Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Ύμνος του υπεύθυνου πολίτη



Ύμνος του υπεύθυνου πολίτη
του Νίκου Κουνενή
Υποσχέσεις σαν σου δίνουν
και τις σβήνουν στη στιγμή,
κάνε το κορόιδο
κι άφησέ το να συμβεί.

Τη ζωή σου όταν ρημάζουν
και τη βγάζουν στο σφυρί,
άραξε και ξέχασέ το,
κι άσ’το να συμβεί.

Μάθε να’σαι μετρημένος
και μη δίνεις αφορμή.
Η Ιστορία σε προστάζει:
άστο να συμβεί.

(Ρεφραίν)

Σκύψε το κεφάλι ως τα πόδια,
κοίτα μην παρασυρθείς.
Άραξε και ξέχασέ το
κι άσ’το να συμβεί.

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Δράση και αντίδραση. Έτσι πάει... (Δώρο, το κοινωνικό δράμα "Εγώ ο απεργοσπάστης")

Όταν προκαλείς κάτι σαν κι αυτό












τότε, είναι αναμενόμενο να σου προκαλέσουν κάτι τέτοιο

 Αν δεν κάνω λάθος, είναι ένα κλασικό παράδειγμα της σχέσης "Δράση-Αντίδραση"
Αν και δεν πρόκειται για τον ίδιο μοτοσυκλετιστή (αφού ο ένας έχει μαυρο κι ο άλλος άσπρο κράνος), η ωμή αλήθεια είναι πως ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ
Όσο κι αν ακούγεται κάπως, καρφί δεν μου καίγεται για το καψάλισμα του μπάτσου
"Ότι σπέρνει θερίζει κανείς"
Τυχόν δικαιολογία "μα, εκτελούν εντολές" δεν τους απαλλάσει από ευθύνες ούτε και τους δίνει άσυλο από την οργή του κόσμου.

Σήμερα η πορεία χτυπήθηκε στο Σύνταγμα "έτσι"
Όπου "έτσι", βάλε την βούληση (αν θες, πες το και διαταγές), των Ματατζήδων να μην προχωρήσει η πορεία και να μην ανέβει όλος αυτός ο κόσμος στην Βουλή.
Πες το "προληπτική καταστολή", πες το "υπερβολικό ζήλο", πες το όπως θέλεις, Ματατζήδες - Ασφαλίτες - Δελτάδες - Δίας - Ζητάδες, στις πορείες (και όχι μόνο), λειτουργούν σαν καθάρματα.
Ε, είναι λογικό οτι ως τέτοιοι θα αντιμετωπίζονται από όλο και περισσότερο κόσμο
Το καλό της υπόθεσης είναι πως πλεόν όλο και πιο πολλοί καταλαβαίνουν τον πραγματικό ρόλο τους και αλλάζει πλεόν η στάση απέναντι σε αυτά που παλαιότερα προσπερνούσε κανείς μη υποψιασμένος με μια συγκατάβαση του στυλ "Ε, μπάχαλοι είναι, καλά τους κάνουν"
Τώρα, βλέπεις όλο και περισσότερους να συνειδητοποιούν πως παίζεται το "παιγνίδι" και να απορούν που πίστευαν τόσο καιρό τους κάθε λογής εγκάθετους δημοσιογράφους και τις προπαγανδιστικές φυλλάδες των εμπόρων της ενημέρωσης και των ευνουχιστών της πραγματικότητας.

(Αλήθεια, που ήταν σήμερα οι δημοσιογράφοι, οέο;
Άλλη μια φορά λοιπόν, σε μεγάλη πορεία δεν υπήρχε κανείς να την καλύψει ζωντανά. 
Έλα πείσε με τώρα οτι είναι τυχαίο αυτό.)

Αλλιώς ηθελα να την γράψω ετούτη την ανάρτηση, κι αλλιώς μου βγήκε.

Ήθελα να γράψω για το πως εγώ, ο απεργοσπάστης, πήγα στο σχολείο μου, υπέγραψα την προσωπική μου "συνθήκη της Βάρκιζας" (το παρουσιολόγιο των καθηγητών δηλαδή, την πιστοποίηση πως είμαι καλό σκλαβάκι και υποτακτικός), για το πως μπήκα στην τάξη και με ανάμεικτα συναισθήματα δεν βρήκα ούτε έναν μαθητή μέσα, για το πως "ξέχασα" να συμπληρώσω το απουσιολόγιο και το βιβλίο ύλης, για το πως γύρω στις εντεκάμισυ ξεκίνησα να κατέβω στην πορεία (ναι, εγώ ο απεργοσπάστης), για το πως ο οικονομικός στραγγαλισμός με ευνουχίζει, για το ότι βαρέθηκα να φωνάζω τόσα χρόνια για την αναγκαιότητα ενός απεργιακού ταμείου και όλοι να μου λένε "ναι, ναι" και να φεύγουν παραπέρα -αφού είναι κατανοητό πως κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε "αυτονόμηση" του συνδικαλισμού από επαγγελματίες συνδικαλιστές και εργατοπατέρες και αυτό δεν τους συμφέρει, γιατί πως μετά θα ανταλλάσουν τις καλές τους υπηρεσίες που παρείχαν ως αρχισυνδικαλιστές με καμιά θέση γενικού γραμματέα, προέδρου Οργανισμού, βουλευτή, περιφερειάρχη κλπ κλπ,


Ήθελα που λες να γράψω για το μπλοκάρισμα που νοιώθω τελευταία, όταν σκέφτομαι πως κάποιοι σε κυβερνητικές θέσεις ΠΑΡΑΚΑΛΑΝΕ να έχουν μεγάλη συμμετοχή οι απεργίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού έτσι, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι κάνουν "δώρο" ημερομίσθια σε εκείνους στους οποίους  η ίδια η απεργία στοχεύει να τους εκφράσει την δυσαρέσκεια και την αντίδρασή προς τις επιλογές τους.
Ένα σουρεάλ σκηνικό δηλαδή του στυλ "σου δίνω 60€ την ημέρα, για να σου δηλώσω πως αυτά που κάνεις με βρίσκουν αντίθετο"
Να πάρει ο διάκος, αν η απεργία δεν "τσούζει" τον εργοδότη, τότε τι σκατά απεργία είναι;

Αν είχαμε όμως ένα απεργιακό ταμείο και πέρνανε οι συμμετέχοντες σε μια απεργία έστω τον μισό μισθό ρε παιδάκι μου, το ένα τρίτο, κάτι τέλος πάντων , θα σου έλεγα μετά πόσο θα τους έτσουζε και πόση δυναμική διαπραγμάτευσης θα είχε μια απεργία στην Παιδεία.

