Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

"Η πόλη μου είναι μια άλλη πόλη"


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΥΚΕΣΑΣ, «Το τσίρκο των ψύλλων»,
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 357, 2009



Φαίνεται από την πρώτη ακόμη ματιά. Τέσσερις σελίδες με περιεχόμενα χωρισμένα σε πέντε κεφάλαια, καθένα από τα οποία διαιρείται σε πολλά υποκεφάλαια έκτασης λίγων μόνο σελίδων. Το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να εντάσσεται στην κατηγορία του μυθιστορήματος, αλλά τα στοιχεία που το συνθέτουν οργανώνονται στη βάση της μικρής φόρμας.
Έτσι παρέχεται στον αφηγητή η ευχέρεια να ελίσσεται ανεμπόδιστα ανάμεσα σε φαινομενικά ασύνδετα πρόσωπα, χρονικά επίπεδα και περιστατικά, με έναν τρόπο που μπορεί στην αρχή να δημιουργεί την εντύπωση του μπερδεμένου παζλ, αλλά σχετικά γρήγορα αποκαθιστά την αίσθηση του ενιαίου συνόλου. Με άλλα λόγια, στιγμιότυπα που μοιάζουν μεμονωμένα αποδεικνύονται αφηγηματικές ψηφίδες ενός μυθιστορηματικού μωσαϊκού ή ακριβέστερα αφηγηματικές πινελιές μιας μυθιστορηματικής τοιχογραφίας της σύγχρονης νεοελληνικής πραγματικότητας.
Η μετάβαση από το επιμέρους και αποσπασματικό στο συνολικό και ενιαίο γίνεται με το σταδιακό ξεδίπλωμα του αφηγηματικού μίτου που αφορά μια δολοφονία. Πιο συγκεκριμένα, ο ηγούμενος της Μονής Αγίας Αθανασίας βρίσκεται δολοφονημένος έξω από την εκκλησία κάποιου χωριού της Χαλκιδικής. Ένας δαιμόνιος αστυνομικός αναλαμβάνει να λύσει το μυστήριο. Ποιος είναι ο δολοφόνος; Μήπως ο σαλός που τριγυρίζει ανάμεσα στα χωράφια συνομιλώντας με τα πουλιά ή ο ιερέας της εκκλησίας με το σκοτεινό παρελθόν και το βεβαρημένο ποινικό μητρώο; Ποια εμπλοκή έχει, αν βέβαια έχει, ο αγιογράφος μοναχός ή η δικηγόρος της μονής μαζί με τους δύο αφοσιωμένους φίλους της ή ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος της βυζαντινής αρχαιολογίας; Ποιο ειδικό βάρος διατηρούν γεγονότα που συνέβησαν τριάντα ή σαράντα χρόνια πριν από το φονικό; Και τελικά, ποια σχέση έχει με την υπόθεση το κατεξοχήν πρωταγωνιστικό πρόσωπο της αφήγησης, ο Κύρος Λαύρος, μαζί με τον αθίγγανο φίλο του;
Μέσα από το θρυμματισμένο αυτό αφηγηματικό υλικό αναδύεται μια κερματισμένη κοινωνική πραγματικότητα ατομικών κόσμων, ερμητικής μοναξιάς και ένοχων μυστικών, που συρράπτονται σε ενιαίο σύνολο με κυρίαρχη συγκολλητική δύναμη τον ατομικό μεγαλοϊδεατισμό, την ηθική εκπόρνευση και τον εύκολο πλουτισμό. Είναι το ιδεολογικό χαρμάνι που προέκυψε από την ανάμειξη της εθνικοθρησκευτικής παράδοσης με τις νεοφιλελεύθερες αξίες, για να παγιώσει νέες μορφές δημαγωγίας, ευτέλειας και αριβισμού, που με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο εκφράστηκαν στο πρόσφατο σκάνδαλο του Βατοπεδίου.
Με αυτή την έννοια, δεν είναι καθόλου τυχαίο που η δράση εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη που περισσότερο από κάθε άλλη πόλη ασχημονεί στο ιστορικό παρελθόν και στο φυσικό της κάλλος. Στη Θεσσαλονίκη που περισσότερο από κάθε άλλη πόλη ανταλλάσσει το κοσμοπολίτικο πνεύμα με τον φοβικό εθνικισμό και τη θρησκευτική μισαλλοδοξία. Στη Θεσσαλονίκη που περισσότερο από κάθε άλλη πόλη εμπιστεύεται την πορείας της προς το μέλλον στους θασιώτες της πιο οπισθοδρομικής συντήρησης. Ό,τι απομένει ύστερα απ’ όλα αυτά, είναι μια πόλη-φάντασμα, μια πόλη-έκτρωμα, μια πόλη-τέρας. Αμεριμνησία προτιμά να την ονομάσει ο αφηγητής. Και δικαίως.
Αλλά η Θεσσαλονίκη; Πού είναι η Θεσσαλονίκη;
«Η πόλη μου είναι μια άλλη πόλη» ακούμε τον ήρωα να μονολογεί με παράπονο. Η αληθινή πόλη πάει, χάθηκε. Τη ρήμαξαν τύποι σαν τον πανεπιστημιακό δάσκαλο της βυζαντινής αρχαιολογίας, τη μεγαλοδικηγόρο και τον ηγούμενο της μονής, που μετέχουν στις κυρίαρχες αξίες, τις υπηρετούν και τις αναπαράγουν, τη στιγμή που τύποι σαν τον σαλό, τον ήρωα και τον αθίγγανο θέτουν τον εαυτό τους εκτός, πληρώνοντας βέβαια το αναπόφευκτο τίμημα της επιλογής τους.
