Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, Πάνος Τσίρος, εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 85
Άνθρωποι που δεν έχουν στόμα, τακτικοί επισκέπτες κακόφημων δρόμων, παραμορφωμένα πρόσωπα με ένα μεγάλο μάτι, χορευτές ιδιόμορφων χορών, ένοικοι άδειων διαμερισμάτων, απομονωμένα παιδιά, λυπημένες γριές από την επαρχία. Άνθρωποι που κουβαλούν έναν εσωτερικευμένο πόνο, έχουν ανοιχτές πληγές και διατηρούν προβληματικές σχέσεις με τον περίγυρό τους. Όλοι δύστροποι κι ιδιόρρυθμοι, μονόχνοτοι και δυσπροσάρμοστοι. Καθένας με τις εμμονές, καθένας με τις ιδεοληψίες κι όλοι μαζί με τις ματαιώσεις και τις διαψεύσεις τους. Πρόκειται για τους ήρωες της σύντομης συλλογής διηγημάτων του Πάνου Τσίρου.
Μέσα απ’ τους χαρακτήρες τους χαρτογραφείται η ανθρώπινη γεωγραφία της σύγχρονης μοναξιάς. Μιας μοναξιάς που προϋπάρχει ως υπαρξιακό βίωμα στη συνείδηση των υποκειμένων, αλλά κάτω απ’ την πίεση της συμβατικότητας των σχέσεων, της απώλειας αγαπημένων προσώπων ή της τραυματικής μνήμης εξελίσσεται σε στάση και κανόνα της ζωής τους. Είναι μια αλλοτριωμένη ζωή, που κατοικείται από τυπικές κουβέντες, μιλημένες σιωπές, νευρικά ξεσπάσματα και διαπερνάται από το αίσθημα του αδικαίωτου, την ανικανοποίητη ανάγκη του εσύ και το φόβο της απόρριψης. Ακόμη λοιπόν κι όταν αίρεται πάνω απ’ τον εαυτό της, επιχειρώντας να σπάσει το κουκούλι της αποξένωσης, δεν καταφέρνει τίποτα άλλο απ’ το να εξαντλείται σε ανανταπόδοτες χειρονομίες επικοινωνίας και να αναζητά ικανοποίηση στα υποκατάστατα της γραφής ή του παρελθόντος ή της ζωής των άλλων, ενώ η απειλή της τρέλας υποβόσκει ολοένα και πιο ορατή.
Ο συγγραφέας ψηλαφεί το δράμα μιας τέτοιας ζωής κινούμενος ανάμεσα στα όρια του τραγικού και του κωμικού, του ρεαλιστικού και του φανταστικού. Με τον τρόπο αυτό αφενός γλυκαίνει την αναγνωστική αίσθηση χωρίς, τελικά, να αμβλύνει την πικρή γεύση και αφετέρου δημιουργεί την εντύπωση μιας διεξόδου, ενισχύοντας, τελικά, τη βεβαιότητα του αδιεξόδου. Μ’ άλλα λόγια, η αληθοφανής κατά κανόνα εξιστόρηση συμφύρει το τραγικό με το κωμικό, για να του δώσει μια λύση που αντλείται κατά κανόνα από το φανταστικό: «ένα παιδί φουκαριάρικο, χωρίς στόμα», «τον κοίταζε με το μάτι το μεγάλο», «Στην πόρτα έστεκε ο Γιάννης Συμπαλίδης. Ο εαυτός του, ίδιος κι απαράλλαχτος». Τελικά, η λύση αποδεικνύεται μη-λύση κι η αφηγηματική προσφυγή στο φανταστικό επιβεβαιώνει το αδιέξοδο του πραγματικού.
Από την άλλη, η τέτοιου είδους προσφυγή όσο ευφάνταστη κι αν αποδεικνύεται κι όσο πρόσφορη κι αν παρουσιάζεται για διαφορετικές αναγνωστικές προσλήψεις, διατηρεί ένα αρκετά ασαφές περίγραμμα για το μη εξοικειωμένο αναγνώστη. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, τείνει να δημιουργήσει την αίσθηση μιας επαναλαμβανόμενης τεχνικής που καταργεί το αρχικό ξάφνιασμα των πρώτων διηγημάτων. Τέλος, η μοναξιά των ηρώων, ιδωμένη κυρίως στις ιδιωτικές διαστάσεις του βίου τους και μη εμπεριέχοντας επαρκώς τις κοινωνικές παραμέτρους της πρόκλησής της, κινδυνεύει να εκληφθεί ως αποτέλεσμα μιας ατομικής ιδιαιτερότητας, μιας αδύναμης και λοξής φύσης.
