Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

5. "Η οπωροφόρα επανάσταση

1. "Απολογητικό υπόμνημα"
2. "Μια μαύρη τρύπα στο κεφάλι μου"

3. "Οι αδιάσειστες ενδείξεις"
4. "Τα Κιλιμάντζαρα της ζωής μου"


Ξέρω τώρα τι θα μου πεις. Ότι αν πραγματικά νοιαζόμουνα για σένα θα μπορούσα με ένα απλό τηλεφώνημα να ξεκαθαρίσω την κατάσταση και να μάθω τι ακριβώς συνέβαινε. Το πιο εύκολο: σου τηλεφωνώ στο σπίτι ή στο κινητό και μου λύνεις μια και καλή όλες τις απορίες.
Νομίζεις ότι δεν το σκέφτηκα, ε; Μάθε λοιπόν ότι τρεις φορές σήκωσα το ακουστικό κι άλλες τόσες το μετάνιωσα. Σα να με εμπόδιζε κάτι. Πες το φόβο, πες το αδιαφορία, πες το όπως θέλεις – δε με ενδιαφέρει πια καθόλου. Εγώ πάντως το λέω «η φωνή της λογικής». Αφού ακόμη κι ο τελευταίος υπάλληλος της εταιρείας γνωρίζει ότι εδώ μέσα όλες οι τηλεφωνικές συνομιλίες καταγράφονται κι ότι «η χρήση κινητών τηλεφώνων, εν ώρα εργασίας, δέον να αποφεύγεται», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο εσωτερικός κανονισμός στην παράγραφο 5 του άρθρου 11. Τον ξέρω από έξω κι ανακατωτά. Αφού τρεις φορές μού ανέθεσαν τη φιλολογική του επιμέλεια και σε ορισμένα μάλιστα σημεία μπορείς να διακρίνεις τις γλωσσικές μου παρεμβάσεις. Δε θέλω να περιαυτολογήσω, αλλά ξεχωρίζουν υφολογικά ως προς την επιμέλεια, τη ζωντάνια και την πρωτοτυπία των διατυπώσεων.
Δεν είχα άλλη δυνατότητα από το να περιμένω μέχρι το μεσημεριανό διάλειμμα, οπότε όλο και κάποιο τρόπο θα έβρισκα για να σου τηλεφωνήσω. Κατά καιρούς είδα κι άλλους να χρησιμοποιούν τα κινητά τους. Κρυφά βέβαια αλλά τους είδα. Ως τότε δεν μπορούσα παρά να ασχοληθώ με τις διορθώσεις μου. Είχα ήδη σπαταλήσει άσκοπα πολύτιμο χρόνο.
Έβλεπα τους άλλους αφοσιωμένους στη δουλειά τους, να μεταφράζουν κείμενα, να ψάχνουν διαφημιστικούς λογότυπους, να εκπονούν ερωτηματολόγια, να αναλύουν στατιστικά στοιχεία, και με έπιανε το άγχος. Δεν ήθελα να αισθάνομαι ότι αδυνατώ ή ότι υστερώ ή ότι αποκλίνω, κι όμως ήταν φανερό ότι βρισκόμουν εκτός κλίματος. Παρουσίαζα μια εικόνα νωθρότητας και αδράνειας που αργά ή γρήγορα θα γινόταν αντικείμενο σχολιασμού από τους άλλους συναδέλφους και δε θα μπορούσε να μείνει απαρατήρητη από τον Στεργίου. Έριξα γύρω μου μια βιαστική ματιά γεμάτος καχυποψία.
Ο προϊστάμενος ήταν στο γραφείο του με τον Στεργίου και κάτι του έλεγε σε έντονο ύφος, οι δυο μεταφραστές ήταν σκυμμένοι πάνω από τα κείμενά τους, η Αλεξίου μιλούσε στο τηλέφωνο, ο Δημάκης στεκόταν ακίνητος μπροστά στον υπολογιστή του, η Παπαπέτρου κατευθυνόταν προς την τουαλέτα, ο Κωνσταντινίδης κρατούσε σημειώσεις σε ένα έγγραφο, εσύ έλειπες, ο Λεοντιάδης έκανε υπολογισμούς με τον αριθμητή, η Χατζηγιάννη κάτι σχεδίαζε σε ένα μπλοκ ζωγραφικής και ο Χριστοφόρου ήταν στραμμένος προς το μέρος μου και με παρατηρούσε με ερευνητική διάθεση. Όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας, προσπάθησε να σπάσει την αμηχανία με ένα παγωμένο χαμόγελο, χωρίς βέβαια να του το ανταποδώσω. Τον κοίταξα μια τελευταία φορά ενοχλημένος, τράβηξα πιο κοντά την καρέκλα μου και έσκυψα πάνω στο γραφείο. Έπρεπε επειγόντως να αναλάβω δράση.
Τράβηξα το πρώτο έγγραφο από κάτω. Έτσι τα παίρνω πάντα. Ανάποδα. Από κάτω προς τα πάνω. Έλεγε για έναν νέο τύπο ρυζιού που είναι ενισχυμένος με βήτα-καροτίνη, ουσία κατάλληλη για την καταπο¬λέμηση της έλλειψης βιταμίνης Α. Ξέρεις ότι η ασθένεια αυτής της βιταμίνης προκαλεί τύφλωση σε μισό εκατομμύριο παιδιά το χρόνο; Σκέψου λοιπόν μια διατροφή βασισμένη σε αυτόν τον νέο τύπο ρυζιού… Ούτε χίλια ούτε δύο χιλιάδες παιδιά. Μισό εκατομμύριο παιδιά το χρόνο θα μπορούσαν να έχουν στο εξής την όρασή τους!
Μου αρέσουν πολύ αυτά τα κείμενα, και μακάρι όσα διόρθωνα να ήταν όλα τέτοια. Τουλάχιστον μαθαίνω κάτι χρήσιμο, παρακολουθώ τις εξελίξεις και ανανεώνω τις γνώσεις μου. Ακόμα κι αν απαιτείται πολλή ώρα για τη διόρθωσή τους, δε νιώθω ότι σπαταλώ το χρόνο μου σε κάτι ανούσιο. Στο συγκεκριμένο μάλιστα δεν έκανα πάνω από έξι λεπτά για να τελειώσω. Το άφησα στην άκρη και πήρα το επόμενο.
Με την πρώτη ματιά ένιωσα μεγάλη έκπληξη. Ξανακοίταξα για να βεβαιωθώ. Το ήξερα αυτό το κείμενο. Το ήξερα πολύ καλά.
Ήταν το δικό μου κείμενο. Το κείμενο, που σου έλεγα το απόγευμα προτού να τσακωθούμε, ότι μου είχε ζητήσει ο προϊστάμενος να γράψω για εκείνο το νέο είδος κερασιάς, που φυτέψαμε και στην αυλή μας. Απ’ ό,τι φαίνεται τους άρεσε και το ενέκριναν. Είχε, μάλιστα, την ένδειξη «προτεραιότητα Α», που σημαίνει ότι θα έπρεπε να το παραδώσω το συντομότερο δυνατό. Υπέθεσα ότι το προόριζαν για δημοσίευση σε κάποιο κυριακάτικο φύλλο και βιάζονταν, για να προλάβουν το κλείσιμο της ύλης. Δεν ήμουν βέβαια τόσο αφελής, για να ελπίζω ότι θα το δημοσίευαν με το δικό μου όνομα, αλλά, ακόμη κι έτσι, ήταν για μένα μια καινούρια αρχή, ένα πρώτο βήμα, κάτι τέλος πάντων που έδειχνε ότι αναγνωρίζουν την αξία μου. Θεώρησα μάλιστα ότι, ενόψει των ανακατατάξεων που επίκεινται το επόμενο διάστημα στην ιεραρχία του τμήματος, η έγκριση αυτού του κειμένου θα μπορούσε να αποβεί προς όφελός μου.
Τώρα πώς γίνεται να μου ζητάνε να διορθώσω το δικό μου κείμενο, δεν ξέρω να σου πω. Αν το σκεφτείς όμως από μια άλλη πλευρά, έχει και τη λογική του. Αφού εγώ είμαι ο μοναδικός επιμελητής κειμένων εδώ μέσα– σε ποιον άλλο θα μπορούσαν να το δώσουν; Άσε που διαπίστωσα ότι χρειαζόταν, τελικά, ένα ακόμη ξανακοίταγμα.
Θα στο θυμίσω από το αντίγραφο που κράτησα. Την προηγούμενη φορά ήσουν αρκετά αναστατωμένη για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται, αλλά τώρα πιστεύω ότι θα αναγνωρίσεις την αξία του. Αρκεί βέβαια να δείξεις την απαιτούμενη προσοχή.


