Πρόκειται για διήγημα. Είναι το διήγημα μιας μαθήτριάς μου (Κ.Α.). Το θέτω υπόψη σας. Φρονώ πως είναι ό,τι πιο αληθινό, ό,τι πιο αυθεντικό, ό,τι πιο δυνατό διάβασα τον τελευταίο καιρό. Σημειωτέον πως δεν υπήρξε η παραμικρή δική μου παρέμβαση. Το αν τα εξιστορούμενα είναι προϊόν μόνο μυθοπλασίας ή έχουν και πραγματική βάση, μπορεί ο καθένας να το καταλάβει. Την κρίση σας σάς παρακαλώ...

Ας ήταν όνειρο
Είναι ένα όνειρο, ένα φρικτό όνειρο που όπου να’ ναι θα μ’ αφήσει απ’ τα δίχτυα του και θα με αποθέσει στη πραγματική ζωή. Ένα όνειρο από αυτά που δε θέλεις, μα τα βλέπεις κάθε βράδυ. Ένα όνειρο σκοτεινό, σαν τα μυστήρια που μόνο η νύχτα μπορεί να κρύβει. Ένα όνειρο ψεύτικο, μα συνάμα και τόσο αληθινό.
Κάποιοι φοβούνται αυτά τα όνειρα, τα αποκαλούν εφιάλτες και σηκώνονται άρον-άρον μες τη νύχτα πιστεύοντας πως μπορούν να τους ξεφύγουν. Μάταια. Από τα όνειρα, κανείς δε ξεφεύγει. Είναι κάτι σαν τις χίμαιρες. Τις κυνηγάς, τις κυνηγάς, μα ποτέ δε θα τις φτάσεις. Έτσι και τα όνειρα. Σε κυνηγούν, σε κυνηγούν και κει που πάνε να σε φτάσουν, πετάγεσαι από το μαξιλάρι και τους ξεφεύγεις… ή τουλάχιστον νομίζεις πως τους έχεις ξεφύγει. Είναι μπερδεμένη ιστορία, ανεξήγητη, σαν τα όνειρα.
Θέλοντας να γευτώ αυτή την εμπειρία, ετοιμάστηκα και ξάπλωσα από νωρίς. Είχα σχεδιάσει το δικό μου όνειρο. Πήρα μαζί μου τα αγαπημένα μου πρόσωπα και όλη τη μέρα το σκηνοθετούσα. Δεν υπολόγισα όμως κάτι…
Όταν τα αστέρια κέρδισαν το φως της ημέρας, έπειτα από μεγάλη πάλη. Όταν πια τα πουλιά έπαψαν να τραγουδούν και ο κόσμος έπαψε να τριγυρνά στα σοκάκια της πόλης, έπεσα στο βαθύ, ελεήμονα ύπνο . Έθεσα τον εαυτό μου στις υπηρεσίες του άρχοντα του σκότους και έκλεισα τα παράθυρα του προσώπου μου.
Ξαφνικά χάθηκα. Σκοτάδι. Ησυχία. Γαλήνη. Είχα το παράθυρο ανοιχτό και ο δροσερός αγέρας της άνοιξης χτυπούσε ρυθμικά τις κουρτίνες του δωματίου. Ένιωθα ένα άγγιγμα στη σάρκα μου, τόσο τρυφερό και τόσο ευχάριστο. Ήταν ο αγέρας. Ένα χάδι απαλό, στοργικό, σαν το χάδι του πατέρα στο παιδί του για καληνύχτα, για επιβράβευση, χωρίς λόγο…
Και ήρθε η στιγμή που στεκόμουν έξω από τις πύλες του ονείρου. Ίσως να διστάζω να τις διαβώ. Ίσως να φοβάμαι να βρεθώ στη κατάσταση του ονείρου, σε μιαν άλλη ζωή στην οποία όμως και πάλι εγώ κατέχω το ρόλο του κεντρικού ήρωα. Σ’ αυτή την άλλη ζωή όμως, δεν είμαι εγώ ο σκηνοθέτης, ούτε και διαλέγω τους υπόλοιπους ηθοποιούς της παράστασης. Το χειρότερο; Δεν γνωρίζω καν τη πλοκή. Θεατές δεν υπάρχουν ή υπάρχουν και δεν τους βλέπω. Ούτε και κοστούμια υπάρχουν. Είναι μια παράσταση διαφορετική από τις άλλες και ξεχωριστή για τον καθένα. Έτσι και για μένα. Έκλεισα λοιπόν τα μάτια, επιβιβάστηκα στο καράβι του ονείρου, οι κουρτίνες άνοιξαν και η παράσταση ξεκίνησε…
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Ήταν λέει Παρασκευή και όπως κάθε μέρα, στο σπίτι μου επικρατούσε το απόλυτο χάος. Χάος με την καλή έννοια. Χάος από φωνές χαρούμενες. Χάος από διάφορα αισθήματα αγάπης που αιωρούνται πάνω απ’ τα κεφάλια μας συγκεχυμένα. Χάος από υπερβολική χαρά.