Αλλά αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε οφείλω να επισημάνω ότι ξενίζει το τέλος του μυθιστορήματος. Φαίνεται κατά τι ανακόλουθο ή υπό μία άλλη οπτική συγκαλυμμένα διδακτικό και σε κάθε περίπτωση ελαφρότερο του αναμενομένου. Ας σημειώσω και μια πρόσθετη αδυναμία, σχετική προφανώς με την δημοσιογραφική ιδιότητα του συγγραφέα: υπάρχουν σημεία στα οποία η αφήγηση μοιάζει να αποτελεί άλλοθι για την έκφραση ενός στοχαστικού και κριτικού λόγου ή και να ακυρώνεται πλήρως από αυτόν, όπως στην περίπτωση του «διαλείμματος» («Μια περιήγηση στην Αμεριμνησία»).
Θα ήταν όμως άδικο να μείνω σε αυτά. Γιατί «Το τσίρκο των ψύλλων», πέρα από τις αρετές στη γλώσσα και στην πλοκή, είναι από τα λίγα μυθιστορήματα που ακουμπάνε με τόση τόλμη την επικαιρότητα, από τα ακόμη πιο λίγα που συνδυάζουν τη λογοτεχνική αξία με τον πολιτικό προβληματισμό, και από τα ελάχιστα βιβλία που καταφέρνουν να απεικονίσουν με τέτοια εμβρίθεια τη νεοελληνική πραγματικότητα. Και αυτά νομίζω ότι αρκούν, και με το παραπάνω.

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Το πνεύμα των ημερών

- Θέλω να μου πεις ένα ωραίο παραμυθάκι, μπαμπά, για να κοιμηθώ γλυκά γλυκά. Να, όπως τα παραμύθια που μου λέει κι η μαμά μου. Τη Σταχτοπούτα, την Πεντάμορφη και το Τέρας, τον Παπουτσωμένο Γάτο, τη Χιονάτη και τους εφτά Νάνους, τον κακό το Λύκο και τα τρία Γουρουνάκια.
- Καλά, θα σου πω. Αλλά όχι τέτοια. Ένα άλλο, δικό μου. Είναι για τον καιρό. Που λέω στην τηλεόραση τι καιρό θα κάνει, κι εσύ, όταν με βλέπεις, φωνάζεις «ο μπαμπάς μου, ο μπαμπάς μου», κι εγώ χαίρομαι που σ’ ακούω. Να δεις που θα σ’ αρέσει πολύ.


Από αρχές Σεπτεμβρίου, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, τελειωμένος πια και ο Ιανουάριος. Σύνολο πέντε. Αν βγάλουμε κάτι μικρές ψιχάλες, πέντε ολόκληρους μήνες είχε να βρέξει κανονικά. Όπως τουλάχιστον έβρεχε παλιά. Αλλά τώρα τίποτα. Λίγη πάχνη το πρωί και ολημερίς λιακάδα. Ένας ξεπλυμένος ήλιος. Πουθενά στον ορίζοντα σύννεφα. Άφαντη κι η βροχή, ούτε μια νιφάδα χιόνι. Σκόνη και ξεραΐλα. Σκόνη και ξεραΐλα μες στο καταχείμωνο…
Στην αρχή δεν έδωσαν σημασία. Συνηθισμένοι από τις αναποδιές του καιρού, πάει δέκα-δεκαπέντε χρόνια συνέχεια το ίδιο βιολί, καπάκι ο ένας καύσωνας μετά τον άλλο, ύστερα δύο μήνες παγωνιά και χιόνια, στη συνέχεια μια σύντομη περίοδος που ξέχυναν καθημερινά οι ουρανοί τα υπόλοιπα νερά του χρόνου, και κατόπιν ξανά από την αρχή τα ίδια. «Η υψηλότερη θερμοκρασία από το καλοκαίρι του 2003», «Τόσο πολύ χιόνι έχει να ρίξει από το χειμώνα του 1988», «Το ύψος της βροχής που έπεσε χθες στην Αττική πλησιάζει τη μεγαλύτερη τιμή που κατέγραψε ποτέ η μετεωρολογική υπηρεσία στο λεκανοπέδιο», άρχισαν να ψελλίζουν δεξιά κι αριστερά στα κανάλια, στους σταθμούς και στις εφημερίδες. Ότι δηλαδή κάτι δεν πάει καλά. Στην πραγματικότητα, για να έχουν να λένε και να ησυχάζουν. Παραδέχονταν το πρόβλημα, ανακούφιζαν την ανησυχία και χαίρονταν με την ειλικρίνειά τους. Παραπέρα όμως δεν μπορούσαν και δεν θέλανε να πάνε. Δεν τους βόλευε να πάνε.
Στο κάτω κάτω, κάτι γινόταν ακόμη. Έπιανε το θερμόμετρο 43 βαθμούς, βάζανε στο τέρμα τα κλιματιστικά, κουβαλούσαν τους γέρους στα δημόσια κτίρια, ανοίγανε τα σιντριβάνια, πίνανε παγωμένο τσάι και, όταν ευκαιρούσαν, πετάγονταν στις παραλίες. Έπεφτε η βαρυχειμωνιά, ανάβανε στο φουλ τα καλοριφέρ, ρίχνανε στους δρόμους αλάτι, βγάζανε τα εκχιονιστικά, μοίραζαν σούπα στους απόρους και, όταν τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο, κλείνανε και τα σχολεία. Τα κουτσοβόλευαν.