Θα τους ακούσουμε;
Αύξηση της θνησιμότητας και επιδημίες, κοινωνικές αναταραχές και αιματηρές συγκρούσεις, διακρατικές διενέξεις και γεωπολιτική αστάθεια. Το φάσμα της πείνας ενσκήπτει ξανά απειλητικό πάνω από τον πλανήτη, προοιωνίζοντας δραματικές εξελίξεις για όλη την ανθρωπότητα. Το τροφικό τσουνάμι, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται, σαρώνει ήδη χώρες της Ασίας και της Αφρικής και σύντομα θα φτάσει και στη δική μας πόρτα. «Υπνοβατούμε μέσα σε μια τεράστια κρίση» δήλωσε χαρακτηριστικά ο καθηγητής Πολιτικής των Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο του Λιντς, επισημαίνοντας το μέγεθος του κινδύνου.
Αρκεί να αναλογιστούμε ότι σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΗΕ το 2008 η τιμή του σιταριού αυξήθηκε 130%, της σόγιας 87% και του ρυζιού 75% μέσα σε ένα μόλις τρίμηνο. Κλιματικές αλλαγές, ερημοποίηση εκτάσεων και αυξανόμενη ζήτηση σιτηρών από την αγορά των βιοκαυσίμων δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα αιτιών, που έχει καταδικάσει στην πείνα 100 εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο και χρόνο με το χρόνο απειλεί ολοένα και περισσότερους.
Όπως έχουν τα πράγματα, η μόνη λύση φαίνεται να προέρχεται από τα γενετικά τροποποιημένα φυτικά είδη, που κατά ευτυχή σύμπτωση σημειώνουν το τελευταίο διάστημα σημαντική εξάπλωση της τάξης του 43% σε νέες καλλιεργούμενες εκτάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η σχετική τεχνολογία είχε ως πρόσφατα επικεντρωθεί σε ορισμένα μόνο είδη, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε τέσσερα φυτά –το βαμβάκι, ο αραβόσιτος, η κράμβη και η σόγια– να καταλαμβάνουν το 99% ανάμεσά τους, αλλά τα τελευταία χρόνια αυξάνεται το επιστημονικό ενδιαφέρον για νέες γενετικές εφαρμογές σε μια γκάμα πρόσθετων ειδών. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρούν και τα νέα, γενετικά τροποποιημένα, οπωροφόρα δέντρα.
Λεμονιές στο Νευροκόπι, κερασιές στη Σάμο, ροδιές στο Μέτσοβο και ροδακινιές στην Κρήτη; Κι όμως θα το δούμε κι αυτό τα επόμενα χρόνια, όπως το έχουν ήδη δει σε πολλές άλλες χώρες του αναπτυγμένου κόσμου. Είδη δέντρων που ήταν από σπάνια ως άγνωστα για τον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ μπορούν πλέον να ευδοκιμούν στις απέρα¬ντες δεντροφυτείες του Κεμπέκ, της Καλιφόρνιας και στο οροπέδιο του Γκολάν. Πρόκειται για ένα ακόμη θαύμα της γενετικής μηχανικής, που υπόσχεται να δώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες του αναπτυγμένου και κυρίως του υπανάπτυκτου κόσμου. Τα νέα υβρίδια αναμένεται να προωθηθούν το αμέσως επόμενο διάστημα στην ελληνική αγορά από τη γνωστή εταιρεία Plant Genetics A.E., για να εισαγάγουν και τη χώρα μας στην εποχή της ονομαζόμενης «οπωροφόρας επανάστασης», που είναι μια σημαντική φάση της ευρύτερης «γεωργικής επανάστασης» της τελευταίας εικοσαετίας.
«Είναι η δική μας, δεύτερη στην ιστορία της ανθρωπότητας, γεωργική επανάσταση. Εξίσου σημαντική με την πρώτη», δήλωσε για τις εξελίξεις που σημειώνονται στο χώρο της γενετικής μηχανικής ο dr. Σαμαράς Ιωάννης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και διευθυντής στο Εργαστήριο Χημείας και Τροφίμων. «Επιχειρούμε ελεγχόμενες παρεμβάσεις στο γενετικό υλικό και επιδιώκουμε τη λελογισμένη τροποποίησή του, με σκοπό την προσαρμογή των φυτικών ειδών στις ανθρώπινες ανάγκες και στα νέα κλιματικά δεδομένα της φύσης. Αυξημένη παραγωγή με μειωμένο κόστος και ελάχιστη χημική επιβάρυνση του περιβάλλοντος είναι ό,τι πετύχαμε μέχρι τώρα. Δεν είναι και λίγο, αν λάβει κανείς υπόψη την ελλιπή χρηματοδότηση των εργαστηρίων, την εν πολλοίς απαξίωση της εργασίας μας από την κοινωνία και τις οργανωμένες αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων» συμπλήρωσε.
«Σε ποιους αναφέρεστε;» τον ρωτήσαμε. «Αναφέρομαι σε όλους εκείνους που λόγω φόβου ή αδυναμίας, ενδεχομένως και συμφέροντος, αντιμετωπίζουν την πρόοδο με διάθεση δαιμονοποίησης» μας απάντησε. «Είναι οι ίδιοι που στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης δεν το είχαν σε τίποτα να εισβάλλουν στα εργοστάσια, για να καταστρέφουν τις μηχανές. Αλλά αν τους είχαμε ακούσει τότε, να είστε βέβαιοι ότι σήμερα θα βρισκόμασταν ακόμη στο Μεσαίωνα».
Έτσι ακριβώς είναι, με μία και μόνη, κατά τη γνώμη μας, διαφορά: σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης, αυτό που σήμερα διακυβεύεται δεν είναι μόνο η πρόοδος της ανθρωπότητας αλλά η ίδια η σωτηρία της. Εύλογα λοιπόν γεννιέται η απορία: αν δεν τους ακούσαμε τότε, γιατί να τους ακούσουμε τώρα;

