να μην βλέπει και γύριζε αλλού το μυαλό του να μη σκέφτεται και έφερνε γύρα το γραφείο από μπροστά, δικόγραφα, νομικοί κώδικες και πήγαινε-έλα ή το σπίτι με το γενειοφόρο καβαλάρη κολλημένο πόστερ απάνω απ’ το κρεβάτι του, τα βιβλία στο πρώτο ράφι αριστερά και τα εκατό ντεσιμπέλ παρέα να χορεύουν με τις στεναχώριες του, αλλά και πάλι, τι να το κάνει, πάντα εκεί απ’ έξω αυτοί, δίπλα στο παράθυρό του καρφωμένοι.
Με τον καιρό άρχισε σιγά σιγά να τους μαθαίνει. Οι πιο πολλοί αραιά και πού, πότε ο ένας πότε ο άλλος, και μόνο Παρασκευές απόγευμα όλοι μαζί, που φεύγανε οι γιωταχήδες μπουλούκια στα χωριά τους και τους έπιανε το φιλότιμο απ’ την ανυπομονησία και ο καημός για την ψυχή της μάνας τους, η χαρά του πενηντάλεπτου δηλαδή. Σύνολο τρεις με τέσσερις οι μαζεμένοι, χώρια τα πιτσιρίκια, στοίχιση σε άτυπη ιεραρχία ο ένας μετά τον άλλον, εβδομαδιαίο ψυχαγωγικό θέαμα με προαιρετική αμοιβή: μπροστά οι πατερίτσες, ακολουθούσαν οι καθετήρες και τα «Σέρβος όρντο­ντοξ» και πίσω απ’ όλους τελευταίος πάντα αυτός, ο απαρασημοφόρητος και ο πιο εκτεθειμένος.
Σκουρόχρωμος, μάτι και μαλλί κατράμι, κοντός, αδύνατος και στραβοχυμέ­νος, στην αρχή νόμιζε Πακιστανός ή Ινδός, αλλά μετά κατάλαβε πως ήταν Κούρδος, γιατί τους ήξερε από παλιά που έπαιρνε τη «Φωνή του Κουρδιστάν», όλοι τους ίδιο σουλούπι, σηκωμένα κεφάλια σε χαμηλωμένους ώμους, σφραγισμένα χείλια σε ορμητικά στόματα και ευγενικά μάτια σε αγριεμένα πρόσωπα. Γυρόφερνε βρώμικος, αμήχανος και ταλαιπωρημένος ανάμεσα στα αυτοκίνητα μ’ ένα κοπρόσκυλο στα πόδια του συνέχεια για παρέα. Τον συμπονούσε όσο να ’ναι και συνήθεια το ’κανε, κάθε Παρασκευή απόγευμα απ’ ένα πενηντάλεπτο, που πήγαινε-ερχόταν, πήγαινε-ερχόταν, μια βροχή, μια αέρας, μια κάψα, δεκάρα τσακιστή δεν του ’δινε κανένας, πολύ ξένος για τη φιλανθρωπία τους και πολύ κακόμοιρος για την αισθητική τους. Πέντε μήνες καιρός, δυο φορές τη μέρα, πρωί για τη δουλειά, απόγευμα για το σπίτι, κολλημένος συνέχεια εκεί, φανάρια περιφερειακού και Λαγκaδά.
Τελευταία, βέβαια, σταμάτησε να τον βλέπει. Στην αρχή παραξενεύτηκε. Την πρώτη μέρα είπε κάτι θα ’γινε, αύριο πάλι. Την άλλη, την παράλλη ξανά τα ίδια. Στο τέλος, τρεις βδομάδες είναι αυτές, συνήθισε. Στο κάτω κάτω, καλύτερα έτσι. Αλλά ένα πράμα περίεργο, κάθε φορά που σταματούσε στα φανάρια εκείνα, πάντα η ίδια θολή εικόνα μπαινόβγαινε στο μυαλό του, κακή λήψη ανάμεσα σε χιόνια και παράσιτα.