-Καλημέρα μπαμπάκα. Έλα σήκω, είναι εννιά το πρωί, του έλεγα τα Σάββατα.
-Ναι, ναι. Δεν μπορώ να σηκωθώ έτσι, έλεγε πάντα κάνοντας τον κουρασμένο για να κλέψει λίγες ακόμα ώρες ξεκούρασης.
-Σήκω, σήκω μπαμπάκα. Στη κουζίνα σε περιμένει το πρωινό σου και η οικογένεια. Μην αργήσεις.
-Ναι, ναι έλεγε και μόλις καταλάβαινε πως έφευγα από το δωμάτιο, γρήγορα παραμέριζε τα σκεπάσματα, ετοιμαζόταν και ερχόταν στη κουζίνα να μας δει όλους πριν φύγει ο καθένας για τις υποχρεώσεις του.
Εκείνη την ημέρα οι γονείς μου είχαν προγραμματίσει να περάσουν τη βραδιά τους σε κάποιο κέντρο διασκέδασης, καθώς ήταν προσκεκλημένοι σε γενέθλια ενός οικογενειακού φίλου. Έτσι, η μητέρα μου ήταν στο σπίτι.
-Καλημέρα σε όλους, έλεγε ο μπαμπάς καθώς όλο χαμόγελο έμπαινε στη κουζίνα. Έπειτα περνούσε από τον καθένα ξεχωριστά για να εισπράξει τα φιλιά του.
-Καλημέρα, λέγαμε αμέσως τα υπόλοιπα πέντε μέλη της οικογένειας.
-Πιες το καφέ σου ως που είναι ζεστός, έλεγε η μητέρα στον πατέρα μου καθώς του έφτιαχνε το γιακά από το πουκάμισο που πάντα έφτιαχνε πρόχειρα μόνος του.
-Άσε τώρα τον καφέ, αφού σας πρόλαβα πριν φύγετε… έλεγε ο πατέρας μου και μας κοίταζε με τέτοιο καμάρι, λες κι είχαμε κάνει το πιο σπουδαίο επίτευγμα. Η αλήθεια βέβαια είναι πως είχαμε κάνει, το πιο σπουδαίο ίσως επίτευγμα για τον πατέρα μου. Ήμασταν αγαπημένοι και σωστά παιδιά στη κοινωνία, όπως αυτός μας έμαθε.
Φύγαμε λοιπόν όλοι και στο σπίτι έμεινε μονάχα η μητέρα μου. Είχε να τακτοποιήσει το νοικοκυριό της και έπειτα τις ετοιμασίες για το βράδυ. Ήταν τόσο ευτυχισμένοι και οι δυο τους, που ακόμη κι αν τόσο πολύ το ήθελα δεν μπορούσα να τους πω να το αναβάλλουν. Πίστευα πως θα διέπραττα αμαρτία εάν τους έλεγα, έστω και για πλάκα, να μείνουν σπίτι απόψε. Δεν μπορούσα να τους σβήσω το χαμόγελο από τα χείλη, όπως το νερό της θάλασσας σβήνει όσα έχουμε χαράξει στην άμμο. Δεν μπορούσα να τους πάρω έτσι εύκολα τη χαρά, όπως ο χάρος παίρνει τη χαρά μας στερώντας μας τα αγαπημένα μας πρόσωπα.
Και έφτασε η στιγμή που οι γονείς μου περίμεναν. Ο ήλιος τραβούσε να δύσει και ο ουρανός άρχισε να παίρνει ροδί χρώμα και να αγκαλιάζει τη πλάση. Βράδιασε και σε λίγο θα έφευγαν. Η παράστασή μου είχε φτάσει ακριβώς στα μισά της. Κανονικά, θα έπρεπε να γίνει διακοπή για διάλειμμα. Να σβήσουν όλα. Να σταματήσουν εκεί. Να ξυπνήσω. Μα η λέξη χρόνος για τα όνειρα, είναι άγνωστη. Δυστυχώς.