Η πρώτη διόρθωση είχε να κάνει με τη φράση «γενετικά τροποποιημένα φυτικά είδη». Μπορεί να είναι ο καθιερωμένος όρος, αλλά διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις, όχι αμιγώς γλωσσικές, ως προς τη χρήση του. Η έννοια της τροποποίησης περιέχει τη σημασία της αλλαγής, χωρίς όμως να δηλώνει τη θετική διάστασή της. Τις πιο πολλές φορές μάλιστα, υποβάλλει την αίσθηση μιας έξωθεν παρέμβασης, τεχνικού χαρακτήρα, που κινητοποιεί κατά κύριο λόγο αρνητικούς συνειρμούς.
Διαβάζουν «τροποποίηση του γενετικού υλικού» και το μυαλό τους πάει σε σκοτεινούς θαλάμους επιστημονικών εργαστηρίων, πόρτες ασφαλείας με κωδικούς εισόδου, βαζάκια γεμάτα υγρό και παραμορφωμένα όντα. Οι πιο πολλοί νοσταλγούν την ασφάλεια και τη σιγουριά των παιδικών τους χρόνων, θυμούνται τα καρπούζια και τις ντομάτες της γιαγιάς τους, τα καλοκαίρια που περνούσαν στο χωριό, κι αισθάνονται μια αδιόρατη επιφύλαξη απέναντι στη βιογενετική πρόοδο, που κάτω από τη συστηματική πλύση εγκεφάλου που ασκούν οι οικολογικές οργανώσεις, μπορεί να πάρει τη μορφή μιας απόλυτα αρνητικής προκατάληψης.
Χρειαζόταν λοιπόν μια άλλη λέξη. Μια λέξη που θα ήταν πιο ουδέτερη, πιο αντικειμενική και πιο κατάλληλη για να προβάλλει τις ευοίωνες εξελίξεις που υλοποιούνται. Το σκέφτηκα λίγο, ζήτησα και τη γνώμη της Παπαπέτρου που ασχολείται με τους διαφημιστικούς λογότυπους, και, τελικά, κατέληξα στη έννοια της διαφοροποίησης: «γενετικά διαφοροποιημένα οπωροφόρα δέντρα, λελογισμένη διαφοροποίηση». Μου άρεσε. Αν μη τι άλλο, διαβάζεις τις φράσεις αυτές και νιώθεις τη γλώσσα σου να γλιστράει σε ένα εύηχο γλωσσικό περιβάλλον, χωρίς να κινδυνεύει να σκαλώσει σε κακόηχα συμφωνικά συμπλέγματα.
Η δεύτερη διόρθωση αφορούσε τη λέξη που προσδιορίζεται από την αναφορική πρόταση στην περίοδο «Πρόκειται για ένα ακόμη θαύμα της γενετικής μηχανικής, που υπόσχεται να δώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες του αναπτυγμένου και κυρίως του υπανάπτυκτου κόσμου». Η χρήση του κόμματος απέδιδε την αναφορική ως προσδιορισμό στη λέξη «θαύμα»: τα νέα υβρίδια λεμονιάς, κερασιάς, ροδιάς και ροδακινιάς είναι το γενετικό θαύμα που υπόσχεται να κτλ. Έφερα στο μυαλό μου τη δική μας κερασιά, που για να πούμε και του στραβού το δίκιο μόνο θαύμα δε θα μπορούσε να θεωρηθεί, κι ένιωσα ότι εξαπατώ τους αναγνώστες μου, πράγμα που δε μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πόσο αυστηρός και αμετακίνητος είμαι σε θέματα επιστημονικής δεοντολογίας και αντικειμενικότητας.
Στην αρχή σκέφτηκα να σβήσω ολόκληρη την περίοδο, αλλά ήξερα ότι δεν διατηρούσα πλέον το δικαίωμα για τόσο εκτεταμένες παρεμβάσεις. Μπορεί το κείμενο να το είχα γράψει εγώ, αλλά από τη στιγμή που το ενέκριναν είχε περιέλθει κάτω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας, απέναντι στο οποίο διατηρούσα τις περιορισμένες φιλολογικές αρμοδιότητες ενός γλωσσικού επιμελητή. Τελικά, αποφάσισα να κάνω κάτι πολύ πιο απλό, που δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση να εγείρει οποιαδήποτε ιδεολογική, επιστημονική ή γλωσσική επιφύλαξη: αφαίρεσα το κόμμα. Μη σου κάνει καθόλου εντύπωση. Ελλείψει κόμματος, η αναφορική αλλάζει κατεύθυνση και νόημα, αφού γίνεται προσδιορισμός στον όρο γενετική μηχανική: η γενετική μηχανική είναι αυτή που υπόσχεται να… κτλ.