Δευτέρα πρωί, όλο όρεξη για τη δουλειά του. Σαββα­τοκύριακο αποπίσω, γεμάτες μπαταρίες, χόρτασε από μουσικές, ξανάρχισε και τα διαβάσματα. Πρώτος στη σειρά σταματημένος, μπροστά του τα φανάρια. Βγαίνει από δίπλα ο ζητιάνος με το σκύλο. Στέκεται στο παράθυρο και περιμένει, αλλά ούτε που γυρίζει να τον δει. Ανοιχτός δρόμος από μπροστά και το μυαλό του να σπινιάρει. Δεξιά λωρίδα μια μπε εμ βε, τελευταίο μοντέλο. Στρέφει το κεφάλι προς τον οδηγό και κολλάει το βλέμμα. Μαρσάρει το γκάζι. Τίποτα. Ξαναμαρ­σάρει. Ακούει και τον άλλον να γκαζώνει. Πόσο ακόμα το κόκκινο; Δέκα; Όχι, πολλά είναι. Πέντε, τέσσερα, τρία, δυ… Αυτό είναι. Αφήνει απότομα το συμπλέκτη και τινάζεται μπροστά. Στη στιγμή ένα ανασήκωμα απ’ την πίσω αριστερή ρόδα και ένας δυνατός ήχος σαν ουρλιαχτό. Δεν καταλαβαίνει. Αλλού τρέχει το μυαλό του. Με τον έναν δείκτη να πηδάει απ’ το σαράντα στο ογδόντα και απ’ το ογδόντα στο εκατό και τον άλλο να πλησιάζει ήδη κόκκινες στροφές, με το χέρι γαντζωμένο στις ταχύτητες, το πόδι καρφωμένο απάνω στο γκάζι, το παρμπρίζ ανοιχτό, το δρόμο ελεύθερο μπροστά του και την μπε εμ βε συνέχεια από δίπλα, όλο του το είναι ταγμένο στον δίκαιο αγώνα. Ένα με το αυτοκίνητο πλέον, ψυχή και σώμα, μυαλό και μνήμη ενωμένα με μεταλλικές επιφάνειες βαμμένες μαύρο ματ, περασμένες κερί και αντηλιακό υγρό, με δεκαεξαβάλβιδη πειραγμένη μηχανή ιντζέκτσιον, ράδιο- cd με ενισχυτή και οχτώ ηχεία, ζάντες αλουμινίου, καθίσματα από δερματίνη, ηλεκτρικά παράθυρα και ρυθμιζόμενους καθρέφτες.
Ναι, κι οι καθρέφτες. Όλα να δείχνουνε μπροστά και αυτοί κολλημένοι στο αποπίσω. Όμως, λειασμένη επιφάνεια και γλιστερή, πουθενά πιασίματα και καθόλου πόροι, οπότε σταγόνες της βροχής απάνω στο παρμπρίζ οι εικόνες, έρχονται και φεύγουνε και ξαναέρ­χονται και ξαναφεύγουνε. Ένα υγρό ίχνος υπόθεση η μνήμη, διαδρομή από πάνω προς τα κάτω οι εγγραφές της ανάμεσα σε γυάλινους κόκκους άμμου πυρακτωμένους απ’ τη λάβρα του Ιούλη και ξεραμένους από εφτά μποφόρ Βαρδάρη και κάτι στεγνωμένα άλατα για υπόλοιπο όλα κι όλα τα σημάδια της. Σπασμένα δευτερόλεπτα ζωής πεταμένα σ’ ένα σκου­πι­δα­ριό απ’ έγνοιες και τρεξίματα και δίκια και αγώνες.
Έχουμε λοιπόν και λέμε:
Εγγραφή πρώτη: τρία μέτρα πίσω η μπε εμ βε και εντελώς αποπίσω μεσαία λωρίδα αδειανή.
Εγγραφή δεύτερη: κάποιος πεσμένος στα γόνατα με τα χέρια περασμένα ανάμεσα στα μαλλιά και μπροστά του ένα ζώο που χτυπιέται με ανοιγμένη κοιλιά και σέρνεται με χυμένα άντερα απάνω στην άσφαλτο.
Υπόλοιπο πρώτο: Φάε τη σκόνη μου, μαλάκα.
Υπόλοιπο δεύτερο: Ύστερα σου λέει κράτος. Ούτε να τους φροντίσουν ούτε να τους διώξουν δεν μπορούνε.