Τέτοιο όμως ξεχειλωμένο καλοκαίρι, μεσοστρατίς χειμώνα, πρώτη φορά τούς τύχαινε. Στράφι η διήμερη στο χωριό, γκρίνιαζαν τα σαλέ, χριστοκαντήλιαζαν οι πετρελαιάδες, παραπονιούνταν τα εμπορικά της Εγνατίας και της Τσιμισκή, δυσφορούσε κι ο κοσμάκης. Γιατί Χριστούγεννα περίμεναν, Χριστούγεννα ήρθαν και Χριστούγεννα δε χαίρονταν. Αναμμένο τζάκι και ψημένα κάστανα και φωτεινές ευχετήριες επιγραφές και αραδιασμένες σε πλατείες φάτνες και χιόνια στο καμπαναριό, φαντάσου με δεκατρείς και δεκαπέντε και δεκαέξι και δεκαεννιά βαθμούς Κελσίου, χριστουγεννιάτικη συσκευασία σε θερινή εκπτωτική προσφορά.
Να, όπως κάνουν στην Αυστραλία, που έχει το Δεκέμβρη καλοκαίρι και είναι όλοι μαζεμένοι στις παραλίες και βγαίνουν με ταχύπλοα από τη θάλασσα οι Αϊ-Βασίληδες και μοιράζουν στον κόσμο δώρα και τους τραβάνε φωτογραφίες με τις γυμνές κοπέλες. Τους βλέπεις μετά στην τηλεόραση και αναρωτιέσαι τι σόι Χριστούγεννα είναι αυτά. Κι όσο να πεις, εκεί το έχουν παράδοση και έθιμο να τα γιορτάζουν έτσι. Εδώ τι γίνεται;
Πήγαιναν λοιπόν οι άνθρωποι στα μαγαζιά, αγόραζαν μάλλινα, τραγουδούσαν τα παιδιά «Καλήν εσπέραν άρχοντες», μαζεύονταν οι συγγενείς στο γιορτινό τραπέζι, ψήνανε στο φούρνο γεμιστές γαλοπούλες, βάζανε φλουριά στις βασιλόπιτες, αντάλλασσαν ευχές για τον καινούριο χρόνο, κάνανε δηλαδή ό,τι συνήθιζαν να κάνουν πάντα στις γιορτές, αλλά και πάλι γιορτές δεν καταλάβαιναν. Όσο κι αν υποκρίνονταν, ένιωθαν ότι κάπου είχαν λάθος. Λες κι έπαιζαν στο θέατρο. Καλοί στους ρόλους τους. Δε λέω, πολύ καλοί. Ωστόσο από άλλη παράσταση τα σκηνικά, από άλλη τα κοστούμια.
Απορούσαν. Είκοσι, τριάντα, πενήντα χρόνια; Τέτοιο πράγμα δε θυμούνταν ξανά να τους έχει συμβεί. Άρχισαν σιγά σιγά να προβληματίζονται. Φυσικό φαινόμενο ή ανθρώπινη παρέμβαση; Προσωρινή ανωμαλία του καιρού ή μόνιμη κατάσταση; Θα φτάσουν για το καλοκαίρι τα αποθέματα νερού ή με το δελτίο θα το πίνουν; Μπορεί και το ένα, μπορεί και το άλλο, απαντούσαν σιβυλλικά οι επιστήμονες, αλλά τεκμηριωμένη απάντηση δεν ήταν ακόμη σε θέση να τους δώσουν.
Τέλειωσαν όμως οι διακοπές, ξεκίνησε πάλι ο κόσμος τις δουλειές του, πρωινό ξύπνημα, τα παιδιά στο σχολείο, ψάξιμο για πάρκινγκ, η φάτσα του συναδέλφου και η γκρίνια του αφεντικού, ψώνια στο σουπερμάρκετ, τα παιδιά από το σχολείο, διάβασμα, τρέχα φροντιστήρια, βραδινά τηλεοπτικά μικροσκάνδαλα, βαθύς ύπνος. Περνούσε γρήγορα ο καιρός, λουσμένος με πρωινές πάχνες και χειμωνιάτικες λιακάδες. Ήσυχα, σχεδόν ευτυχισμένα.
Όσο περνούσαν οι μέρες άρχισαν να αποξεχνιούνται ή, πιο σωστά, να συνηθίζουν. Κι εδώ που τα λέμε, καλύτερα περνούσαν έτσι. Ούτε χιονιάς αλλά ούτε και κάψα. Ούτε να λερώνονται τα ρούχα, ούτε να καθαρίζουν όλη την ώρα τα μπαλκόνια, ούτε να κουβαλάνε ομπρέλες, ούτε να πλένουν συνέχεια το αυτοκίνητο, ούτε να πληρώνουν τα μαλλιοκέφαλά τους στα πετρέλαια. Στο κάτω κάτω, ένας ήπιος χειμώνας ήταν μόνο. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Δε χρειάζονταν λοιπόν υπερβολές. Κι αν, αν λέμε, συνέχιζε έτσι ο καιρός, όλο και κάποια λύση θα ’βρισκαν στο τέλος οι επιστήμονες.
Τελικά το αποφάσισαν. Πιο καλά ήταν έτσι. Κουβέντα δεν ξανακούστηκε. Ουφ! Ησύχασαν.
(Είναι από το προηγούμενο βιβλίο μου, "Το παραμύθι του ύπνου". Το θυμήθηκα όταν είδα από πολύ πρωί τον ήλιο να αστράφτει. Δυστυχώς, ταιριάζει απόλυτα με την περίσταση...)