Σαν να έφυγε ένα βάρος από πάνω μου και για πρώτη φορά ξεκαθάρισα ό,τι ως εκείνη τη στιγμή υπήρχε αδιόρατο μέσα μου. Κατάλαβα ότι προσφέρω τις υπηρεσίες μου σε μια ευγενική υπόθεση, ότι συμβάλλω στην «οπωροφόρα επανάσταση» της ελληνικής υπαίθρου κι ότι συντελώ στην προώθηση της δεύτερης «γεωργικής επανάστασης» ολόκληρης της ανθρωπότητας. Γιατί η Plant Genetics A.E. στην οποία εργάζομαι, όπως κι εσύ άλλωστε, δεν είναι μια τυχαία εταιρεία, αλλά θυγατρική μιας πρωτοπόρου πολυεθνικής εταιρείας στον τομέα της γενετικής μηχανικής, η οποία γενετική μηχανική, όπως βεβαιώνει πλέον και το κείμενό μου, θα δώσει στα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στο επισιτιστικό πρόβλημα του Τρίτου Κόσμου, όπως προφανώς δίνει λύση εδώ και αρκετά χρόνια στον κίνδυνο της τύφλωσης που αντιμετωπίζουν πεντακόσιες χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο εξαιτίας της έλλειψης βιταμίνης Α. Πεντακόσιες χιλιάδες παιδιά. Αν το σκεφτείς, δεν είναι καθόλου λίγα.
Μου φαίνεται, τελικά, ότι πρέπει να αρχίσω να συμπαθώ την κερασιά μας, κι ας επέμενα πριν από λίγο καιρό να την κόψουμε. Τότε βέβαια είχα τους λόγους μου, αλλά τώρα καταλαβαίνω πόσο αβάσιμοι και επιπόλαιοι ήταν.
Στο κάτω κάτω διατηρεί μια συμβολική αξία για μας, κι ας είναι όπως είναι. Θυμάμαι τη μέρα που τη φυτέψαμε στην αυλή μας, μια βδομάδα αμέσως μετά το γάμο μας. Ήταν πολύ πρωί ακόμη, όταν μ’ άκουσες να σκάβω στον κήπο. Σηκώθηκες για να με βοηθήσεις. Πήρες το δεντρύλιο στα χέρια με τη φροντίδα που κρατάει η μάνα το παιδί της. Έσκυψες αργά και το τοποθέτησες στην τρύπα. Έφερες με προσοχή το χώμα γύρω γύρω από την ρίζα. Όταν τελείωσες, σήκωσες το κεφάλι προς το μέρος μου. Έμεινα να σε κοιτάω έκθαμβος. Το πρόσωπό σου άστραφτε από χαρά και από ευτυχία.
«Είναι σπάνιο είδος» σου εξήγησα. Απόρησες. Δεν ήξερες βέβαια από πού το είχα πάρει.
Το πήρα από την εταιρεία, γιατί ήθελα κάτι που να υπενθυμίζει τη γνωριμία μας. Ακολούθησα την τυπική διαδικασία που προβλέπεται από τον εσωτερικό κανονισμό σε τέτοιες περιπτώσεις. Που σημαίνει ότι απευθύνθηκα με αίτηση στον προϊστάμενο για μια ρίζα οπωροφόρου δέντρου, αυτός με παρέπεμψε στο ερευνητικό προσωπικό του έκτου ορόφου κι αυτοί με παρέπεμψαν στους επιστημονικούς συμβούλους του έβδομου ορόφου. Για να μη στα πολυλογώ, ύστερα από δύο μέρες βρέθηκα στα θερμοκήπια της εταιρείας στον Σχοινιά, απ’ όπου μου πρότειναν οι γεωπόνοι αυτό το υβρίδιο κερασιάς. Μόλις το είχαν φέρει από το εξωτερικό και βρίσκονταν ακόμη στη φάση της έρευνας και των δοκιμών. Θεώρησα ότι μου έκαναν ξεχωριστή τιμή και με δεύτερο έγγραφο που απηύθυνα στον προϊστάμενο εξέφρασα τη βαθιά ευγνωμοσύνη μου.
Αναρωτιέμαι αν έχεις ακόμη συνειδητοποιήσει ότι είμαστε οι πρώτοι σε ολόκληρη την Ελλάδα που φυτέψαμε αυτό το νέο είδος δέντρου. Σκέψου μόνο ότι η εμπορική προώθησή του άρχισε πριν από τέσσερις μόλις μήνες, ενώ εμείς το έχουμε στην αυλή μας εδώ και τόσα χρόνια.
Μια φορά έπεσε στα χέρια μου ένα έγγραφο που αναφερόταν στο νέο υβρίδιο: αυξημένη απόδοση, ανθεκτικότητα στις ασθένειες, ικανότητα προσαρμογής σε οποιοδήποτε περιβάλλον. Και πράγματι, έτσι ακριβώς είναι. Ως προς την απόδοση, την ανθεκτικότητα και την προσαρμογή δεν έχουμε κανένα παράπονο. Στον τρίτο κιόλας χρόνο έδωσε καρπό. Γέμισαν κεράσια όλα τα κλαδιά του. Κατακόκκινα, μεγάλα και ομοιόμορφα. Άνοστα όμως και χωρίς κουκούτσια. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο πράγμα. Άσπορη κερασιά η κερασιά μας. Εσύ το πήρες για κακό σημάδι. Ήθελες πολύ να κάνουμε παιδιά, κι ας μην τα καταφέραμε ακόμη.
Στην αρχή υπέθεσα ότι θα ήταν μια παροδική ανωμαλία. Προφανώς κάποια σοβαρή διαταραχή στη χημική σύσταση του εδάφους, που εμποδίζει το δέντρο να αναπτυχθεί κανονικά, όπως συνέβη πιο παλιά με τις τριανταφυλλιές μας που μαράζωναν και ξηραίνονταν μες το αμμώδες χώμα. Έσκαψα λοιπόν σε μια αχτίνα τριών μέτρων γύρω από τον κορμό και έφτασα βαθιά ως τις ρίζες. Πέταξα το άρρωστο χώμα και έφερα στη θέση του άλλο, ανακατεμένο με λίπασμα και κοπριά. Έκανα υπομονή να δω πώς θα εξελιχτεί το πράγμα.