Όπως και να ’χει, το βιβλίο αφήνει το δικό του στίγμα στην πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή, έστω κι αν είναι γραμμένο από έναν πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο. Από έναν πεζογράφο που καταφέρνει με το πρώτο του έργο να δώσει κάτι πολύ παραπάνω από ένα απλό πρωτόλειο, δημιουργώντας βάσιμες ελπίδες για ακόμη καλύτερα αποτελέσματα στο μέλλον.
Μέσα απ’ τους χαρακτήρες τους χαρτογραφείται η ανθρώπινη γεωγραφία της σύγχρονης μοναξιάς. Μιας μοναξιάς που προϋπάρχει ως υπαρξιακό βίωμα στη συνείδηση των υποκειμένων, αλλά κάτω απ’ την πίεση της συμβατικότητας των σχέσεων, της απώλειας αγαπημένων προσώπων ή της τραυματικής μνήμης εξελίσσεται σε στάση και κανόνα της ζωής τους. Είναι μια αλλοτριωμένη ζωή, που κατοικείται από τυπικές κουβέντες, μιλημένες σιωπές, νευρικά ξεσπάσματα και διαπερνάται από το αίσθημα του αδικαίωτου, την ανικανοποίητη ανάγκη του εσύ και το φόβο της απόρριψης. Ακόμη λοιπόν κι όταν αίρεται πάνω απ’ τον εαυτό της, επιχειρώντας να σπάσει το κουκούλι της αποξένωσης, δεν καταφέρνει τίποτα άλλο απ’ το να εξαντλείται σε ανανταπόδοτες χειρονομίες επικοινωνίας και να αναζητά ικανοποίηση στα υποκατάστατα της γραφής ή του παρελθόντος ή της ζωής των άλλων, ενώ η απειλή της τρέλας υποβόσκει ολοένα και πιο ορατή.
Ο συγγραφέας ψηλαφεί το δράμα μιας τέτοιας ζωής κινούμενος ανάμεσα στα όρια του τραγικού και του κωμικού, του ρεαλιστικού και του φανταστικού. Με τον τρόπο αυτό αφενός γλυκαίνει την αναγνωστική αίσθηση χωρίς, τελικά, να αμβλύνει την πικρή γεύση και αφετέρου δημιουργεί την εντύπωση μιας διεξόδου, ενισχύοντας, τελικά, τη βεβαιότητα του αδιεξόδου. Μ’ άλλα λόγια, η αληθοφανής κατά κανόνα εξιστόρηση συμφύρει το τραγικό με το κωμικό, για να του δώσει μια λύση που αντλείται κατά κανόνα από το φανταστικό: «ένα παιδί φουκαριάρικο, χωρίς στόμα», «τον κοίταζε με το μάτι το μεγάλο», «Στην πόρτα έστεκε ο Γιάννης Συμπαλίδης. Ο εαυτός του, ίδιος κι απαράλλαχτος». Τελικά, η λύση αποδεικνύεται μη-λύση κι η αφηγηματική προσφυγή στο φανταστικό επιβεβαιώνει το αδιέξοδο του πραγματικού.
Από την άλλη, η τέτοιου είδους προσφυγή όσο ευφάνταστη κι αν αποδεικνύεται κι όσο πρόσφορη κι αν παρουσιάζεται για διαφορετικές αναγνωστικές προσλήψεις, διατηρεί ένα αρκετά ασαφές περίγραμμα για το μη εξοικειωμένο αναγνώστη. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, τείνει να δημιουργήσει την αίσθηση μιας επαναλαμβανόμενης τεχνικής που καταργεί το αρχικό ξάφνιασμα των πρώτων διηγημάτων. Τέλος, η μοναξιά των ηρώων, ιδωμένη κυρίως στις ιδιωτικές διαστάσεις του βίου τους και μη εμπεριέχοντας επαρκώς τις κοινωνικές παραμέτρους της πρόκλησής της, κινδυνεύει να εκληφθεί ως αποτέλεσμα μιας ατομικής ιδιαιτερότητας, μιας αδύναμης και λοξής φύσης.