Να κάτι τέτοια ήθελα να γράψω, για το πως εγώ ο απεργοσπάστης, (για να μην ξεχνιόμαστε), προσπαθούσα σήμερα να βολέψω την επανάσταση μέσα σε ένα πρόγραμμα τύπου:
- Πάω σχολείο, δίνω "παρών", αφήνω αυτοκίνητο, παίρνω ηλεκτρικό, κατεβαίνω Μοναστηράκι, παίρνω Μετρό, πάω πορεία, βρίσκω τους άλλους, διαδηλώνω, αν προλάβω συγκρούομαι κιόλας, το αργότερο μέχρι δύο παρά είκοσι, μετά Μετρό, ηλεκτρικός, αυτοκίνητο, παίρνω το παιδί από το σχολείο αφου ο δάσκαλός του δεν απεργούσε, παίρνω τον μικρό από τους γονείς μου, γυρνάω σπίτι, έχω μια ωρα πριν φύγω για τις δραστηριότητες των παιδιών, να πάω την σύντροφο στο μάθημα και να την φέρω πίσω, μπορεί να προλάβω να πιώ και δυο τζούρες καφέ, να γράψω κάτι στο blog για να το βγάλω από μέσα μου και μετά λίγο ιντερνετ για να ενημερωθώ.
Να που έτσι όπώς μας έχουν σφίξει τα πράγματα, η επαναστατικότητά μας θα προσμετράται με ένα σύστημα "ωριαίας αντιμισθίας"

Ξέρω κατάντια, αλλά τόσο μπορώ, τόσο κάνω.

Κι ας μου την έλεγε ο φίλος στην πορεία σήμερα "στα παπάρια μου ρε μαλάκα που δεν βγαίνεις οικονομικά, κι εγώ δεν έχω μια και απεργώ. Εδώ γίνεται κοινωνική έκρηξη και εσύ λες δεν βγαίνεις; Στα παπάρια μου λοιπόν"
Ένα δίκιο το έχει, (να μην σου πω και δύο, ίσως και τρία, μπορεί και τέσσερα), αλλά από την άλλη γούσταρε και κατάλαβε και την δικία μου προσέγγιση που λίγο πολύ έχει ως εξής: 

Κουφάλες, αφού είστε τόσο βρώμικοι και ξεφτιλισμένοι και μας την έχετε στήσει από παντού, θα το παλαίψω κι εγώ ανάλογα. 
Σήμερα, εμένα τον απεργοσπάστη, θα με πληρώσετε κανονικά ως "καλό υποτακτικό", αλλά δυστυχώς για εσάς και ευτυχώς για μένα, κι εγώ ήμουν "κάτω" και συμμετείχα. 
Μπορεί να μην είναι "τίμιο" και να μην είναι "επαναστατικά ηθικό", αλλά δεν με ενδιαφέρει καθόλου, πουλήστε αλλού αυτά
Αν μη τι άλλο, "καναπεδάκια σταρχιδστή" δεν θα με κάνετε.
Εδώ γίνεται της μουρλής και της παλαβής, η "επαναστατική δεοντολογία", οι αστικές συμβάσεις και το fair play μας μάραναν
Από το να παίζω το παιγνίδι σας με τους όρους που πλέον ΜΟΝΟ εσείς καθορίζετε και γελάτε σε βάρος μας, θα στοχεύω στις ρωγμές της πανοπλίας σας και θα γελάω εγώ μαζί σας.

ΟΥΣΤ ΛΕΜΕ!

(Ψιτ! Συνάδελφε "απεργέ" που έκατσες σπίτι ή που πετάχτηκες Γλυφάδα για καφέ· εγώ ακόμη κι αν πάλι δεν απεργήσω την επόμενη φορά, θα κατέβω και στο επόμενο συλλαλητήριο, θα εισπνεύσω χημικά, θα κυνηγηθώ, θα συγκρουστώ. Εσύ;)

Υστερόγραφη σημειολογική  παρατήρηση:
Σε κάθε νέο συλλαλητήριο, παρατηρώ οτι αυξάνεται ο αριθμός των στυλιαροφόρων και πως το "πάχος" των στυλιαριών βαίνει αυξούμενο...


Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

«ΠΑΡΑΦΡΟΝ ΚΡΕΑΣ» – KWLOGRIA, εκδόσεις ΚΨΜ



Πολύ μπίχλα ρε συ.
Μπίχλα και των γονέων λέμε (ειδικά αυτών εδώ που τα λέμε)
Λείπουν πολλά από πολλούς και αρχίζουν να λείπουν όλο και περισσότερα από ολοένα και περισσότερους
Αυτό που μου την έχει καρφώσει όμως είναι η απουσία γέλιου γύρω μου.
Προσοχή!
«Γέλιο» έγραψα και όχι «γελοίο»· γιατί από τέτοιους έχουμε πήξει.
(Αν δεν με πιστεύεις, άνοιξε την τηλεόραση σε ένα «δελτίο των οκτώ» ή ακόμη καλύτερα, βάλε μια από αυτές τις «μεσημεριανές» εκπομπές να χορτάσεις γελοίο και να θες να την σπάσεις την γαμωτηλεόραση)