-Μπαμπάκα να περάσετε καλά και να μας παίρνετε συνέχεια τηλέφωνο, ήταν η παράκλησή μου στον πατέρα μου. Μπαμπά…
-Τι είναι μπαμπάκα μου; Δεν θέλεις να πάμε έτσι δεν είναι;
Είχα το κεφάλι κατεβασμένο χάμω. Μόλις το σήκωσα, συνάντησα δυο μάτια γεμάτα στοργή να με σημαδεύουν. Ήταν ο πατέρας μου, περίμενε μιαν απάντηση. Σκέφτηκα να του πω: « μη φύγεις, μείνε εδώ», αμέσως όμως διέγραψα αυτή τη σκέψη από το μυαλό μου. Αμέσως, όπως τα σχέδια που φτιάχνουν τα παιδιά στα τζάμια, ακουμπώντας τα χείλη τους πάνω και ανασαίνοντας βαθιά.
-Να πάτε, απάντησα αμέσως, και να περάσετε καλά.
-Σίγουρα; Ρώτησε ο μπαμπάς μου με ύφος, σαν αυτό του γονιού που έχει καταλάβει τη ζημιά που ήδη έχει κάμει το παιδί του, μα περιμένει να την αποκαλύψει μόνο του. Τώρα η ματιά του ήταν πιο εξεταστική. Ξεκλείδωνε μεμιάς όλες τις σκέψεις στο μυαλό μου. Τις συγκράτησα. Του έδωσα ένα φιλί. Μου το ανταπέδωσε και έσκυψε στο μέρος μου θέλοντας να μου πει ένα μυστικό.
-Είμαι πολύ τυχερός απ’ όσο δικαιούται και αξίζει κανείς να είναι στη ζωή του. Είμαι πολύ τυχερός, διότι απέκτησα τέσσερα τέκνα που μέρα με τη μέρα με κάνουν όλο και πιο υπερήφανο. Θέλω να το ξέρεις και να το πεις σε παρακαλώ και στα αδέρφια σου. Εισέπραξα ακόμη ένα φιλί κι έπειτα έφυγαν. Του φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα πως τον αγαπάω πολύ, πολύ, πολύ. Με τη δύναμη της σκέψης μου…
Αυτή μπορώ να πω πως ήταν και η αγαπημένη μου σκηνή. Όμως η παράσταση δεν τελείωσε ακόμα, απλά ξημέρωσε μέσα στη νύχτα.
Ο ήλιος είχε βγει από νωρίς, χωρίς η μέρα να έχει καλά καλά εγκατασταθεί. Η γη χασμουριόταν καθώς γλυκά γλυκά της τραγουδούσε η ζωντανή χορωδία της φύσης. Ένιωσα ένα δρόσισμα να διασχίζει τα πόδια μου. Έπειτα να χαϊδεύει τη μέση μου και σιγά σιγά να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στα ρουθούνια μου και μου έκοψε την αναπνοή.
Παραμέρισα τα στρωσίδια και έτρεξα στη κάμαρα των γονιών μου να μου πουν πως πέρασαν. Ποιους είδαν; Τι έκαναν; Είναι καλά; Διέσχισα έναν μικρό διάδρομο που χώριζε το δωμάτιο μου με των γονιών μου και σε διάστημα λίγων δευτερολέπτων βρισκόμουν έξω από τη πόρτα τους. Είχα τόση αγωνία, λες κι έπαιρνα εκείνη την ώρα τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής μου.
Τότε ήταν που ήθελα όσο τίποτα στον κόσμο να ξυπνήσω. Να μη ζήσω κάτι που δεν ήθελα. Μα η δύναμη του ονείρου ήταν τόσο μεγάλη, που με καθιστούσε αδύναμη να την αντιμετωπίσω. Με νίκησε σε αγώνα άνισο.
Άνοιξα την πόρτα, σαν να άνοιγα μια ταφόπλακα. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά τώρα πιο δυνατά. Ήταν τρομαγμένο πουλί που του είχαν κόψει τα φτερά, ο εχθρός πλησίαζε και δεν ήξερε που να κρυφτεί. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να με διακατέχει ο φόβος. Δεν ήταν εκεί. Είδα ένα άδειο κρεβάτι. Αμέσως έτρεξα στο δωμάτιο του αδερφού μου. Ούτε κι αυτός ήταν εκεί. Κάτι συνέβη. Πήρα το τηλέφωνο στα χέρια και κάλεσα τον πατέρα μου. Μια άγνωστη φωνή μου απάντησε.
-Παρακαλώ;
-Ποιος είναι, ρώτησα τώρα ταραγμένη. Ποιος να ήταν αυτός; Αφού εγώ κάλεσα τον πατέρα μου.
-Είμαι ένας φίλος του πατέρα σου, μην ανησυχείς είναι καλά.