Τον πρώτο μήνα κόντεψε να ξεραθεί το δέντρο. Έφτασε ο Μάρτιος και ήταν ακόμα γυμνά όλα τα κλαδιά του. Δεν ανησύχησα όμως, γιατί πίστευα ότι μόνο με έναν τόσο ισχυρό κλονισμό θα μπορούσε να αποκατασταθεί η ανωμαλία. Λίγες βδομάδες αργότερα ξεπετάχτηκαν τα πρώτα μάτια, που έγιναν κλωνάρια, που έβγαλαν φύλλα, που γέμισαν με άνθη. Μετά το Πάσχα είχε κοκκινίσει ολόκληρη η κερασιά. Πήρα ένα και το άνοιξα. Κουκούτσι δε βρήκα. Πήρα δεύτερο και το άνοιξα. Κουκούτσι πάλι δεν βρήκα. Απογοητεύτηκα αλλά δεν το έβαλα κάτω.
Μετά σκέφτηκα τη λύση του μπολιάσματος. Παίρνεις ένα υγιές κλαδί από ομοειδές δέντρο και το ενσωματώνεις στον κορμό, για να αναπτυχθεί σαν να ήτανε δικό του στέλεχος. Συμβουλεύτηκα έναν γεωπόνο της εταιρείας και διάβασα ό,τι σχετικό βρήκα γύρω από το θέμα. Μπόλιασα το δέντρο στα μέσα φθινοπώρου με τη σχολαστικότητα και τη φροντίδα του γιατρού που κάνει μεταμόσχευση καρδιάς στον ασθενή του. Να φανταστείς ότι μέχρι και γάντια φρόντισα να φορέσω. Άνοιξα μια μικρή τομή στον κορμό, τοποθέτησα το μόσχευμα, επάλειψα την οπή με ασβέστη και περιτύλιξα το σημείο της ένωσης με πανιά.
Στους τέσσερις πρώτους μήνες το ξένο σώμα έδειχνε να δένει, αλλά με το που μπήκε η άνοιξη κιτρίνισαν τα φύλλα και άρχισε να μαραζώνει το κλαδί, ώσπου ξεράθηκε τελείως. Απογοητεύτηκα και ούτε που μπήκα στον κόπο να το κατεβάσω. Το άφησα έτσι να κρέμεται ξερό, με τα πανιά στη βάση του φθαρμένα σαν να ήτανε κουρέλια από ένα ξεσκισμένο σκιάχτρο.
Δεν είχα άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψω τις προσπάθειες. Ήταν πια καιρός να συμβιβαστώ με την ιδέα.
Αλλά είχα εσένα με τις ιδιοτροπίες κι εκείνα τα περίεργα όνειρά σου. Όλα γύρω από το δέντρο, λες και στοίχειωσε το μυαλό σου. Τη μια ότι κάνεις κούνια στα κλαδιά του, ντυμένη νύφη, κι εγώ σε σπρώχνω όλο και πιο ψηλά, την άλλη ότι σκαρφαλώνεις στην κορυφή του για να πιάσεις ένα άστρο κι εγώ, λέει, κουνάω από κάτω τον κορμό. Αλλά αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι εκείνο το όνειρο με τα μωρά. Θυμάμαι τότε που μου το διηγήθηκες. Έπινα τον πρωινό καφέ μου στο μπαλκόνι. Ήρθες και κάθισες κοντά μου. Φαινόσουν αναστατωμένη κι ανησύχησα. Τι σου συμβαίνει, σε ρώτησα. Δεν απάντησες.
«Πες μου τι σου συμβαίνει;»
«Είναι σαββατιάτικο πρωινό. Μάιος και μοσχοβολούν τα γιασεμιά μας. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πηγαίνω στο παράθυρο. Είσαι στον κήπο και φροντίζεις τις τριανταφυλλιές. Σε καλημερίζω. Μου λες να κατέβω. Όπου να ’ναι θα ετοιμάσεις πρωινό καφέ. Πρώτα όμως θέλεις να μαζέψεις λίγα κεράσια. Παίρνεις το πανέρι και ανεβαίνεις στη σκάλα. Απλώνεις το χέρι. Κοιτάω την κερασιά και τι να δω. Νεκρά μωρά ο καρπός της. Τσαμπιά, τσαμπιά νεκρά μωρά, κρεμασμένα από τον ομφάλιο λώρο τους, σαν να έχουν αποκοιμηθεί στην κούνια τους. “Σταμάτα”, φωνάζω. Δεν με ακούς. “Σταμάτα”, σκούζω. Πάλι, δεν με ακούς. Με παίρνουν τα κλάματα. Νεκρά μωρά αραδιασμένα με τάξη στο πανέρι σου… Νεκρά μωρά για φάγωμα, επιδόρπιο στο μεσημεριανό μας…».
Δε σου κρύβω ότι άρχισα να το μισώ. Η συμβολική αξία, που σου έλεγα, μαζί με τις αναπόφευκτες προεκτάσεις της. Κάθε μέρα λοιπόν έβλεπα στην κερασιά που έχουμε στην αυλή του σπιτιού μας μια ολοκάθαρη εικόνα του γάμου μας: όλα φαίνονταν καλά, αλλά για κάποιους αδιευκρίνιστους λόγους δεν ήταν. Κατοικούσαμε σε ένα από τα καλύτερα προάστια της Αθήνας, ζούσαμε σε μια ιδιόκτητη μεζονέτα με αυλή και κήπο, εργαζόμασταν στη μεγαλύτερη εταιρεία βιοτεχνολογίας της Ελλάδας, είχαμε μισθούς που άλλοι θα ζήλευαν, αλλά… Αλλά ήταν αυτό το αλλά, που από τον πρώτο ακόμη χρόνο άρχισα να διακρίνω στα μάτια σου, να εντοπίζω στη φωνή σου και να αντιλαμβάνομαι στη σχέση μας.