Το γέλιο λοιπόν, αυτό είναι που μου λείπει όπως πιστεύω και σε πολλούς άλλους.
Μην ακούσω τίποτα παπαριές τους στυλ: «οι καιροί είναι σοβαροί, δεν υπάρχει χρόνος για γέλια, τώρα πρέπει να σοβαρευτούμε, να επανακαθορίσουμε το πρόταγμα και να μαζικοποιήσουμε την αντίδραση στην λαίλαπα… κλπ κλπ» γιατί θα αρχίσω να τσιρίζω σαν τον Άδωνι (τι ποιόν Άδωνι; Ένας είναι ο Άδωνις…)
Αν αρχίσει λοιπόν κανείς να λέει τέτοια, τότε μπήκε σε λάθος ιστότοπο. Δυσκοίλιοι ΠΑΜΙΤΕΣ, βλοσυροί υπερεπαναστάτες της πορδής και λοιποί μουντρούχαλοι, ας πατήσουν το κόκκινο «χι» στο πάνω δεξί μέρος της οθόνης τους να μην τους τρώω και τον χρόνο δηλαδής.

Κάνω "κρα" λοιπόν για λίγο ατόφιο και καθάριο γέλιο, χρειάζομαι την δόση μου από ενδορφίνες ρε παιδάκι μου, να μπορέσω να φορτίσω λίγο τις μπαταρίες μου για να την βγάλω καθαρή.
Ευτυχώς το διαδίκτυο προσφέρει μερικές επιλογές. 
Μια από αυτές είναι η γνωστή σε αρκετούς Κωλόγρια.
Μιλάμε για απίστευτη φάτσα, ψυχάρα, με μια απίστευτη ζωντάνια και ένα βρωμόστομα που τσακίζει κόκαλα. Γι’ αυτό άλλωστε έχει «φάει» και την «προειδοποίηση περιεχομένου» όταν πάει κανείς να μπει στο blog της. 
Την «ζημιά» με την «Προειδοποήση περιεχομένου», είμαι σχεδόν σίγουρος πως της την έκανε το lobby των Γιατρών Γαστρεντερολόγων και ο Σύλλογος Πρωκτολόγων επειδή έχαναν πελατεία, αφού είναι συχνό φαινόμενο να διαβάζεις ανάρτησή της και να χέζεσαι στο γέλιο. Φυσική θεραπεία δηλαδή, άρα επικίνδυνη
Εσείς αν δεν έχετε ξαναμπεί στο blog της, μην μασήσετε για την «προειδοποίηση», πατήστε «Κατανοώ και επιθυμώ να συνεχίσω» κι αφήστε τους να κουρεύονται

Λοιπόν, η φιλενάδα η Κωλόγρια έβγαλε βιβλίο!
Έχει κυκλοφορήσει εδώ και τέσσερις- πέντε μήνες από τις εκδόσεις «falimentobooks» ή αλλιώς «εκδόσεις ΚΨΜ» και παίζει να ήμουν από τους πρώτους που το πήρα και το διάβασα.
(Ναι ρε, δεν έγραψα κάτι νωρίτερα, είναι κολπάκι marketing αυτό, αφού τότε έγραψαν κάμποσοι με το που βγήκε στα βιβλιοπωλεία, αλλά το θέμα είναι να υπάρχει «διάρκεια» στην ενημέρωση. Ε, αυτό κάνω τώρα για την φιλενάδα μου. 'Ντάξ' ;)

Κάποιες στιγμές λοιπόν, έπιανα τον εαυτό μου να γελάει σαν χάχας, αφού έβλεπα τυπωμένες σουρεαλιστικές σκηνές (που αντίστοιχες μάλλον όλοι μας έχουμε φανταστεί σε ανάλογες περιπτώσεις ή εντάξει οι πιο χαβαλεδιάρηδες από εμάς), αλλά και κάτι απίστευτες περιγραφές και διάλογους που δεν μου άφησαν άντερο και με έκαναν να σκέφτομαι τι πίνει και δεν μας δίνει.
Το κόλπο και το μοτίβο είναι ότι σε βάζει σε μια διαδικασία παιγνιδιού, να διαλέγεις εσύ την πλοκή του βιβλίου, κάτι σαν προσωπική επιλογή σε παιγνίδι, που αν πας από την μια μεριά βρίσκεις την γκόμενα την αεράτη και την πρόθυμη για όλα, αλλά αν πας από την άλλη σε περιμένει ο «Προκρούστης που είναι και γλυκός και πούστης».
Σου την έχει καρφώσει με τους γείτονες που σου σπάνε τα ούμπαλα, αποφασίζεις εσύ να θα τους τα χώσεις στην μάπα ή θα το αφήσεις για αργότερα.
Αποφασίζεις αν θα μείνεις ή αν θα φύγεις από διάφορες καταστάσεις, αν θα πλακωθείς στο ξύλο ή θα το παίξεις «υπεράνω», αν θα γίνεις γκαίουλας ή αν θα παρακούσεις τον Χριστό, αν θες να φας ή να ψωμολυσσάξεις, όλο επιλογές σου δίνει το άτομο και εσύ απλά διαλέγεις και μετά γελάς με τα χάλια σου.