Από κει και πέρα τίποτα. Χιόνια και ξανά χιόνια στην οθόνη. Μόνο μια ακατανίκητη επιθυμία. Κάθε φορά που περνούσε απ’ τα φανάρια εκείνα, άγνωστο γιατί, του ερχότανε να βάζει και να ξαναβάζει το ίδιο τραγούδι. Πιο πολύ την εισαγωγή. Όπως του άρεσε, με το γκάζι σανιδωμένο, το cd στη διαπασών και τα εκατό ντεσιμπέλ παρέα.
Λες και έβγαινε απ’ την ψυχή του: πρώτα ένα πηχτό γουρουνίσιο γρύ­λισμα, ύστερα κάτι υπόκωφοι ήχοι σε μονότονη επανάληψη και στο τέλος η ηλεκτρισμένη αλήθεια σαν σπασμένο γυαλί που χαρακώνει.
Χατζημωυσιάδης Παναγιώτης, Καλά μόνο να βρεις, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 2006

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Ο καθρέφτης του χρόνου








Παναγιώτης Γούτας,
Τζαζ, παθήσεις και άλλα τινά, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2015, σελ. 270


Εδώ λοιπόν θα βρούμε αποθησαυρισμένη τη συγγραφική σοδειά είκοσι πέντε ολόκληρων χρόνων, χωρισμένη σε τρεις ενότητες (Παθήσεις, Τζαζ, και άλλα τινά), σύνολο τριάντα διηγήματα. Περισσότερο συνεπώς από τα άλλα έργα του συγγραφέα, και για να αναφερθώ σε όσα μόνο έχω υπόψη μου, σημειώνω τη Ρεβάνς (Μεταίχμιο, 2004) και την Γυναίκα στις δύο και μισή (Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2006), που εκπροσωπούν μια ορισμένη στιγμή της συγγραφικής διαδρομής, στην προκειμένη έχουμε να κάνουμε με τη συνόψιση ενός μεγάλου και αντιπροσωπευτικού μέρους της. Που σημαίνει ότι το εξεταζόμενο βιβλίο είναι κατάλληλο για πιο ασφαλείς κρίσεις και όσον αφορά την απόσταση που έχει στο μεταξύ διανυθεί και όσον αφορά το γενικότερο συγγραφικό στίγμα. Θα επικεντρωθώ στη δεύτερη διάσταση, δεδομένου του εισαγωγικού χαρακτήρα που δεν μπορεί παρά να έχει ένα τέτοιο κριτικό σημείωμα.
Το βάρος στον Γούτα πέφτει κυρίως στην ιδέα, το στόρι δηλαδή μπαίνει σε πρώτο πλάνο. Γλώσσα και πλοκή υπάρχουν ως λειτουργικά μέσα, για να το υπηρετούν. Νεωτερικές και μετανεωτερικές καινοτομίες απουσιάζουν από την αφήγησή του. Ο λόγος εκφέρεται από έναν τριτοπρόσωπο αφηγητή, που οργανώνει το μικρό αφηγηματικό σύμπαν με εστίαση που αναδεικνύει την οπτική του ήρωα και οργανώνει τα καθέκαστα στον άξονα του χρόνου με τις γνωστές τεχνικές της ευθύγραμμης, της πρόδρομης και της αναδρομικής αφήγησης και με την κατάλληλη χρήση της προσήμανσης. Τίποτα λοιπόν το καινούριο μέχρι εδώ, με τη διαφορά ότι τούτη ακριβώς η αφηγηματική επιλογή επιτρέπει την προσήλωση του συγγραφέα στο θέμα του δίχως δαπάνη δυνάμεων και άσκοπους πειραματισμούς και τον διευκολύνει να αναδείξει τις πιο λεπτές πλευρές του, που ειδάλλως μπορεί να υποτιμώνταν ή να αποσκεπάζονταν.  