Όπως και να ’χει, το βιβλίο αφήνει το δικό του στίγμα στην πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή, έστω κι αν είναι γραμμένο από έναν πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο. Από έναν πεζογράφο που καταφέρνει με το πρώτο του έργο να δώσει κάτι πολύ παραπάνω από ένα απλό πρωτόλειο, δημιουργώντας βάσιμες ελπίδες για ακόμη καλύτερα αποτελέσματα στο μέλλον.

2 σημάδια:
Θα ήθελα, προς επίρρωσιν της καλής σας κριτικής για το εν λόγω βιβλίο, να προσθέσω εδώ την άποψη της βιβλιοκριτικού Μ. Θεοδοσοπούλου που αφορά γενικότερα τα φετινά βραβεια του "Διαβάζω" και τον συγκεκριμένο συγγραφέα:
ΣΑΒΒΑΤΟ, 11 ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2009
“Μικρές λίστες” του «Διαβάζω». Πέντε απορίες και μια διαπίστωση
Την προηγούμενη Δευτέρα δόθηκαν στη δημοσιότητα οι “μικρές λίστες” των υποψηφίων για τα βραβεία του περιοδικού «Διαβάζω», τα οποία θα απονεμηθούν στις 4 Μαΐου. Τα υποψήφια βιβλία επιλέχθηκαν, όπως προσδιορίζεται, από “τη βιβλιοπαραγωγή του 2008”. Η επταμελής κριτική επιτροπή απαρτίζεται από πανεπιστημιακούς, μελετητές και κριτικούς: Αλέξης Ζήρας, Κώστας Καρακώτιας, Ντέιβιντ Κόνολι, Χριστίνα Ντουνιά, Δημήτρης Πολυχρονάκης, Λίζυ Τσιριμώκου και Κώστας Κατσουλάρης, που είναι ανάμεσά τους ο μόνος και με την ιδιότητα του πεζογράφου. Πιστεύουμε πως τα σχόλια για τις επιλογές της κριτικής επιτροπής περιττεύουν. Οι κριτές δείχνουν με τις “λίστες” που προτείνουν το λογοτεχνικό τους γούστο και τις προσωπικές τους συμπάθειες. Ωστόσο, θα διατυπώσουμε πέντε απορίες, χωρίς την παραμικρή ελεγκτική διάθεση, μόνο και μόνο επειδή αδυνατούμε να κατανοήσουμε ορισμένα σημεία στις “λίστες”. Τέλος, θα προσθέσουμε και μια διαπίστωση, πιστεύοντας πως είναι ενδιαφέρουσα.
Απορία πρώτη: Δεδομένου ότι οι εκδότες του «Διαβάζω», κατά τη δεύτερη περίοδο του περιοδικού, τροποποίησαν τον κανονισμό για την απονομή του βραβείου πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, περιορίζοντάς το σε υποψήφιους κάτω των σαράντα ετών, επιβάλλεται κατά την κατάρτιση της “λίστας”, πέραν της λογοτεχνικής ποιότητας ενός βιβλίου, να ελέγχεται και η ηλικία του συγγραφέα. Στη “λίστα” των εννέα υποψηφίων, ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης, παρόλο που έγραψε ένα ενδιαφέρον βιβλίο, θα πρέπει να αποκλειστεί, καθόσον, σύμφωνα με τα βιογραφικά του στοιχεία, είναι γεννηθείς στις 9.5.1965. Ενώ, ένα δεύτερος, ο Γιώργος Ψάλτης, βρίσκεται ηλικιακά ακριβώς στο όριο.
Απορία δεύτερη: Στα υποψήφια βιβλία για το βραβείο μυθιστορήματος συγκαταλέγεται το βιβλίο της Μαρίνας Καραγάτση, «Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι», το οποίο, ακόμη κι αν διαθέτει λογοτεχνικές αρετές, είναι μαρτυρία ενδοοικογενειακού χαρακτήρα και όχι μυθιστόρημα. Διόλου απίθανο, ως υποψήφιο προς βράβευση στην εν λόγω κατηγορία, να λειτουργήσει ως άλλοθι εξοστρακισμού αμιγώς μυθιστορηματικών βιβλίων.