Επειδή λοιπόν μας λείπει το γέλιο και το χαμόγελο, κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και πηγαίνετε και πάρτε το βιβλίο, να σκάσει λίγο το χειλάκι σας, ειδικότερα όσοι μέρα με την μέρα νοιώθουν την γραμμή των χειλιών τους να τραβιέται προς τα κάτω και προσπαθούν να κρατάνε σφιχτούς τους γλουτούς τους για να μην τους πηδήξει η καθημερινότητα

Δεν γράφω περισσότερα για το βιβλίο γιατί όπως και με τα ανέκδοτα, πρέπει να τα ακούσεις από τον «εξπέρ» για να τα ευχαριστηθείς.
Θα σας δώσω όμως ένα tip:

Σημειώνετε με ένα μολυβάκι από ποια σελίδα πάτε σε ποια, γιατί σας βλέπω να επιστρατεύετε δάχτυλα, αναπτήρες, καλαμάκια, χαρτοπετσέτες, κουταλάκια και να βρίζετε που δεν το κάνατε εξαρχής



Γελάστε λίγο ρε, πάρτε πάνω σας, είμαστε ζωντανοί γαμώ το φελέκι μου μέσα
(Α ναι, και μισούμε θανάσιμα τις δεκαοκτούρες…)

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Σήμερα έμαθα...

... για τη μία τράπεζα που φλερτάρει την άλλη,
... για το μίνι ράλι του χρηματιστηρίου,
... για τον Καραμανλή, που καταπολεμώντας την αγοραφοβία του, αποφάσισε να σκάσει μύτη στη συνεδρίαση της πολιτικής επιτροπής της νουδου,
... για τα πετροδολάρια του Κατάρ που δε θα στερήσουν, λέει, το κοινωνικό δικαίωμα των Αθηναίων στο Ελληνικό,
... για την ψυχρολουσία του ΠΑΟΚ,
... για το τελευταίο φλερτ της λαϊκής βάρδου,
... για την επίσκεψη του Παπανδρέου τζούνιορ στη Θράκη,

αλλά... αλλά... δεν άκουσα τίποτα, δεν έμαθα τίποτα, δεν είδα τίποτα
γι' αυτό.
Εικοστή πέμπτη μέρα, το κέρατό μου, και μούγκα όσοι άλλες τόσες μέρες πριν σήκωναν τον κόσμο με τα λογύδριά τους από τηλεοράσεως.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Guess I'll set a course and go...




Lyrics by David Crosby and Stephen Stills

(Stills): If you smile at me, I will understand
'Cause that is something everybody everywhere does
in the same language.
(Crosby): I can see by your coat, my friend,
you're from the other side,
There's just one thing I got to know,
Can you tell me please, who won?
(Stills): Say, can I have some of your purple berries?
(Crosby): Yes, I've been eating them for six or seven weeks now,
haven't got sick once.
(Stills): Probably keep us both alive.

Wooden ships on the water, very free and easy,
Easy, you know the way it's supposed to be,
Silver people on the shoreline, let us be,
Talkin' 'bout very free and easy...
Horror grips us as we watch you die,
A
Stare as all human feelings die,
We are leaving - you don't need us.

Go, take your sister then, by the hand,
lead her away from this foreign land,
Far away, where we might laugh again,
We are leaving - you don't need us.

And it's a fair wind, blowin' warm,
Out of the south over my shoulder,
Guess I'll set a course and go...

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Τα Γκουαντάναμο της ζωής μας




Όχι δεν είναι οι κρατούμενοι του Γκουαντάναμο. Μια πρόγευση του μέλλοντός μας είναι, που κάποιοι ανάμεσά μας τη ζουν ήδη.

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Στο θρίλερ της καθημερινότητας

Υπαλλήλου ανάβαση
Στο θρίλερ της καθημερινότητας


Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
Αστοχία υλικού
εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 224, ευρώ 14,20


Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης (γενν. 1970) στέλνει για δουλειά τον ήρωα του τέταρτου κατά σειρά βιβλίου του σε μια καφκική εταιρεία βιοτεχνολογίας. Η εργασιακή ημέρα που εκτυλίσσεται στο μυθιστόρημα είναι οπωσδήποτε δύσκολη. Το εν λόγω αφηγηματικό πρωινό, εξαρχής δυσοίωνο, ο Θάνος Αποστόλου φτάνει στο κτήριο της εταιρείας με ρούχα διάστικτα με κόκκινες κηλίδες και λάσπες στα παπούτσια του, εμφάνιση που αντίκειται τόσο στον στοιχειώδη υπαλληλικό καθωσπρεπισμό όσο και στις υψηλές επαγγελματικές του προσδοκίες. Ωστόσο εκείνο που τον φοβίζει πολύ περισσότερο από την ενδεχόμενη επίπληξη του προϊσταμένου του, τον οποίο παρεμπιπτόντως αδημονεί να αντικαταστήσει, είναι η απροθυμία της μνήμης του να ανακαλέσει τα περιστατικά που κατέληξαν στο στραπατσάρισμα της εικόνας του. Η χρονική αλληλουχία έχει θρυμματιστεί στο μυαλό του και μόνο το στιβαρό οικοδόμημα της εταιρείας με τους οχτώ ορόφους του τον καθησυχάζει, και γι' αυτό σπεύδει να χωθεί στον τέταρτο από αυτούς.
Οπως αποδεικνύεται, βέβαια, το αίσθημα της ασφάλειας είναι ό,τι ακριβώς δεν παρέχει η συγκεκριμένη εταιρεία στους εργαζομένους της. Αντιθέτως, ο μηχανισμός επιβολής στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην ανασφάλεια και την καχυποψία, που υποθάλπουν τα άρθρα ενός εσωτερικού κανονισμού δαιμονικής προνοητικότητας. Κατά μία έννοια, η αποδοτικότητα των υπαλλήλων διασφαλίζεται από ένα διαρκές αίσθημα ενοχής, που εξαπολύεται επιτήδεια από τις κορυφές της ιεραρχίας. Ο καθένας μπορεί να βρεθεί ανά πάσα στιγμή υπόλογος για την οιαδήποτε ολιγωρία, ο καθένας είναι απροστάτευτος, για όλους υπάρχουν ενοχοποιητικές ενδείξεις.
Σε αυτό τον κλειστοφοβικό μικρόκοσμο ο ήρωας απασχολείται με ένα οξύμωρο, σχεδόν αντιδεοντολογικό, μέλημα. Πασχίζει να σχηματοποιήσει εκ νέου το πρόσωπό του, αναζητώντας το στα θρύμματα της μνήμης του, ενόσω το υπαλληλικό του καθήκον επιτάσσει την ανωνυμία και την αποποίηση της ατομικότητας, εν ολίγοις τον πληθυντικό αριθμό και όχι τον ενικό, που εκείνος μανιωδώς αποζητεί. Ομως η δυσλειτουργία της συνείδησής του δεν έχει σβήσει μόνο νευραλγικά κομμάτια της ιδιωτικότητάς του, αλλά και έχει διασαλεύσει σοβαρά την πρόσληψη του εαυτού του ως μέρους ενός συνόλου. Από τη στιγμή που αδυνατεί να αντιληφθεί το «εγώ» που ανέκαθεν ήταν, είναι ανίκανος να γίνει και πάλι ένας από τους άλλους, εκείνους που κάθονται στα διπλανά γραφεία κατασκοπεύοντας την ασυνήθη αδράνειά του. Το μόνο σημείο στο χώρο εργασίας που συντονίζεται απολύτως με το κενό της μνήμης του είναι η απουσία της Ελπίδας. Η άδεια καρέκλα της μοιάζει να αποτελεί σκέλος του ίδιου γρίφου που ευθύνεται και για τη μνημονική του διαταραχή. Η ανεξήγητη απουσία της γυναίκας του από το γραφείο εντείνει την ανησυχαστική αίσθηση της διαγραφής του πρόσφατου παρελθόντος. Οι εικασίες του ήρωα γίνονται ολοένα και πιο σκοτεινές, καθώς η μορφή της γυναίκας του συγχέεται κατά την ανάκλησή της με ένα άλλο γυναικείο πρόσωπο, νεκρό από καιρό. Η εικόνα της αλλοτινής αγαπημένης, ντυμένης ένα μακάβριο νυφικό, διαπλέει τη σκοτοδίνη της μνήμης, σαρώνοντας τις άμυνές του, περιφρονώντας την άσκησή του στη λήθη. Η αγωνία του για την Ελπίδα τον φέρνει ξανά αντιμέτωπο με εκείνη τη νεκρή, που σαν να είχε μείνει άταφη, πολιορκούσε για πολλά χρόνια τη ζωή του. Η ανάμνησή της ήταν για εκείνον: «Ενα άταφο πτώμα έξω από τον ανοιγμένο λάκκο του μυαλού μου». Ενας λάκκος που πρόβαλλε και πάλι ανοιχτός, έτοιμος να υποδεχθεί το δεύτερο θύμα του.
Ωστόσο, δεδομένων των συνθηκών, η στοίβα με τα προς διόρθωση έγγραφα που υψώνεται πάνω στο γραφείο του, επείγει σαφώς περισσότερο από μια διαφυγούσα Ελπίδα. Με το κόκκινο στυλό στο χέρι του θα καταφέρει, όπως τόσες άλλες φορές, να παρηγορηθεί από την ψευδαισθητική δύναμη διόρθωσης των λαθών και αποκατάστασης του νοήματος, ακόμα και αν αυτή η δύναμη αναλώνεται στην έκταση μιας σελίδας. Οι γραμματικοί κανόνες λειτουργούν σαν αγχολυτικό, περιορισμένης επενέργειας έστω. Αν, από την άλλη, η επαναφορά της τάξης στην επικράτεια της γλώσσας δεν δρομολογήσει τελικά άλλες, πιο επιτακτικές, τακτοποιήσεις, θα έχει τουλάχιστον συνεργήσει στην απρόσκοπτη αναρρίχηση στο σωρό των υποχρεώσεων.
Ο Χατζημωυσιάδης συναιρεί εύστοχα τον ζόφο της εργασιακής μονοτονίας με τη συνειδησιακή παράλυση του ήρωα, παγιδεύοντάς τον σε ένα παρόν που αντιστρατεύεται κάθε έννοια παρελθόντος και προσωπικής ταυτότητας. Διανύοντας την απόσταση από το σπίτι μέχρι τη δουλειά του, ο ήρωας φαίνεται να έχει χάσει ολοσχερώς την υπόστασή του. Η θέση του στην εταιρεία ακυρώνει την ιδιοπροσωπία του. Ο ίδιος έχει πλήρη επίγνωση αυτού του ακρωτηριασμού: «μια αόριστη αντωνυμία ήμουν σε θέση πάντα αντικειμένου, που πάσχισε κάποτε να εξελιχθεί σε κύριο όνομα γένους αρσενικού, αλλά διατηρούνταν τώρα στην κατάσταση ενός υπό διόρθωση εκφραστικού λάθους το οποίο από στιγμή σε στιγμή θα γινόταν κόκκινη μουντζούρα στο ολοκάθαρο κείμενο της εταιρείας».
Κατά το ωράριο εργασίας οφείλει να σκαρφαλώνει, υποβασταζόμενος από το κόκκινο στυλό του, στη στοίβα με τα υπηρεσιακά έγγραφα, απαλλαγμένος από βαρυτικούς παράγοντες, όπως η αυτοσυνειδησία. Διότι την επόμενη μέρα θα χρειαστεί να ξαναγίνει «καθένας» για να αποδυθεί, από τα χαμηλά πάλι, στην ανάβαση. «Μια οχτάωρη, εννιάωρη και δεκάωρη καθημερινή ανάβαση η δουλειά μου: από την πεδιάδα του ξύλινου γραφείου ώς τη χιονισμένη κορυφή της χαρτούρας, και ξανά την άλλη μέρα και ξανά την άλλη μέρα και ξανά την άλλη μέρα. Κάθε μέρα ανέβαινα και κάθε μέρα κάτω ήμουν».
Η αποπροσωποποίηση του ήρωα δεν αναιρεί την προσωπική του ευθύνη, αλλά αντιθέτως συνιστά την απόρροιά της. Είναι αναμφίβολα οξυδερκές εκ μέρους του συγγραφέα το ότι επενδύει τη νοητική σύγχυση του πρωταγωνιστή με έναν ξεκάθαρα παγιωμένο κυνισμό, ο οποίος βρίσκεται σε τέλεια συστοιχία με τη σηπτικότητα του εργασιακού περιβάλλοντος. Ο κυνισμός του υποδηλώνει την εν πολλοίς εθελούσια καταστολή της μνήμης του. Μια μνήμη την οποία είχε νικήσει στο παρελθόν, στην προσπάθειά του να σφραγίσει τον λάκκο στο μυαλό του. Από τότε που κατήγαγε αυτή την κρίσιμη νίκη, μπορούσε να αντεπεξέρχεται σε κάθε εργασιακή ημέρα χάρη στην υπεραξία που εξασφάλισε «από το αίμα που ξεράθηκε πάνω στην άσφαλτο ενός επαρχιακού δρόμου»• αίμα που φρόντισε να ξεχάσει διά παντός. Συνεπώς η επιλεκτική αμνησία του τη δεδομένη στιγμή είναι ένας δοκιμασμένος από παλιά τρόπος διόρθωσης της πραγματικότητας. Οχι μόνον η επαγγελματική του επιβίωση, αλλά και η προσδοκώμενη απόσπαση του εαυτού του από το ίζημα της υπαλληλικής μάζας, προϋποθέτουν τη νάρκωση της αυτοαντίληψης και το θάψιμο ιδιόχειρων λαθών. Φαίνεται πως προτού ανεβεί στον τέταρτο όροφο της εταιρείας εκείνο το πρωινό, ο ήρωας είχε περάσει ξανά από το «νεκροτομείο της ηθελημένης πλάνης» για να καταψύξει τη συνείδησή του. Ο συγγραφέας καγχάζοντας την ευτέλεια των απαντοχών του, τον επιβραβεύει στο κλείσιμο του μυθιστορήματος με την υλοποίησή τους. Ενας θρίαμβος που έρχεται να προσεπικυρώσει την ηθική του πανωλεθρία.
Αγγίζοντας το ύψος που ανέκαθεν εποφθαλμιούσε, ο Θάνος Αποστόλου διαθέτει πλέον το ακαταμάχητο προνόμιο να ατενίζει από ψηλά τα σκυμμένα κεφάλια των πρώην συναδέλφων του. Ο Χατζημωυσιάδης μεθοδεύει με τρόπο ευρηματικό την πτώση του ήρωα, τοποθετώντας τον σε μια θέση αρκετά υπερυψωμένη, από την οποία η εφιαλτική μετάλλαξη του εαυτού του φαντάζει σαν θαύμα της γενετικής, όμοιο με τα μεταλλαγμένα εταιρικά προϊόντα. Και επειδή η Ελπίδα συνεχίζει να λείπει, εκείνος, ως προϊστάμενός της πια αλλά και ως «εξελιγμένο είδος μιας ψυχικής, ηθικής και πνευματικής διαφοροποίησης», την απολύει, αποφασίζοντας να ξεχάσει, οριστικά αυτή τη φορά, το πληκτρολόγιο, που πριν από μερικές ημέρες είχαν βάψει με αίμα οι κομμένες φλέβες της. Μολονότι εκείνος είχε τη μεγαθυμία να παραβλέψει την «ανορθογραφία» του θανάτου της, προκειμένου να της απευθύνει ένα πολυσέλιδο απολογητικό υπόμνημα, όσο και η έκταση του μυθιστορήματος του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, εκείνη δεν είχε να αντιτάξει στον εκ βαθέων λόγο του παρά ένα σημειωματάριο, παρατημένο στο άδειο γραφείο της, όπου η επαναλαμβανόμενη λέξη «ρεπό» πιστοποιούσε την πλημμελή εργατικότητά της και εντέλει την ορθότητα της απόφασής του να την απολύσει, να την εκδιώξει από το κείμενο της ζωής του. Αλλωστε οι λέξεις ποτέ δεν τον διέψευσαν ούτε του αντιστάθηκαν.
Οπως συνήθως συμβαίνει, στο θρίλερ της καθημερινότητας οι ελπίδες αργά ή γρήγορα εκλείπουν.
Λίνα Πανταλέων, Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία, 12.2.2011