Σημαντικό ρόλο στην προσήλωση αυτή διαδραματίζει και η γλώσσα, που σε σχέση με την αφήγηση φέρει πιο ορατή τη σφραγίδα της ωρίμανσης, από τα πρώτα διηγήματα του ’89 μέχρι τα πιο πρόσφατα του ’14. Με βασικό φορέα το ουσιαστικό και το ρήμα, η γλώσσα του Γούτα κερδίζει σε πυκνότητα, ακρίβεια και απλότητα, αποφεύγοντας τη σπατάλη των εκφραστικών μέσων, τους γλυκερούς λυρισμούς και τη λεξιλογική εντυπωσιοθηρία για να εξασφαλίσει, τελικά, τους χαμηλούς τόνους και τη στοχαστική διάθεση που υπηρετούν πλήρως την πρόθεση του αφηγητή – λειτουργία που βλέπω να ατονεί σε κάποια διαλογικά μέρη, όπου παρ’ όλη την ανάγκη της αληθοφάνειας η γλωσσική κοινοτοπία απονευρώνει την αφηγηματική πρόθεση, για να την εγκλωβίσει στην ευκολία του κλισέ.
Η μεγαλύτερη αρετή της συλλογής βρίσκεται στη θεματολογία της, ή ακριβέστερα στη ζεστή, στην ανθρώπινη ματιά του συγγραφέα απέναντι στα θέματα, στους ήρωες και στα προβλήματα που τον απασχολούν. Εδώ θα δούμε μια σταθερή προτίμηση στις μικρές, λοξές όψεις ενός τόσο οικείου και καθημερινού βίου, όπου ο καθένας μπορεί να ανακαλέσει σχετικές εμπειρίες και να σχηματοποιήσει με δικά του υλικά τους χαρακτήρες της αφήγησης. Πρόκειται για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας που πίσω από το προσωπείο του φυσιολογικού κρύβουν μια μικρή ιδιοτροπία, ένα χαριτωμένο κουσούρι, ένα καταπιεσμένο πάθος, που συν τω χρόνω μπορεί άλλοτε να λάβει τη μορφή μιας απλής εμμονής, άλλοτε να ανοίξει κακοφορμισμένες πληγές και άλλοτε να εξελιχτεί σε ακραίο φετιχισμό. Σε κάθε περίπτωση, οι ήρωες του Γούτα καταπίνουν σιωπηλά μικρές δόσεις μοναξιάς και δυστυχίας, μοιρασμένοι σε μια εξωτερική και σε μια ιδιωτική πραγματικότητα που τους αποσυντονίζει και τους διασπά, ενόσω οι διαπροσωπικές, φιλικές ή τυπικές ή συγγενικές ή ερωτικές,, σχέσεις βαθαίνουν το σμπαράλιασμά τους.
Κλείνοντας, νομίζω ότι είναι άσκοπο να αναφερθώ ως είθισται στα διηγήματα που ξεχωρίζω ανάμεσα στο σύνολο. Υπάρχουν πράγματι πολύ καλά δείγματα γραφής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα υστερούν. Να το ξαναπώ: τούτη η συλλογή περιέχει είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια εμπειρίας – αδιάκοπης, αθόρυβης και αποδοτικής. Και αυτό δεν μπορεί παρά σημαίνει κάτι πολύ σημαντικό.