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Ευχές



Χρόνια σας πολλά απ' όλους μας



(Το σχέδιο έγινε από τη Ζωή, η εικονιζόμενη τρίτη στη σειρά)
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++
Ευχές σφήνα (ζήλεψα κι εγώ):
Ο Βενιαμίν της οικογένειας, έφτιαξε αυτό για το blog
Αν και μικρότερος, εβαλε τον εαυτό του προτελευταίο. Κάτι θελει να πει μάλλον...
Καλες γιορτές σε όλους.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

11. "Η προσωπική μου Χιροσίμα και το ιδιωτικό μου Ναγκασάκι"

Αποβραδίς είχα προνοήσει να κρύψω το χαπάκι σε μια συσκευασία με ασπιρίνες, μην τύχει και με υποψιαστούν οι άλλοι στη δουλειά. Το έβγαλα με προφύλαξη και το κατάπια αμέσως, χωρίς να το αφήσω να λιώσει εντελώς στη γλώσσα, αλλά μια δυσάρεστη αίσθηση πρόλαβε κι απλώθηκε σε όλη τη στοματική μου κοιλότητα. Ήταν σαν να τρως ένα ξερό κομμάτι ασβέστη.
Ακολούθησα νοητά τη διαδρομή της υγρής μάζας από το στενόμακρο σωλήνα του οισοφάγου ως τον ασκοειδή θύλακα του στομάχου. Τη φαντάστηκα να αποσυντίθεται στα χημικά της στοιχεία και να απελευθερώνει εντός μου μια τεράστια δύναμη μεγατότων. Λες κι είχα μια πυρηνική βόμβα στην κοιλιά μου έτοιμη να συντρίψει όλες τις Χιροσίμες και όλα τα Ναγκασάκια του μυαλού μου. Ένιωσα την ισχύ της πυρηνικής έκρηξης να διαπερνά το είναι μου και το ωστικό κύμα να μεταδίδεται διαμέσου του αίματος από τα πόδια μέχρι το κεφάλι. Ήξερα καλά τι επρόκειτο να συμβεί μέσα μου τις επόμενες ώρες.
Ύστερα από ένα σαραντάλεπτο θα ένιωθα τα άνω και κάτω άκρα μου να ατονούν, το μυαλό μου να μουδιάζει και τα συναισθήματά μου να νεκρώνονται. Δε θα έπαυα να έχω συνείδηση του εαυτού μου, αλλά κάποιες διανοητικές ικανότητες, όπως η κρίση και η βούληση, θα περιέρχονταν σε κατάσταση ελεγχόμενης και μηχανικής υπολειτουργίας, ενώ κάποιες άλλες όπως η φαντασία και η μνήμη θα χειραγωγούνταν πλήρως. Ο χώρος της πρώτης θα κυριευόταν από ψυχεδελικούς εφιάλτες και η δεύτερη θα θρυμματιζόταν σε μικρά μικρά κομμάτια αποσυντεθειμένων αναμνήσεων χωρίς καμία ενότητα και λογική.
Στη συνέχεια τα εγκεφαλικά κέντρα που είναι υπεύθυνα για την κίνηση του σώματος, την ικανότητα της αντίληψης και την εκφορά του λόγου θα εξασθενούσαν κάτω από την πίεση διαδοχικών χημικών επιθέσεων που θα καταλάμβαναν όλες τις νευρικές οδούς της εισαγωγής αισθητηριακών ερεθισμάτων και της εξαγωγής εγκεφαλικών εντολών, με αποτέλεσμα να βρίσκομαι σε μια σχετική απόσταση από την εξωτερική και την εσωτερική μου πραγματικότητα. Πρόκειται για μια απόσταση ασφαλείας του εγώ από εμένα, του μυαλού από την ψυχή και της γνώσης από την αλήθεια που οχυρώνει ένα νέο χώρο βίωσης και συνείδησης των πραγμάτων. Έναν χώρο που με αρέσει να τον ονομάζω «το βασίλειο της λήθης».
Αλλά είχα αρκετό χρόνο για να φτάσω σε αυτό το επίπεδο και στο μεταξύ όφειλα να οργανώσω τη λειτουργία μου με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην κινώ τα περίεργα βλέμματα και τα κακεντρεχή σχόλια των άλλων υπαλλήλων, κυρίως του Στεργίου. Κούνησα το κεφάλι μου πάνω κάτω και προσπάθησα να επανέλθω. Κοίταξα μπροστά μου κι είδα τη χάρτινη στοίβα να με περιμένει. Τράβηξα το πρώτο έγγραφο από κάτω και άρχισα να το διαβάζω χωρίς να έχω καθόλου όρεξη. Έπεσα σε ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μου τύχει: πρόσκληση ενδιαφέροντος για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Δεν πρόλαβα να φτάσω ούτε μέχρι τη μέση, όταν άκουσα το τηλέφωνο του γραφείου μου να χτυπάει. Πρώτος, δεύτερος, τρίτος χτύπος, καμία αντίδραση από μέρους μου. Το σήκωσα στον τέταρτο, όπως ακριβώς προβλέπεται από τον εσωτερικό κανονισμό.
«Αποστόλου Θάνος, 2cΒ6. Σε τι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος;»
«Ελάτε αμέσως, σας παρακαλώ. Σας περιμένω στο γραφείο μου» ακούστηκε η φωνή του προϊσταμένου.