Ψάχνω τη λέξη και Βρίσκω τον τύπο

Θυμάμαι όταν μου ’χε πρωτοπεί την ιδέα του. Ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια πριν. Θυμάμαι όμως την επιφύλαξή μου. Ατιθάσευτη η γλώσσα, πού να τη χωρέσεις. Δεν του είπα τίποτα.
Από τότε άλλαξαν πολλά. Έφυγε η Έλλη, ξανοίχτηκαν τα παιδιά, έμεινε μόνος. Πάντα εκεί, ακούνητος στο χαμηλό βουνό του. Πού και πού πετάγομαι, αλλά ένεκα η ρουφιάνα η διαδρομή και δεν μπορώ να χαρώ το τσίπουρο. Άλλωστε, έχω και τα δικά μου. Ψιλοχαθήκαμε.
Μου το ’στειλε, ακριβέστερα μου τα 'στειλε, την Τετάρτη κι έμεινα έκπληκτος. Όχι που τα κατάφερε, αλλά γι’ αυτά που κατάφερε. Γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα έργο, που απ’ ό,τι φαίνεται θα αραχνιάσει για πολλά χρόνια όλα τα άλλα λεξικά της βιβλιοθήκης μου.
Είναι τίτλος τιμής για το βιβλίο ενός συγγραφέα να νιώθει ο ομότεχνός του ότι θα ήθελε να το είχε γράψει ο ίδιος – κι ας ξέρει κατά βάθος ότι ποτέ δε θα κατάφερνε να το κάνει τόσο καλά. Εγώ πάντως αυτό νιώθω εδώ και τρεις μέρες που τα ’χω και τα χαζεύω.
Ο λόγος για το «Ψάχνω την κατάλληλη λέξη» και το «Βρίσκω τον τύπο που θέλω» (Μεταίχμιο) του Παναγιώτη Εμμανουηλίδη

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Κουφάλα ΖΩΗ, μας έχεις για πλάκα



Μια βδομάδα μετά τον τραγικό θάνατο του φιλαράκου μας του Όσκαρ, πάνω που αποφασίσαμε να πλύνουμε το κλουβί του και να το βάλουμε στην αποθήκη, η ΖΩΗ αποφάσισε να διασκεδάσει με το τυχαίο και να δρομολογήσει νέες καταστάσεις.