ARTINEWS.GR

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Ο λάκκος με τα φίδια



Κώστας Βούλγαρης, Αυθάδεια λαγνεύουσα,
εκδ. Κέδρος, σελ. 77

Φέρνω στο μυαλό μου τους σαγηνευτές των φιδιών. Με το τουρμπάνι, την ανοιχτή τους καλαθούνα, το φλάουτο, τον κροταλία και ασφαλώς τον κόσμο που στέκει παράμερα και κάνει χάζι. Τρόπον τινά όσοι καταγινόμαστε με τη λογοτεχνική γραφή φέρουμε κατιτί από τους Ινδούς αυτούς τουρμπανοφόρους. Εννοώ τη σαγήνη του λόγου δια του οποίου ξεδιπλώνουμε το θέμα και θέτουμε σε δημόσια τέρψη τους πιο ενδόμυχους φόβους μας προς άγραν του κοινού, αφού προηγουμένως έχουμε λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις που η παράδοση της πεζογραφίας μάς εφοδίασε – με πρώτη και καλύτερη την ίδια τη συνθήκη της αφήγησης, δηλαδή εγώ που είμαι ο άλλος άλλοτε με καθόλου άλλοτε με ολίγον και άλλοτε με μπόλικο εγώ.
Αλλά μέσα από αυτές τις προφυλάξεις, που οργανώνουν έναν ασφαλή χώρο για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη στη βάση μιας σιωπηρής συνομολόγησης, η γραφή μετεξελίσσεται συν τω χρόνω σε ένα είδος τελετουργικά επαναλαμβανόμενης και αυστηρά τυποποιημένης διαδικασίας, όπου η όποια πίστη και η όποια αλήθεια εκκενώνονται από τις πίστεις και από τις αλήθειες τους για να γίνουν μια υπενθύμιση πίστης και μια υπενθύμιση αλήθειας, κατά τον τρόπο που ο άρρωστος, γηραλέος και ξεδοντιάρης κροταλίας της καλαθούνας γίνεται μια υπενθύμιση του φονικού φιδιού.
Κοντά σε όλα τα άλλα, η μεταμοντέρνα γραφή επιχείρησε να αναπροσδιορίσει, να χαλαρώσει, να διευρύνει και στις πιο προωθημένες εκδοχές της να άρει τούτη τη σύμβαση. Ώστε να αποκαταστήσει μια πιο άμεση σχέση ανάμεσα στη συγγραφή και στην αφήγηση και κατά συνέπεια ανάμεσα στο συγγραφικό και στο αφηγηματικό εγώ, τραβώντας στην άκρη το πέπλο της αφηγηματικής υποκρισίας που ελλοχεύει ακόμη και στην πιο ειλικρινή συγγραφική πρόθεση. Αφού είτε πρωτοπρόσωπα είτε τριτοπρόσωπα όλα συμπαγοποιούνται, εδραιώνονται, υπάρχουν και εξελίσσονται χάριν της ευκρινούς ή υπόγειας σχέσης που διαπλέκεται ανάμεσα στο συγγραφικό και στο αφηγηματικό εγώ, που δεν μπορεί παρά να κλείνει από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα το μάτι με συνωμοτική διάθεση στον αναγνώστη. Με την έννοια αυτή ο θάνατος του συγγραφέα είναι πριν απ’ όλα ο θάνατος του αφηγητή και η συνακόλουθη απελευθέρωση του πεζογραφικού λόγου από τις παραδοσιακές και νεωτερικές αφηγηματικές συμβάσεις του.
Από το μεταμοντέρνο αυτό τράβηγμα του πέπλου προέκυψε ένα σύνολο γόνιμων ή άγονων πειραματισμών όσον αφορά το είδος του αφηγητή, την ανάμειξη των αφηγηματικών ειδών και την αισθητική λειτουργία του κειμένου, που είτε εξάντλησαν τη δυναμική τους στον εμπλουτισμό συμβατικών μορφών γραφής, είτε κατέληξαν μανιέρες που κομίζουν την επανάληψή τους χάριν αυτοδικαίωσης είτε συνεχίζουν να ανοίγουν δρόμους και να ορίζουν στίγματα σε αγεωγράφητα μήκη και πλάτη.
Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία βάζω τον Κώστα Βούλγαρη, αφού επαρκή αποδεικτικά υπάρχουν σε όλο το προηγούμενο έργο του, με πιο συγκροτημένο τρόπο τα εντοπίζουμε στο «Εμφύλιο Σώμα» και ακόμη πιο ενδιαφέροντα τα βλέπουμε να ξεδιπλώνονται στο τελευταίο του βιβλίο, την «Αυθάδεια Λαγνεύουσα», απ' όπου και το δείγμα γραφής.