-Πού είναι; Ποιός φίλος και κουραφέξαλα; Δώστε μου σας παρακαλώ τον πατέρα μου. Η φωνή μου πήρε τώρα μια χρειά τόσο δυναμική που απόρησα με τον εαυτό μου, μα δεν είχα καιρό για τέτοια.
-Είχαν ένα τροχαίο, μα μην ανησυχείς αγάπη μου και το βράδυ θα είναι στο σπίτι οι γονείς σου.
«Είχαν ένα τροχαίο». Αυτέ οι τρείς λέξεις κύκλωναν τώρα το μυαλό μου. Ήμουν σα ζωντανό πτώμα. Φοβόμουν για το τώρα. Φοβόμουν για το μετά. Ένιωθα σαν να ανέβηκα στον Παράδεισο και γρήγορα κάποιο χέρι με πέταξε στην Κόλαση. Αυτήν που τότε βίωνα τόσο έντονα.
Κάθισα κάμποσα λεπτά με το τηλέφωνο στο χέρι, μήπως και με καλέσει ο πατέρας μου. Δεν ήθελα να τον κάνω να περιμένει. Ούτε δυο ώρες πέρασαν και έξω από το σπίτι μας συνωστισμός. Φωνές οργής. Πόνου. Απογοήτευσης. Δεν πρόλαβα να καταλάβω προς τι όλο αυτό και χτύπησε η πόρτα. Ήταν μια οικογενειακή φίλη.
-Ο μπαμπάς σου…
-Πού είναι; Είναι κάτω; Τρέχω!
-Όχι δεν θα έρθει, ξέρεις…
- Όχι, πες μου που είναι ο μπαμπάς μου.
-Σκοτώθηκε σε τροχαίο. Δυστυχώς. Χτύπησε στην αορτή και…λυπάμαι.
Η είδηση αυτή έφτασε και πλάκωσε τη καρδιά μου σαν ταφόπλακα. Ταφόπλακα που ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να είχε πλακώσει χίλιες φορές εμένα και όχι τον πατέρα μου. Αυτές ήταν οι πρώτες μου σκέψεις. Δεν μπορούσα να βγάλω άχνα. Είχε σταματήσει η φωνή μου, όπως είχε σταματήσει να χτυπά και η καρδιά του πατέρα μου πριν λίγες ώρες. Το μόνο που σκεφτόμουν τότε, ήταν το απόλυτο τίποτα.
Ο ήλιος του έδυσε και ποτέ πια δε θα ανατείλει. Ο ίσκιος του έσβησε και δεν θα τον βλέπω πια να τριγυρνά στους τέσσερις τοίχους του δωματίου μου τα βράδια. Αυτά σκεφτόμουν τώρα, όπως και πριν μα φοβόμουν να το καταλάβω. Ο πανικός ήταν αυτός που με σκότωσε πριν τον πατέρα μου.
Η είδηση για το χαμό του, φτερούγιζε τώρα από σπίτι σε σπίτι. Μια μαύρη λαοθάλασσα πλημμύρισε το σπίτι μας. Περίμεναν να πουν το στερνό αντίο στον πατέρα μου. Πρόσωπα απορημένα. Πρόσωπα λυπημένα. Περίμεναν…
Σε λίγη ώρα, ένα επίμηκες, μαύρο αυτοκίνητο, έκανε στάση μπροστά από το σπίτι μας. «Έφεραν τη σωρό του πατέρα μου». Δεν πίστευα ποτέ πως θα σκεφτόμουν κάτι τέτοιο στη ζωή μου και να που τώρα αυθόρμητα το σιγομουρμούριζα. Τον έφεραν πάνω. Στο σπίτι του. Στο σαλόνι του. Στο σαλόνι που πριν από ένα εικοσιτετράωρο καθόμασταν μαζί.
Τον είδα, μα όχι εκείνος. Ήταν μια αντάμωση στυφή, δίχως δρόσισμα συγκίνησης, αγάπης, στοργής. Δίχως μια κουβέντα. Ο νους μου αρνιόταν να καταλάβει αυτό που έβλεπαν τότε τα μάτια μου. Πού πήγε το χαμόγελο του; Εκείνο το χαμόγελο που έσκαζε σαν φούσκα και μου αγαλλίαζε τη ψυχή. Πού πήγε η αγκαλιά του που άνοιγε και περίμενε να χωθώ μέσα της; Πού πήγε η ευτυχία μου;
Καθόμουν από πάνω του δίχως να σκέφτομαι τίποτα. Ό, τι και να γινόταν τότε δε θα με συγκινούσε. Τίποτε δε θα μπορούσε να δονήσει τις χορδές της καρδιάς μου. Δεν θα μπορούσα να αισθανθώ περισσότερη πίκρα, αποκαρδίωση, πόσο μάλλον χαρά.