Κοκάλωσα. Περίμενα ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε κι αυτό, αλλά θα προτιμούσα να γίνει οποιαδήποτε άλλη ώρα εκτός από αυτήν. Όχι μόνο γιατί θα ήθελα να είχαν ξεκαθαρίσει προηγουμένως κάποια πράγματα, ώστε να ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά κυρίως γιατί κάτω από την επίδραση του χαπιού ήμουν πιο τρωτός και αδύναμος, λιγότερο ευέλικτος και ικανός για να αντεξεπέλθω στη δοκιμασία. Συν τοις άλλοις, υπήρχε και ο κίνδυνος να αρχίσω ανά πάσα στιγμή να κομπιάζω, να ιδρώνω και να τραυλίζω. Κοίταξα το ρολόι αγχωμένος. Είχα τριάντα πέντε λεπτά ακόμη μέχρι τα πρώτα ορατά συμπτώματα. Θα έπρεπε να βιαστώ.
Άνοιξα το τελευταίο συρτάρι και έβγαλα τη σακούλα με τα κεράσια. Σηκώθηκα με δυσκολία και περπάτησα σέρνοντας τα πόδια μου στο διάδρομο. Πέρασα μπροστά από το γραφείο σου και έριξα ένα άδειο βλέμμα. Ήμουν ακόμη σε θέση να θυμάμαι για ποιο λόγο έλειπες και επιτάχυνα το βήμα μου, για να προφυλάξω τον εαυτό μου από εκείνες τις ανεπιθύμητες σκέψεις, μνήμες ή αισθήματα, που μόνο κακό θα μπορούσαν να μου κάνουν σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή.
Εννιά ζευγάρια μάτια είχαν καρφωθεί πάνω μου και με κοιτούσαν γεμάτα οίκτο, αδιαφορία, συμπάθεια, πιθανώς και χαιρεκακία. Δεν ήθελα βέβαια να δείξω μπροστά τους καμία αδυναμία και συνέχισα με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα μέχρι το γραφείο του προϊσταμένου. Χτύπησα την πόρτα, παρ’ ότι με έβλεπε πίσω από το τζάμι. Άνοιξα με δισταγμό και βρέθηκα μπροστά του.
«Καθίστε, σας παρακαλώ».
Κινήθηκα προς την καρέκλα που μου υπέδειξε κι ακούμπησα μαλακά τη σακούλα που κρατούσα στο πάτωμα.
«Τι έχετε εκεί;»
«Είχα υποσχεθεί να σας φέρω μερικά κεράσια. Είναι η ρίζα που με την ευγενική μεσολάβησή σας έλαβα από την εταιρεία πριν από μερικά χρόνια. Το δενδρύλλιο έγινε ολόκληρο δέντρο και αυτά εδώ είναι τα κεράσια του. Σας τα φέρνω ως έκφραση ειλικρινούς ευχαριστίας».
«Καλοσύνη σας».
Τέντωσε το χέρι προς το μέρος μου. Στην αρχή ξαφνιάστηκα, αλλά όταν κατάλαβα το νόημα της χειρονομίας, σήκωσα τη σακούλα, για να του τη δώσω. Ένιωσα κάποια αδυναμία στον καρπό, αλλά τελικά δε δυσκολεύτηκα. Έκανε μέρος ανάμεσα σε κάποια έγγραφα και την ακούμπησε πάνω στο γραφείο του. Κράτησε μπροστά του μόνο ένα έγγραφο.
«Δε νομίζω να τα έχετε ραντίσει. Μπορεί να μας κατηγορούν οι οικολόγοι, αλλά αυτή η ποικιλία χρειάζεται πολύ λιγότερα φυτοφάρμακα από τα συμβατικά είδη».
«Σας διαβεβαιώνω πως δεν τα ράντισα ούτε μια φορά εδώ και τρία χρόνια».
«Πολύ ωραία».
Έβγαλε ένα κεράσι, το σκούπισε προσεκτικά με ένα χαρτομάντιλο και το έφερε στο στόμα. Το δάγκωσε στην άκρη. Τα ζουμιά κύλησαν στο σαγόνι του κι έσταξαν πάνω στο έγγραφο. Έκανα να σηκωθώ για να τον βοηθήσω, αλλά με εμπόδισε με μια αυστηρή κίνηση του χεριού του.
«Μην μπαίνετε, σας παρακαλώ, στον κόπο» μου είπε με γεμάτο στόμα και έβγαλε ένα δεύτερο χαρτομάντιλο. Καθάρισε το πρόσωπό του και σκούπισε ένα προς ένα όλα τα δάχτυλα.
Φαίνεται ότι του άρεσε και πήρε ακόμη ένα.
«Νόστιμα, ε;» σχολίασε.
«Έτσι είναι όλα. Μεγάλα, ζουμερά και νόστιμα» συμφώνησα.
«Θα ξετρελαθεί η γυναίκα μου. Ξέρετε, της αρέσουν πολύ τα κεράσια».
«Τότε, μπορώ να σας φέρνω όποτε θέλετε. Αρκεί να μου το λέτε».
«Να είστε καλά. Και μια που είπα για τη γυναίκα μου. Θέλω να εκφράσω για ακόμη μια φορά τη λύπη μου για το τραγικό συμβάν».
«Σας ευχαριστώ» του απάντησα και χαμήλωσα το κεφάλι.
«Έχω όμως τη δυσάρεστη υποχρέωση να σας υπενθυμίσω ότι εδώ είναι γραφείο και καλά θα κάνετε να τα αφήσετε όλα στην άκρη. Είχατε μια ολόκληρη βδομάδα στη διάθεσή σας, για να εκτελέσετε το καθήκον σας απέναντι στη σύζυγό σας, να θρηνήσετε την απώλειά της και να τιμήσετε τη μνήμη της. Αλλά τώρα που επιστρέψατε, περιμένω από εσάς να είστε το ίδιο ακμαίος και αποδοτικός. Ξέρω ότι δεν είναι τόσο εύκολο, αλλά σκεφτείτε, σας παρακαλώ, τι εικόνα δίνετε στους άλλους υπαλλήλους. Όχι μόνο μας ήρθατε ατημέλητος και αξύριστος, όχι μόνο κόβετε άσκοπες βόλτες στο διάδρομο, αλλά πληροφορούμε κιόλας πως έχετε μείνει πολύ πίσω στις διορθώσεις σας. Λυπάμαι που σας το λέω, αλλά είστε σε πλήρη αποδιοργάνωση και δε μου αρέσει καθόλου να σας βλέπω έτσι».