Αυτό το γαμημένο το τυχαίο, πόση ομορφιά κουβαλάει και πόση τραγικότητα.

Δεν παίζεται λέμε, δεν έχει όμοιό του, αρκεί να έχεις τις κεραίες σου ανοιχτές για να το πιάσεις την ώρα που συμβαίνει.


Τυχαία ο πεθερός μου, πήγε στα παλιά του στέκια και εντόπισε τον γάτο του Αλί του λαθρομετανάστη που ξαναγύρισε στο Ιρακ με ιταλικό διαβατήριο, να έχει στριμώξει σε ένα δέντρο ένα καναρίνι και να είναι έτοιμος να το μουρντάρει.

Το κλουβί καθαρίστηκε για να υποδεχτεί τον τυχερό καινούριο τρόφιμο…

Αυτή την περίοδο είμαι στην πρίζα με την καλή έννοια, ξανανακαλύπτω πράγματα, ξεθάβω και ρετουσάρω μισοφαγωμένες ελπίδες, αναπροσαρμόζω στόχους και επανασχεδιάζω, διασκεδάζω την ματαιοδοξία μου και την φθαρτότητά μου, φίλοι μου βάζουν πνευματικό κωλόχερο και το δέχομαι θετικά (μόνο μην μου μείνει συνήθειο), ιεραρχώ πράγματα από την αρχή, ΖΩ γ@μώ την καντίφλα μου μέσα, τρώω την πίεση στην μάπα, τεστάρομαι και γουστάρω.

Σήμερα συνάντησα τυχαία στο ίδιο κτίριο που παρακολουθώ ένα σεμινάριο, μια παλιά συμφοιτήτρια μετά από 24 χρόνια, ίδια έχει μείνει, φοβερό χαμόγελο, απίστευτο βλέμμα, θηλυκό με όλη την έννοια της λέξης, νομίζω ήμουν τσιμπημένος μαζί της κι αυτή το ίδιο αλλά μας είχαν φάει οι συμβάσεις και τα πρέπει.
Δεν βαριέσαι, να είναι καλά και να είμαι κι εγώ καλύτερα

Χαϊδεύω το μοναδικό πούπουλο του Όσκαρ που βρήκε και κράτησε ο μικρός, χαμογελάω και συνεχίζω

Για πλάκα μας έχει η ΖΩΗ, όλα καλά λοιπόν, γελαδεροί κι εμείς, μέσα στην φθορά και να γουστάρουμε..

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Η τελική εργασιακή λύση

(Ο Κουνενής προλειαίνει το έδαφος για τη μεταπήδησή του στη θέση του Υπουργού Οικονομικών. Απολαύστε τον)

Κατόπιν των παραινέσεων των αξιοτίμων εκπροσώπων της τρόικας για περαιτέρω μεταρρύθμιση των συμβάσεων εργασίας, στην κατεύθυνση της ριζικής αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων, παίρνω το θάρρος να προτείνω σχετικό σχέδιο νόμου.
Άρθρο πρώτο: Η σύμβαση εργασίας μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού είναι ατομική και διαρκεί μια ώρα (εξήντα πρώτα λεπτά ή τρεις χιλιάδες εξακόσια δεύτερα λεπτά). Η σύμβαση υπογράφεται μόνον από τον εργοδότη, ο οποίος και δικαιούται να την ανανεώνει αυτομάτως, στο πρώτο λεπτό που ακολουθεί τη συμπλήρωση εκάστης ώρας. Στην ειδική περίπτωση των ζημιογόνων επιχειρήσεων ο υποχρεωτικός χρόνος της σύμβασης περιορίζεται στο ημίωρο (τριάντα πρώτα λεπτά, ή χίλια οχτακόσια δευτερόλεπτα).
Άρθρο δεύτερο: Ο μισθωτός αμείβεται με σύστημα χρονοχρέωσης ανά δευτερόλεπτο, κατά το πρότυπο της κινητής τηλεφωνίας.
Άρθρο τρίτο: Ως κατώτατη αμοιβή ορίζεται το ποσόν των δυο (2) λεπτών του ευρώ ανά λεπτό της ώρας (μικτά).
Άρθρο τέταρτο: Σε περίπτωση υπερωριακής απασχόλησης ο μισθωτός λαμβάνει από τον εργοδότη του αμοιβή σε είδος (ξηροί καρποί, γάλα, ενδύματα που δεν χρειάζεται πλέον ο εργοδότης κ.λπ)
Άρθρο πέμπτο: Σε περίπτωση μονομερούς εκ μέρους του εργοδότη επιμήκυνσης της σύμβασης πέραν του έτους, και εφόσον ο εργαζόμενος απασχολήθηκε υπερωριακώς κατά το διάστημα των 300 εργασίμων ημερών για χρονικό διάστημα υπερβαίνον τις χίλιες τριακόσιες τριάντα (1330) ώρες, ο εργοδότης υποχρεούται να του παράσχει σύνολο ειδών διατροφής, θερμισικώς ισοδύναμο των εβδομαδιαίων αναγκών του. Προτεινόμενο πακέτο: Γαλέτες (500gr), Φακές (1kg), Μακαρόνια (500gr), γάλα σε σκόνη (300gr) πληγούρι (500gr) φυστίκια (200gr) μπύρες (3) σόδες (3) τόνους σε κονσέρβα (2), σαρδέλες σε κονσέρβα (2) ντολμαδάκια σε κονσέρβα (2).
Άρθρο έκτο: Οικειοθελής αποχώρηση του μισθωτού από την επιχείρηση, χωρίς τη προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του εργοδότη του, τιμωρείται με την καταβολή από τον πρώτο στον δεύτερο αποζημίωσης, ίσης με το ½ των συνολικών αποδοχών του μισθωτού. Σε περίπτωση που ο μισθωτός αποχωρήσει χωρίς σχετική προειδοποίηση (εξαφανισθεί), ο εργοδότης δικαιούται να διεκδικήσει την επιστροφή του συνόλου των μισθών, εφόσον τον εντοπίσει.
Άρθρο έβδομο: Η απόλυση του μισθωτού από τον εργοδότη, πριν ή κατόπιν της λήξης της σύμβασης δεν επιβαρύνει τον δεύτερο με υποχρέωση χρηματικής αποζημίωσης προς τον πρώτο.
Άρθρο όγδοο: Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του μισθωτού με τους όρους της σύμβασης, την εργατική νομοθεσία ή την εκπεφρασμένη βούληση του εργοδότη, ο τελευταίος δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης, ίσης με τα 5/6 των αποδοχών του πρώτου.
Άρθρο ένατο: Σε περίπτωση συμμετοχής του μισθωτού σε απεργία, ο τελευταίος, εκτός της απόλυσής του, επιβαρύνεται με συμβολική αποζημίωση ψυχικής οδύνης προς τον εργοδότη, ύψους χιλίων εικοσιπέντε (1025) ευρώ.