Απορία τρίτη: Παρατηρώντας στις “λίστες” των υποψηφίων βιβλίων την κατά εκδοτικό οίκο αντιστοιχούσα συμμετοχή, έκπληξη προκαλεί η εκπροσώπηση τριών μεγάλων εκδοτικών οίκων, ιδιαίτερα στο χώρο της λογοτεχνίας, με ένα μόνο βιβλίο: Εστία, Πατάκης, Ελληνικά Γράμματα. Ο τελευταίος, μάλιστα, εφέτος το χειμώνα εξέδωσε μυθιστορήματα γνωστών συγγραφέων, τα οποία και συζητήθηκαν και στο χώρο της λογοτεχνίας ανήκουν. Συνθήκες, τις οποίες ορισμένα από τα προκρινόμενα βιβλία δεν πληρούν.
Απορία τέταρτη: Αναφέρεται πως ο Πέτρος Μάρκαρης και ο Θανάσης Βαλτινός εξαιρέθηκαν από τη μικρή “λίστα” του βραβείου μυθιστορήματος, όπως οι ίδιοι επιθυμούσαν, επειδή κατέχουν δημόσιες θέσεις. Απορούμε, κατ’ αρχήν, πως ορίζεται μια δημόσια θέση. Ένας καθηγητής πανεπιστημίου ή ένας διπλωμάτης, για παράδειγμα, δεν κατέχει δημόσια θέση; Αλλά, κυρίως, απορούμε για την πρωτοβουλία των συγκεκριμένων συγγραφέων, που δείχνει πως αμφισβητούν το αδιάβλητο της κριτικής διαδικασίας. Αν υπάρχουν τέτοιες υπόνοιες για το έργο ενός κριτικού, είτε πρόκειται για τις βιβλιοπαρουσιάσεις που δημοσιεύει είτε για τις βραβεύσεις στις οποίες συμμετέχει, τότε τα βιβλία όσων κατέχουν δημόσιες θέσεις θα έπρεπε να εξαιρούνται και από τις κριτικές παρουσιάσεις. Μέχρι σήμερα, οι κατέχοντες δημόσιες θέσεις έδειξαν πάντοτε εμπιστοσύνη στην κριτική. Αρκεί να θυμίσουμε το παράδειγμα του Νίκου Θέμελη, ο οποίος, το ίδιο έτος, και παρά την υψηλή θέση που κατείχε, αποδέχθηκε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος όσο και το αντίστοιχο Βραβείο του «Διαβάζω».
Απορία πέμπτη: Και μια απορία μάλλον προσωπική, επειδή εμμένουμε στην άποψη πως υπάρχει μια ελάχιστη κοινή συνιστώσα στο λογοτεχνικό γούστο, αρνούμενοι να αποδεχτούμε τον πλήρη υποκειμενισμό. Απορούμε, λοιπόν, για την απουσία από τη “λίστα” πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων του Πάνου Τσίρου, για τη συλλογή διηγημάτων, «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα», που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2008. Μήπως οι κριτές δεν διάβασαν το βιβλίο; Γιατί, όπως και να το κάνουμε, τα μέλη μιας κριτικής επιτροπής δεν μπορεί να έχουν διαβάσει το σύνολο της βιβλιοπαραγωγής ενός έτους. Εκτός από όσα βιβλία γνωρίζουν εξ αυτοψίας, τους επηρεάζει το όνομα του συγγραφέα, τα δημοσιεύματα του Τύπου και εάν κρίνουμε από τις “λίστες”, ο εκδότης, που έχει εξελιχθεί στον καλύτερο μάνατζερ ενός συγγραφέα. Παρεμπιπτόντως, επειδή ζούμε σε πονηρούς καιρούς, διευκρινίζουμε πως ο Τσίρος δεν είναι συγγενής ή φίλος ούτε καν γνωστός.
Τέλος, θα θέλαμε να διατυπώσουμε και μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση. Όπως δείχνουν και οι “λίστες”, το συγγραφικό ταλέντο θα πρέπει να είναι κληρονομικό, κάτι σαν τις κληρονομικές αρρώστιες. Αλλιώς, πώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι όλα τα τέκνα συγγραφέων που εξέδωσαν βιβλίο εντός του 2008 συμπεριελήφθησαν στις “λίστες”.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Γέρoν, το έχω υπόψη μου το δημοσίευμα.
Δεν είναι επαρκής η γνώση μου για να εκφέρω ολοκληρωμένη κρίση, αλλά, προς ενίσχυση του προβληματισμού που εκθέτεις, διατυπώνω κι εγώ την απορία πώς είναι δυνατό ένα δοκίμιο όπως το HOMO AMERICANUS του Γ. Χ. Παπασωτηρίου να μένει έξω από τη σχετική λίστα.
Ανάρτηση Σχολίου