-------------------------------------------------------------------------------------------------
Ξαφνικά πετάχτηκα από το κρεβάτι. Επιτέλους ξύπνησα. Η παράσταση διεκόπη χωρίς το φινάλε μου.
-Τι εφιάλτης ήταν αυτός Θεέ μου;
Καθόμουν κάμποση ώρα στο κρεβάτι και σκεφτόμουν τον εφιάλτη που έζησα προ ολίγου. Θεέ μου, ήταν τόσο ζωντανός. Τόσο ανατριχιαστικός εφιάλτης.
Τώρα ένα ρίγος διαπερνά το κορμί μου στη θύμησή του. Τυλιγμένη στα σκεπάσματα σκέφτομαι. Σκέφτομαι όσα δεν μπορούσα να σκεφτώ τότε, καθώς τα έβλεπα και τα ζούσα συνάμα. Σκέφτομαι πως είναι δυνατόν να συμβούν αυτά. Σκέφτομαι την είδηση που ήρθε και στάθηκε σαν κόμπος στο λαιμό μου. Σκέφτομαι εκείνη τη μαύρη λαοθάλασσα που πλημμύρισε το σπίτι μας. Σκέφτομαι τον πατέρα μου, θλιμμένο να ξαπλώνει σε κείνο το απαίσιο κρεβάτι που είθισται να ξαπλώνουν μονάχα άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας. Σκέφτομαι αδιάκοπα. Απλά σκέφτομαι.
Σταμάτησα απότομα αυτές τις σκέψεις. Τώρα ένα αίσθημα φόβου, ένα αίσθημα αγωνίας έρχεται και καρφώνεται στην καρδιά μου. Έρχεται και καρφώνεται βαθιά μέσα σ’ αυτή. « Γιατί να είδα στον ύπνο μου όλα αυτά; Ποιος πλάθει άραγε τα όνειρα; Εγώ; Εγώ δε θέλω να χάσω τον πατέρα μου. Ποιος όμως; Μήπως κάποιος κακός δαίμονας που θέλει να με προειδοποιήσει για κάτι; Για ποιο πράγμα όμως;».Τόσα ερωτήματα και καμιά απάντηση. Έτρεχαν στο μυαλό μου απ’ τα δεξιά στ’ αριστερά και τανάπαλιν. Εγώ με καρδιά στραγγισμένη από τον πόνο προσπαθώ να δώσω κάποιες απαντήσεις. Μάταια. Τι όνειρο κι αυτό; Πόσο με επηρέασε;
Σηκώθηκα από το κρεβάτι. Ήθελα να βγω λίγο έξω να περπατήσω. Πίστευα πως ο καθαρός αέρας θα με προικίσει με το οξυγόνο του και θα σκεφτώ πιο καθαρά.
Περπατούσα κάμποση ώρα για να φτάσω στον προορισμό μου. Με μια δέσμη γαρύφαλλα κάθισα στο τσιμεντένιο δάπεδο και κοιτούσα τον πατέρα μου. Με κοιτούσε κι εκείνος επίμονα. Από το βλέμμα του καταλάβαινα πως ράγιζε η καρδιά του να με βλέπει έτσι, με μάτια βουρκωμένα. Αποφάσισα να σπάσω εγώ τη σιωπή.
-Είχα πάλι αυτόν τον τρομερό εφιάλτη. Θυμάσαι; Σου είχα μιλήσει και τις προάλλες. Πάλι σηκώθηκα και προσπαθούσα να δώσω απαντήσεις. Ξέρω πως ποτέ δεν θα μπορέσω κι εσύ δε λες τίποτα.
Δεν άντεξα άλλο. Ακούμπησα τα γαρύφαλλα που είχα μαζί μου πάνω στα χαλίκια που διψούσαν και που τα πότιζα με τα δάκρυά μου.
-Φεύγω, είπα στον πατέρα μου, μα θα ξανάρθω αύριο. Δεν πήρα απόκριση.
Πήρα το δρόμο του γυρισμού με βήματα βαριά. Είχα διανύσει σχεδόν τη μισή διαδρομή. Γύρισα το κεφάλι πίσω και κοίταξα στο μέρος του πατέρα μου. Καθόταν εκεί και με κοίταζε που απομακρυνόμουν. Είδα και τα γαρύφαλλα που του είχα προσφέρει. Ήταν εκεί. Πάνω στα χαλίκια. Πλάι στο Σταυρό. Μπροστά από τη φωτογραφία του πατέρα μου.
-Ας ήταν όνειρο…