Ένα άνοστο κεράσι χωρίς κουκούτσι είναι η ζωή μας, μου είπες κάποτε με παράπονο. Δε νομίζω ότι αναφερόσουν μόνο στην αδυναμία μας να αποκτήσουμε παιδί. Ίσως να είναι η φθορά της καθημερινής επανάληψης ή οι πιεστικές συνθήκες εργασίας ή τα πρώτα σημάδια κρίσης της μέσης ηλικίας. Μπορεί, από την άλλη, να μην είναι τίποτα παραπάνω από τη συνήθειά μου να αφιερώνω τον ελεύθερο χρόνο μου στο κήπο κι όχι σε εσένα ή από την ανάγκη να περιορίσουμε τα άσκοπα έξοδα και να αποφεύγουμε τα πολυήμερα ταξίδια κάτω από την πίεση του δανείου που πληρώνουμε για το σπίτι ή από την αντιδραστική κι ενοχική σου φύση που σε κάνει να βλέπεις πάντα το ποτήρι μισοάδειο.
Τελικά, δεν ξέρω τι είναι αυτό που έφταιξε. Μπορεί κάποιο από αυτά ή όλα μαζί ή ενδεχομένως και κανένα. Όσο τα σκέφτομαι, τόσο πιο μεγάλη σύγχυση και απορία νιώθω. Σε αντίθεση όμως με σένα που από την αρχή συμβιβάστηκες με αυτήν την κατάσταση, κλείστηκες στον εαυτό σου και παραδόθηκες στους εφιάλτες σου, εγώ δεν έπαψα να ελπίζω και να προσπαθώ. Κατά βάθος πίστευα ότι αργά ή γρήγορα θα αλλάξεις οπτική και θα αρχίσεις να βλέπεις πιο αισιόδοξα τη ζωή μας.
Άλλωστε, δε νομίζω ότι χρειάζονται πολλά πράγματα, για να είναι κανείς ευτυχισμένος. Ό,τι ονομάζουμε οικογενειακή ευτυχία ή τουλάχιστον οικογενειακή γαλήνη δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ικανότητα διαχείρισης της συνήθειας, που το μόνο που προϋποθέτει είναι κάποιες έγχρωμες πινελιές στην μουντή καθημερινότητα: η μοσχοβολιά του μεσημεριανού φαγητού, ένα καλοσιδερωμένο κουστούμι, μια καρυδόπιτα το απόγευμα του Σαββάτου, κάποια υποτιμητικά σχόλια για τον κήπο του γείτονα, ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ή κάποια ψυχαγωγική εκπομπή στην τηλεόραση.
Μου αρκούν αυτά, σου έλεγα. Δεν με καλύπτουν, μου απαντούσες. Ξέρεις, φορές φορές προτιμάμε να μιλάμε σε γ΄ πληθυντικό για πράγματα κι όχι σε β΄ ενικό για τους ανθρώπους που συνδέονται με αυτά. Κρίνουμε, σχολιάζουμε, καταδικάζουμε, απορρίπτουμε τα πράγματα, για να αποφύγουμε να κρίνουμε, να σχολιάσουμε, να καταδικάσουμε και να απορρίψουμε τους ανθρώπους. Βολεύει. Η μισή αλήθεια πονάει πάντα λιγότερο από όλη την αλήθεια.
Εγώ πάντως πονούσα. Πονούσα γιατί κατά βάθος ένιωθα ότι δε σε καλύπτω, αλλά μην περιμένεις ότι θα ήμουν ποτέ έτοιμος να το παραδεχτώ ενώπιόν σου. Θες από άμυνα, θες από εγωισμό, θες από πείσμα, προτίμησα εν γνώσει μου τις εκλογικεύσεις: δηλαδή ότι είσαι φαντασιόπληκτη, ότι είσαι νευρωτική, ότι είσαι ανώριμη, ότι είσαι… ότι είσαι…
Στο τέλος βαρέθηκα και αυτό το βιολί. Από το να κάθομαι και να μαλώνω μαζί σου όλη τη μέρα, προτίμησα να αφοσιωθώ ακόμη περισσότερο στη φροντίδα του κήπου. Αλλά όποια δουλειά κι αν έκανα, είχα συνέχεια μπροστά μου αυτό το δέντρο, που ρίζωνε, μεγάλωνε κι έριχνε βαριά τη σκιά του πάνω μας.
Αποφάσισα να το αφήσω στην τύχη του. Για έναν ολόκληρο χρόνο ούτε το ράντισα ούτε το πότισα ούτε το κλάδεψα. Έλπιζα ότι αργά ή γρήγορα θα ξεραινόταν, αλλά αυτό συνέχιζε να δυναμώνει και να γεμίζει με κεράσια. Κατακόκκινα, μεγάλα και ομοιόμορφα. Άνοστα όμως και χωρίς κουκούτσια.
Αποφάσισα να το κόψω. Δε με άφησες. «Μα γιατί;», σε ρώτησα, «Τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η κερασιά από τα άλλα δέντρα του κήπου μας;»
«Μου μοιάζει» απάντησες «Ήταν αγέννητη όταν τη χάλασαν στα εργαστήριά τους. Κουκούτσι αφύτρωτο με βγαλμένη μήτρα και βουλωμένες σάλπιγγες, σαν τα στειρωμένα σκυλιά που ζευγαρώνουν χωρίς να γεννάνε. Κοιμάται όλο το χειμώνα και ονειρεύεται κουκούτσια. Βρέχει, φυσάει, χιονίζει κι αυτή αποξεχνιέται μες στα όνειρά της. Κι όταν έρχεται η άνοιξη, ανθοφορούν οι ελπίδες της κεράσια. Όλη νύχτα μένει ξάγρυπνη και με τα θροΐσματα του αέρα νανουρίζει τα παιδιά της. “Νάνι, το μωρό μου κάνει…”. Όλη μέρα τα περιμένει να ξυπνήσουν. Και περιμένει και περιμένει και περιμένει. Τι περιμένει; Αφού, νεκρά μωρά στον κόρφο της, πεθαμένα κεράσια στα κλαδιά της».