Δε χρειάστηκε πολλή σκέψη για να καταλάβω από πού προέρχονταν οι πληροφορίες του. Όλοι ξέρουν ποιος είναι ο αληθινός ρόλος του Στεργίου στο τμήμα.
«Έχετε δίκιο. Είμαι όμως διατεθειμένος να μείνω όσο χρειάζεται, για να τελειώσω όλες μου τις διορθώσεις. Ακόμη κι ως αργά το βράδυ».
Ένα χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλη του, αλλά γρήγορα ξαναπήρε το σοβαρό του ύφος.
«Έχω εδώ το κείμενό σας. Αυτό που γράψατε με τίτλο “Η οπωροφόρα επανάστα¬ση”».
Με μεγάλη έκπληξη συνειδητοποίησα ότι το έγγραφο που μόλις είχε χρησιμοποιήσει σαν τραπεζομάντιλο πάνω στο γραφείο του ήταν το δικό μου κείμενο. Ενοχλήθηκα αλλά προσπάθησα να μην του το δείξω.
«Το διάβασα με μεγάλη προσοχή και διαπίστωσα ότι κάνατε δύο διορθώσεις. Θα ήθελα, σας παρακαλώ, να μου εξηγήσετε το λόγο».
Έσπρωξε το κείμενο προς το μέρος μου. Είχε τρεις κόκκινες σταγόνες, που έμοιαζαν να είναι αίμα. Αγχώθηκα στην αρχή, αλλά γρήγορα επανέκτησα την ψυχραιμία μου. Όσο η συζήτηση στρεφόταν γύρω από γλωσσικά ζητήματα, το παιχνίδι παιζόταν στο δικό μου γήπεδο και δεν είχα κανένα λόγο να φοβάμαι. Επέλεξα με προσοχή τα λόγια μου και του είπα:
«Προτίμησα τον όρο “διαφοροποίηση” για να αποφύγω τους αρνητικούς συνειρ¬μούς, τους οποίους δυστυχώς γεννά σε αρκετούς η έννοια της τροποποίησης. Υπάρχει, βλέπετε, ακόμη η προκατάληψη σε βάρος των μεταλλαγμένων ειδών».
«Και το δεύτερο;»
«Λέτε για την αφαίρεση του κόμματος στην περίοδο “Πρόκειται για ένα ακόμη θαύμα της γενετικής μηχανικής, που υπόσχεται να δώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες του αναπτυγμένου και κυρίως του υπανάπτυκτου κόσμου”»;
«Ναι, γι’ αυτό λέω».
«Με την αφαίρεση του κόμματος ευρύνεται το νόημα. Το θαύμα που θα δώσει λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες δεν είναι μόνο τα νέα οπωροφόρα υβρίδια που προωθεί στο εμπόριο η εταιρεία μας, αλλά κι όλη η γενετική μηχανική στο σύνολο των εφαρμογών της. Έτσι προβάλλουμε όχι μόνο τα συγκεκριμένα υβρίδια οπωροφόρων δέντρων αλλά και τις γενικότερες επιστημονικές εξελίξεις που υλοποιούνται στον τομέα της βιοτεχνολογίας».
Περίμενα με αγωνία την αντίδρασή του. Ουσιαστικά το κείμενο αυτό ήταν το μόνο υπερασπιστικό μέσο που διέθετα μπροστά σε ένα πλήθος ενοχοποιητικών στοιχείων που το τελευταίο διάστημα σωρεύονταν σαν χιονοστιβάδα εναντίον μου. Είχα τέτοιο άγχος που άρχισαν να τρέμουν τα χέρια μου και αναγκάστηκα να αφήσω αμέσως το έγγραφο πάνω στο γραφείο του, για να μη γίνω αντιληπτός.
Ο προϊστάμενος το πήρε και αφού έριξε μια τελευταία ματιά, το τσαλάκωσε και το πέταξε επιδεικτικά στο καλάθι των αχρήστων.
Έμεινα να τον κοιτάω άφωνος. Δε χωρούσε καμιά παρερμηνεία η στάση του: επρόκειτο για την καταδικαστική απόφαση που μόλις είχε εκφωνηθεί σε βάρος μου με τον πλέον συμβολικό αλλά αδιαμφισβήτητο τρόπο.
Δίστασα για λίγο και τελικά τον ρώτησα:
«Μήπως δε σας άρεσε;»
«Ποιο; Το κείμενο;»
«Ναι, για το κείμενο σας μιλάω».
«Μην το παίρνετε έτσι. Το κείμενο που γράψατε είναι πολύ καλύτερο απ’ ό,τι θα περίμενα».
Ξαφνιάστηκα από την απάντησή του. Σκέφτηκα ότι μπορεί να το πέταξε γιατί ήταν λερωμένο, ίσως μάλιστα και να μου ζητούσε ένα καθαρό αντίτυπο. Βρήκα λοιπόν το θάρρος κι επέμεινα:
«Επιτρέψτε μου. Αλλά αν πράγματι σας άρεσε, τότε για ποιο λόγο το πετάξατε;»
«Εκτέλεσε ήδη την αποστολή για την οποία γράφτηκε».
Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Νόμιζα ότι η αποστολή του ήταν να δημοσιευτεί σε κάποια εφημερίδα. Δε θα είχα αντίρρηση ακόμη κι αν αυτό γινόταν χωρίς το όνομά μου.
«Δηλαδή, δεν πρόκειται… θέλω να πω, δε σκοπεύετε να το δημοσιεύσετε;»
«Να το δημοσιεύσουμε; Πώς σας πέρασε από το μυαλό; Τρεις από τις μεγαλύτερες εφημερίδες και δύο τηλεοπτικά κανάλια χρηματοδοτούνται από κονδύλια της εται¬ρείας μας. Έχουμε μισθώσει ορισμένους από τους καλύτερους δημοσιογράφους, έστω κι αν κάποιοι ανάμεσά τους τυχαίνει να το αγνοούν. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος να εναποθέτουμε τη διαφώτιση της κοινής γνώμης για τόσο σοβαρά ζητήματα σε έναν απλό υπάλληλο της εταιρείας, ακόμη κι αν αυτός γράφει τόσο ωραία όσο εσείς».
Τρεις ώρες χρειάστηκα για να το γράψω συν οι ελπίδες που έτρεφα τόσες μέρες, συν ο καβγάς που είχα μαζί σου. Κι όλα αυτά, μόνο και μόνο για να ακούσω ότι είμαι ένας απλός υπάλληλος της εταιρείας που τυχαίνει να γράφει ωραία.
«Τότε μπορείτε να μου πείτε γιατί μου ζητήσατε να το γράψω;» ύψωσα λίγο τη φωνή μου.
«Μη βιάζεστε, σας παρακαλώ, και προπαντός μην εκνευρίζεστε. Για το καλό σας το λέω».
Κάτι μέσα μου επαναστατούσε, αλλά κατάφερα μετά βίας να το συγκρατήσω. Ο προϊστάμενος συνέχισε να μιλάει.
«Υπάρχει, βλέπετε, ένα ακόμα θέμα που πρέπει να το συζητήσουμε. Ξέρω ότι δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για σας, αλλά τα χρονικά περιθώρια που έχω στη διάθεσή μου στενεύουν επικίνδυνα».
«Σε ποιο θέμα αναφέρεστε;»
«Στο γάμο σας».
Ξεροκατάπια και έσκυψα το κεφάλι.
«Τι ακριβώς θέλετε να μάθετε για το γάμο μου;»
«Γνωρίζατε ότι απαγορεύεται από τον εσωτερικό κανονισμό αυτό που κάνατε;»
«Ναι, το γνώριζα».
«Τότε γιατί το κάνατε;»
«Πείτε το νεανική επιπολαιότητα. Έτσι κι αλλιώς, δεν νομίζω ότι ήταν τίποτα παραπάνω. Θέλω να πω ότι αναγνωρίζω το λάθος μου. Άλλωστε, το παραδέχτηκα και στην έκθεση αυτο-αξιολόγησης».
«Σκεφτείτε όμως να κάνανε όλοι εδώ μέσα τέτοια λάθη. Πιστεύετε ότι θα μπορούσε το τμήμα μας να παραμείνει πρώτο σε αποδοτικότητα ανάμεσα σε άλλα και μάλιστα πολύ μεγαλύτερα τμήματα της εταιρείας;»
Έφερα στο μυαλό μου την εικόνα της Ελένης στην τουαλέτα κι ένιωσα πως ό,τι γινόταν εκείνη τη στιγμή σε εκείνο το γραφείο ήταν η τελευταία πράξη από το θέατρο του παραλόγου στο οποίο έπαιρνα κι εγώ μέρος σαν κομπάρσος όσα χρόνια εργαζόμουν σε αυτή την εταιρεία. Δεν άντεξα άλλο και αντέδρασα.
«Αυτό φαντάζομαι ότι ισχύει για όλους μας. Ακόμη και για εσάς».
«Ασφαλώς κι ισχύει. Αλλά γιατί το λέτε; Μήπως έχετε διαφορετική άποψη για μένα;»
«Το λέω γιατί δεν πιστεύω ότι εφαρμόσατε με τόσο τυπικό τρόπο τον εσωτερικό κανονισμό πριν από δύο περίπου ώρες στην τουαλέτα. Ή μήπως κάνω λάθος;».
Κι όμως δε διέκρινα καμία έκπληξη ή ανησυχία στο πρόσωπό του. Σαν να του μιλούσα για μια ακόμη διόρθωση που είχα κάνει στο κείμενό μου.
«Να είστε σίγουρος ότι τον τήρησα κατά γράμμα» μου απάντησε με αργή και σταθερή φωνή.
«Εγώ όμως που έτυχε να βρίσκομαι στις αντρικές τουαλέτες σχημάτισα άλλη εικόνα» επέμεινα κοιτώντας τον στα μάτια.
Συνέχιζε να είναι το ίδιο ατάραχος.
«Έχω υπόψη σε τι αναφέρεστε. Φρόντισα να μάθω. Γι’ αυτό τις έχουμε τις κάμερες σε όλο το τμήμα. Επιμένω πάντως στην απάντηση που σας έδωσα».
Άρχισα να εξοργίζομαι. Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να παρουσιάζει το πλέον καταφανές ψέμα του σαν να ήταν η πιο φυσική αλήθεια. Αποφάσισα να τα παίξω όλα για όλα. Έπρεπε να του δείξω ότι είχα στο μανίκι μου αρκετούς κρυμμένους άσους και ότι, αν χρειαζόταν, θα μπορούσα ανά πάσα στιγμή να προστατεύσω τον εαυτό μου.