Ν.Κουνενής
kounenik@yahoo.gr



Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Από τους σαράντα στους εκατό τόσους...

"Μα τι γίνεται εκεί πάνω"; ρωτάει συνάδελφος από την Κρήτη.

Απολύτως εύλογη η απορία: έλα, ντε... Τι γίνεται;

Δε στέγνωσε καλά καλά η μελάνη από την απόφαση του τριμελούς πλημμελιοδικείου Γιαννιτσών που έθεσε σαράντα εκπαιδευτικούς, ανάμεσά τους και τον υποφαινόμενο, από το 2ο ΓΕΛ προ της εξόδου από τη δημόσια εκπαίδευση και μια νέα υπόθεση ήρθε να επιβαρύνει το ήδη βεβαρημένο κλίμα.

Τα πράγματα έχουν ως εξής:

Εκπαιδευτικός από τον οποίο (κακώς) αφαιρέθηκαν μόρια από την πρόσθετη διδακτική στήριξη/ενισχυτική διδασκαλία με το αιτιολογικό ότι εργαζόταν παράλληλα στον οργανωμένο φροντιστηριακό χώρο συνέλεξε ονόματα από άλλους που έκαναν το ίδιο και προέβη σε αναφορά. Τυπικά πρόκειται για παραβίαση μιας σχετικής υπουργικής απόφασης, αλλά είναι κάτι παραπάνω από αυτονόητο πως είναι φύσει αδύνατο να συντηρηθεί άνθρωπος με την ανασφάλιστη και κακοπληρωμένη πεντάωρη και εφτάωρη εβδομαδιαία εργασία της πρόσθετης διδακτικής στήριξης/ενισχυτικής διδασκαλίας. Τώρα καμια εκατοσταριά τόσοι συνάδελφοι υπομένουν τη διαδικασία της ΕΔΕ, με ορισμένους ανάμεσά τους να κινδυνεύουν να χάσουν το δικαίωμα του διορισμού ή να απειλούνται με απομάκρυνση από την υπηρεσία στην περίπτωση της αφαίρεσης τέτοιων μορίων.

Αναρωτιέμαι λοιπόν:

- Ποια η ηθική/πολιτική νομιμοποίηση της μετακύλισης του δικού μου προβλήματος στις πλάτες εκατό τόσων συναδέλφων;

- Ποιο όφελος προσδοκώ με το να γενικεύω και να απλώνω την αδικία που ασκήθηκε σε βάρος μου;

- Πόσο προστατεύω και προάγω το δίκιο μου, όταν το υπηρετώ με άδικα μέσα;

"Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν" που 'λεγε στον Τελευταίο Σταθμό κι ο Σεφέρης.

Σπείραμε ατομικούς κόσμους, θερίζουμε θρυμματισμένες κοινωνίες.

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Άρρητο


ε κ δ ό σ ε ι ς
ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Σόλωνος 133, 106 77 Αθήνα, τηλ. 210-3806305, φαξ: 210-3838173,
http://www.alexandria-publ.gr w email: alexpubl@alexandria-publ.gr










ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ





Ναζή Χατζημωυσιάδου
Ά ρ ρ η τ ο
ISBN: 978-960-221-502-9, σελ.35, σχ. 14x21, α’ έκδοση Δεκέμβριος 2010

…Λευκά κεριά μετεωρίζονται στο σκοτάδι
ανάβοντας ουρανό ως τη ζωή μας
κι ο άνθρωπος ξημερώνει άνθρωπος
εξημερώνοντας το θάνατο μέσα του.
Παιδική ηλικία ψιχαλίζει στη γη.


…αέρας σηκώνεται στις φωνές των αστεριών
πέφτοντας συνέχεια ανοίξεις
και η ψυχή ξεπαγιάζει ανθρώπινη ουσία.


Είμαι χρώμα
τόσο πολύ χρώμα
μες στο θάνατο
που μαζεύω από το χέρι του
τις τελευταίες λέξεις των νεκρών
και φτιάχνω φως



Η Ναζή Χατζημωυσιάδου γεννήθηκε το 1966. Εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Του έρωτα, της ψυχής και των οστράκων" (Εκδόσεις Δωδώνη, 2004).