Πίστη και απιστία

    Πιστεύω εις εσένα, ότι το άλλο εμού. Ότι εσύ παράπτωμα και σύμπτωμα και τέρψις και απόλαυσις. Ότι εσύ εις αυτά πίστις. Ότι εκάστου νοήματος νόημα. Ότι γυνή λέγων, εσέ λέγω. Ότι εμαυτού γυνή, και γυναιότητα όλη. Πιστεύω εσέ, ότι εσύ εγώ∙ εγώ όλος.
...φιλείς δυο ξένα χείλια, διά να με φθείρει η ζήλεια...

    Πιστεύω εις εμέ, ότι το άλλο εσού. Ότι εγώ παράπτωμα και σύμπτωμα και τέρψις και απόλαυσις. Ότι εγώ εις αυτά πίστις. Ότι εκάστου νοήματος νόημα. Ότι άνδρα λέγουσα, εσέ λέγω. Ότι εμαυτού άνδρας, και ανδρισμός όλος. Πιστεύω εμέ, ότι εγώ εσύ∙ εγώ όλη.

Επανέρχομαι. Στο «Εμφύλιο Σώμα» το συγγραφικό ενδιαφέρον ήταν στραμμένο στην ιστορία, για να ανασυστήσει θραύσματα αντίμαχων αφηγήσεων που σχηματίζουν την ιστορική σφαίρα. Στην «Αυθάδεια Λαγνεύουσα» οι αφηγήσεις ιχνηλατούν τον έρωτα για να αναδείξουν την ορμή, την καταπίεση και τις υποκατάστατες εκροές που σχηματίζουν την ερωτική σφαίρα. Ανάμεσά τους αναγνωρίζω μια υπόγεια συνομιλία ή ακριβέστερα μια συνέχεια αφού από κοινού μπορούν να εκληφθούν σαν μια λογοτεχνική (ανα)συγκρότηση της μίας και της αυτής ανθρώπινης σφαίρας.
Όμως στο πρώτο η εκφορά του λόγου άφηνε πού και πού να διαφανεί ένα πρόσωπο με στοιχεία αφηγηματικού χαρακτήρα, εδώ ακόμη και αυτή η εικασία διαλύεται. Η αφήγηση αρνείται την αφήγηση, εκφερόμενη αφεαυτής, δίχως δηλαδή ένα ορισμένο πρόσωπο δίκην φορέα, πράγμα που συνεχίζει το πλησίασμα της πεζογραφίας με την ποίηση. Η πορεία που ξεκίνησε με το «Εμφύλιο Σώμα», φαίνεται τώρα πιο σίγουρη για τα βήματά της – βοηθούντος του ερωτικού θέματος και της βυζαντινότροπης γλώσσας, όσο δύσληπτης και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Αλλά αν ο υποψιασμένος αναγνώστης αφήσει κατά μέρος τις όποιες προκαταλήψεις ή αναστολές του μπορεί νιώσει την αίσθηση του εσώτερου ρυθμού της, να απολαύσει τη βαθιά ποιητικότητά της και να αντιληφθεί τη χάρη που υπάρχει στη χρήση της, σε τέτοιον μάλιστα βαθμό ώστε ακόμη και η (κατά)χρηση του επιθέτου, που τόσο πολύ ενοχοποιήθηκε αδίκως στη λογοτεχνία – ακόμη, ακόμη και από τον Μπαρτ –, να μη βαραίνει διόλου το αισθητικό αποτέλεσμά της.
Κλείνω. Με την Τέχνη Λαγνεύουσα ο Βούλγαρης αναμετράται με το θέμα του ερωτικού μυθιστορήματος και με τη γλώσσα του ιστορικού μυθιστορήματος, για να γυρίσει την πλάτη και στο ένα και στο άλλο, αλλάζοντας πλήρως το παράδειγμα της γραφής. Όπου η γραφή πλέον δεν είναι ξεδοντιασμένος γεροκροταλίας και ο συγγραφέας δεν στέκεται σε απόσταση για να παίξει το φλάουτό του. Εδώ ο συγγραφέας προτιμάει να πέσει στον λάκκο με τα φίδια.
Αλλιώς, δεν γίνεται. Ή ακριβέστερα, αλλιώς δεν αξίζει τον κόπο να γίνεται.




ARTINEWS.GR