Πόσο μονόπλευρα τα έβλεπες όλα! Κολλούσε μια ιδέα στο μυαλό σου και δε σου την έβγαζα με τίποτα. Άκου εκεί τη «χάλασαν»… Εγώ σου λέω ότι μπορεί μια μέρα τα κεράσια αυτά να θεραπεύσουν ασθένειες ή να θρέψουν τους πεινασμένους πληθυσμούς της Αφρικής. Παραδέχομαι ότι δεν είναι τόσο νόστιμα, αλλά πρέπει κι εσύ με τη σειρά σου να αναγνωρίσεις πως ούτε η αχλαδιά ούτε η μηλιά, που φέραμε από το χωριό της μάνας σου, δεν είναι νόστιμες.
Στο κάτω κάτω, αν δε σου αρέσουν τα κεράσια της, κανείς δεν σε υποχρεώνει να τα φας. Αλλά το γεροντάκι με τη μασέλα και ο γονιός που έχει μωρό παιδί στο σπίτι, γιατί να μην μπορούν να τα αγοράζουν; Από πού αντλείς το θράσος να υποστηρίζεις ότι θα έπρεπε να είναι αυστηρά ελεγχόμενες οι βιογενετικές εξελίξεις, όταν τα αποτελέσματά τους μπορούν να αποβούν τόσο ευεργετικά για τους υποσιτισμένους λαούς των υπανάπτυκτων χωρών ή τουλάχιστον να εξασφαλίσουν το αναφαίρετο δικαίωμα του αναπτυγμένου κόσμου στην ανεμπόδιστη καταναλωτική επιλογή σε συνθήκες ελεύθερης οικονομίας;
Τελικά, όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο πολύ συμπαθώ την κερασιά μας. Όχι από οίκτο, όπως εσύ, αλλά με σύνεση, με περίσκεψη, με στοχασμό. Τη συμπαθώ με έναν αγνό και άδολο ανθρωπισμό, που μου διδάσκει πως οι δικές μου εμμονές ή τα δικά μου προβλήματα δεν πρέπει να αποτελούν βάση αποτίμησης των πάντων ούτε και να στρέφονται εναντίον των άλλων. Καταλαβαίνεις ότι αναφέρομαι στη δυσκολία μας να αποκτήσουμε παιδί, αλλά για την ώρα δε θα ήθελα να το θίξω αυτό το θέμα. Καταλαβαίνεις, φαντάζομαι, το λόγο.
Άνοιξα το δεύτερο συρτάρι μου και πήρα ένα κεράσι. Το κράτησα μαλακά στη χούφτα μου σαν να ήτανε μωρό παιδί κι ένα αίσθημα πατρικής στοργής πλημμύρισε την ψυχή μου. Το έφερα μπροστά στα μάτια μου και το κοίταξα με προσοχή. Μου φάνηκε τόσο μικρό και αδύναμο, τόσο όμορφο και ελπιδοφόρο. Και τότε μια σκέψη φώτισε το μυαλό μου, λες κι άνοιξαν μεμιάς όλοι οι κρουνοί της γνώσης.
Το πιο λογικό απ’ όλα είναι να προέρχονται από τα κεράσια! Εννοώ, οι λάσπες που είχα στο παντελόνι και οι λεκέδες που είχα στο σακάκι μου. Το είχα, βέβαια, σκεφτεί κι από την αρχή ακόμη, αλλά μόλις τώρα έδενε στο μυαλό μου με μια βεβαιότητα που με χαροποιούσε αφάνταστα.
Σκέψου το εξής σενάριο:
Ξυπνάω πρωί, πρωί κι ετοιμάζομαι για τη δουλειά μου. Καθώς φεύγω, βλέπω την κερασιά και αποφασίζω να μαζέψω λίγα κεράσια, γιατί απ’ όσο θυμάμαι έχω υποσχεθεί εδώ και πολύ καιρό στον προϊστάμενο να του πάω μια σακούλα. Πιάνω λοιπόν τσαμπιά τσαμπιά τα κεράσια και γεμίζω τη σακούλα. Κοντεύω πια να τελειώσω. Κόβω ένα τελευταίο κεράσι, αλλά λιώνει στα χέρια μου και πιτσιλάει το σακάκι μου. Ξαφνιάζομαι, χάνω την ισορροπία μου και πέφτω από τη σκάλα. Χτυπάω το κεφάλι μου. Συνέρχομαι ύστερα από λίγα λεπτά και έρχομαι στην εταιρεία.
Ναι, έρχομαι. Αλλά το ερώτημα είναι με τι έρχομαι. Δε θα έπρεπε λογικά να θυμάμαι αν ήρθα με το αυτοκίνητο ή με ταξί ή με αστικό; Και γιατί ενώ θυμάμαι όλα τα άλλα, αυτό που δε θυμάμαι καθόλου είναι τι συνέβη από τη στιγμή που ξάπλωσα μέχρι τη στιγμή που έπεσα, αν βέβαια έπεσα, από τη σκάλα. Και γιατί ενώ θυμάμαι ότι ήσουν στον υπολογιστή μέχρι αργά το βράδυ, αυτό που δε θυμάμαι καθόλου είναι αν ήρθες, τελικά, στο κρεβάτι όπως μου υποσχέθηκες;
Πολύ επιλεκτική τη βρίσκω αυτή την αμνησία μου και δε μου αρέσει καθόλου.





(συνέχεια: 19.11.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Εσύ, η μισή ελπίδα μου",
έκταση: 4.300λ.)

13 σημάδια:

px είπε...

... Νωρίτερα από το προβλεπόμενο, γιατί περιμένω εκλεκτή παρέα.

The Motorcycle boy είπε...

Μια χαρά είναι -μόνο το όνειρο της κερασιάς εγώ θα το ήθελα λίγο πιο μαζεμένο. Επειδή σου βγαίνει υπερβολική λυρικότητα σ΄ένα κείμενο πολύ υπόγειο.

px είπε...

Θα ξαναδώ το σημείο. Πάντως, το όνειρο παίζει σημαντικό ρόλο παρακάτω και δεν έχω πολλές επιλογές.
(Ξέρω πόσο αυστηρός είσαι και με ξαφνιάζουν θετικά τα σχόλιά σου. Να είσαι καλά).

dream in a bubble είπε...

Ανατριχιαστικό το όνειρο καθώς και η ομοιότητα που βρίσκει ανάμεσα στον εαυτό της και την κερασιά η γυναίκα του ήρωα. Επίσης, η αναφορά στην κερασιά, ενώ αρχικά πάει να φωτίσει το σκοτάδι της υπόθεσης, δημιουργεί ακόμη πιο πολλές απορίες-κι αυτό εντείνει ακόμη πιο πολύ το ενδιαφέρον για την εξέλιξη του έργου! Πάντα, σε κάθε κεφάλαιο, έχετε κάτι που με κάνει ν'αναριγώ!

px είπε...

Η κερασιά, Σοφία, κρύβει όλες τις απαντήσεις. Θα καταλάβεις στα επόμενα τι εννοώ.

Ελπίζω να σου αρέσουν εξίσου.

(Να είσια καλά. Ύστερα από το χτεσινό στραπάτσο μού έδωσες χαρά μεγάλη).

dream in a bubble είπε...

Δεν θα το έλεγα στραπάτσο. Θέλω να πιστεύω πως κατάλαβα τι ήθελε να πει ο κ. Κουνενής με την αναφορά του στη Λένα Μαντά και την κάθε Λένα Μαντά, που πίσω από τον όρο "λογοτεχνία" στοχεύει μ'ένα ελαφρύ περιεχόμενο να θέλξει το κοινό και κατ'επέκταση να αυξήσει τις πωλήσεις. Πόσο απαράδεκτος είναι, δηλαδή, ο συμβιβασμός αυτός του συγγραφέα στις εκάστοτε επιταγές των καιρών, με αποτέλεσμα το έργο του να φθίνει σε αυθεντικότητα. Και είναι εύλογο να προβληματίζονται όλοι όσοι ασχολούνται σε βάθος με την λογοτεχνία σχετικά με τον εθισμό του αναγνωστικού κοινού σε προιόντα υποκουλτούρας. Υποτίθεται πως μέχρι τώρα τα λοιπά ΜΜΕ απειλούσαν το βιβλίο, αλλά, όπως επισημάνθηκε, το βιβλίο αρχίζει να αντιμετωπίζει και κρίση "εκ των έσω". Προσωπικά, αυτό αποκόμισα από την ομιλία και, αν όντως ερμήνευσα σωστά όσα ειπώθηκαν, χαίρομαι πολύ που παρευρέθηκα! (διορθώστε με, παρακαλώ, αν κατάλαβα κάτι στραβά...)

px είπε...

Το αληθινό στραπάτσο, Σοφία, είναι η απαξίωση, η αδιαφορία, η άρνηση. Τελικά, δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο να γίνονται τέτοιες εκδηλώσεις. Δεν ξέρω καν αν αξίζει τον κόπο να γράφει κανείς, πέραν της αποκλειστικά προσωπικής ανάγκης για έκφραση. Όσα είπε ο Ν.Κ. με βρίσκουν απολύτως σύμφωνο. Αλλά το πρόβλημα σε αυτή την παρουσίαση αφορούσε την απαξίωση, την αδιαφορία, την άρνηση της ίδιας της παρουσίασης. Εν πάση περιπτώσει, δεν ξαναμπλέκομαι.

Ανώνυμος είπε...

19 Δεκεμβρίου στο κέντρο ΑΥΓΗ...9.30 με 10 λογικά...σας περιμένουμε! Και μην πάρετε λαχεία από κανέναν, μόνο από μένα!

Εύη Λαγκάνη είπε...

Η λύση δηλαδή είναι η αποχή Παναγιώτη; Δεν έχουμε ανταπόκριση και τα παρατάμε; Έτσι θα πάμε μπροστά;

px είπε...

Ο ποιος ανώνυμος; Ο ψηλός, ξανθός και συνεχώς αδιάβαστος; Αν ναι, τότε λαχεία από αλλού.

px είπε...

Εύη, πήρα μια ακόμη από τις πολλές πίκρες. Τελικά, πρέπει να πάρω απόφαση ότι δεν μπορώ να ζητώ από τον κόσμο περισσότερα από όσα είναι διατεθειμένοι να δίνουν. (Πάντως, κάποιοι σαν και σένα, τη Σοφία, τον Αντώνη κ.α. είστε η μοναδική παρηγοριά μου).

Εύη Λαγκάνη είπε...

Σ' ευχαριστώ πολύ. Αν σε παίρνει από κάτω μην περιμένεις να σε ακολουθήσει κανείς άλλος. Το θέμα είναι να δείξουμε σ' όλους ότι άξιζει τον κόπο να ασχοληθούν. Ότι μπορούν να βρουν ενδιαφέρον στη λογοτεχνία.

Ανώνυμος είπε...

Εγώ είμαι φυσικά...ποιος άλλος; Θ έχω την ειδική φρουρά μου από έξω και πουλάνε μόνο δικά μου λαχεία. Αν πάρετε από αλλού δεν θα καταφέρετε να μπείτε μέσα. :D
Σας περιμένω!