«Τον τηρήσατε και με την Ελπίδα; Ή, θα το αρνηθείτε κι αυτό με την ίδια ευκολία».
Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του. Μου φάνηκε πως ήταν, όπως ακριβώς το περιέγραψε ο Δημάκης. Βαλσαμωμένο.
«Μην το παίρνετε προσωπικά. Στα μάτια μου η σύζυγός σας ήταν μια απλή υπάλληλος, όπως κι όλες οι άλλες. Ό,τι κι αν πιστεύετε, σας λέω με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι και σε αυτή την περίπτωση ήμουν τυπικότατος στην τήρηση του κανονι¬σμού. Αυτό είναι ίσως το τελευταίο μάθημα που πρέπει να μάθετε εδώ μέσα».
Δεν ήθελε πολύ μυαλό για να αντιληφθώ ότι τα λόγια του υπαινίσσονταν με βεβαιότητα την απόλυση μου. Αξιολόγησα τη θέση μου: με σένα νεκρή, δε θα μπορούσε να σταθεί υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης σε κανένα δικαστήριο. Υπήρχε βέβαια και η Ελένη, αλλά δεν ήμουν καθόλου σίγουρος για την πρόθεσή της να κινήσει νομική διαδικασία σε βάρος του, πολύ δε περισσότερο τώρα που, σύμφωνα με την εκτίμησή μου και σε αντίθεση μ’ όσα έλεγε η ίδια, θα αναλάμβανε τη θέση του προϊσταμένου. Σαν να ξεφούσκωσε η οργή μου και μαζεύτηκα ηττημένος στην καρέκλα μου.
«Να σας εξηγήσω όμως τι ακριβώς θέλω να πω, για να μην παρεξηγήσετε τα λόγια μου. Υπάρχει ένας εσωτερικός κανονισμός που ισχύει για όλους τους υπαλλήλους εδώ μέσα, και για μας ασφαλώς τους προϊσταμένους και για τους διευθυντές και για τους μεγαλομετόχους της εταιρείας. Αλλά ειδικά για τους προϊσταμένους υπάρχει κι ένας άλλος κανονισμός, όπως υπάρχει κι ένας άλλος για τους διευθυντές, κι ένας άλλος για τους μεγαλομετόχους. Είναι όμως άγραφοι αυτοί οι κανονισμοί, ισχύουν εθιμικώ δικαίω, κι ορίζουν ότι έχουμε το δικαίωμα, ίσως μάλιστα και το καθήκον, να προβαίνουμε με την απαιτούμενη πάντα προσοχή και προφύλαξη κι αφού προηγουμένως έχουμε σταθμίσει όλα τα ενδεχόμενα, σε μικρές ή μεγάλες παραβιάσεις του επίσημου κανονισμού, προκειμένου να διασφαλίσουμε την πιστή τήρηση του από τους υφισταμένους μας. Αυτό συμβαίνει, όπως άφησα να εννοηθεί, και στη σχέση των διευθυντών με τους προϊσταμένους και των μεγαλομετόχων με τους διευθυντές. Είναι ο άγραφος νόμος της επιβολής και της δύναμης, που κάθε μηχανισμός εξουσίας από αυτόν που ασκείται μέσα στην οικογένεια μέχρι αυτόν που ασκείται μέσα στο κράτος, πρέπει να τηρεί απαρέγκλιτα, αν θέλει να συνεχίσει να ασκείται».
Σταμάτησε για λίγο και πήρε ένα απολογητικό ύφος.
«Γι’ αυτό αναγκάζομαι να έρχομαι στη δουλειά με τη Mercentes, παρ’ ότι θα προτιμούσα να την κρατάω καθαρή στο γκαράζ του σπιτιού μου. Γι’ αυτό αναγκάζομαι να πηγαίνω πού και πού με καμιά υπάλληλο, αν και δεν έχω στην ηλικία μου καμιά όρεξη για τέτοια. Γι’ αυτό αναγκάζομαι να βάζω τις φωνές στον Στεργίου, παρ’ όλη τη συμπάθεια που τρέφω απέναντί του. Είναι τα μικρά κι όχι πάντα ευχάριστα προνόμια ή υπό μία άλλη έννοια είναι τα άτυπα καθήκοντα που με βαραίνουν ως προϊστάμενο, προκειμένου να συντηρώ τις φρούδες ελπίδες και τις αφελείς προσδοκίες των υπαλλήλων μου».
«Δε σας καταλαβαίνω».
«Κοιτάξτε τους» μου έδειξε τους συναδέλφους έξω από το παράθυρό του. «Κάνετε μεγάλο λάθος, αν νομίζετε ότι εργάζονται μόνο για το μισθό τους. Καθένας από αυτούς ελπίζει ότι σε λίγα χρόνια θα έχει το δικό μου αυτοκίνητο και ότι θα είναι σε θέση να παραβιάζει τον εσωτερικό κανονισμό χωρίς να νιώθει, όπως τώρα, υπόλογος απέναντι σε μένα. Είναι αυτονόητο ότι δε μιλάω για παραβιάσεις που αφορούν αυτή καθαυτή την εργασία τους, αλλά την εν γένει συμπεριφορά και λειτουργία τους ως προσώπων. Γιατί δεν παύουν, όσο κι αν δε μας αρέσει αυτό, να υπάρχουν και ως πρόσωπα».
«Θέλετε να πείτε ότι γίνονται παραβιάσεις του εσωτερικού κανονισμού εν γνώσει σας;»
«Αν γίνονται λέει; Ο Χριστοφόρου βγαίνει κάθε μήνα με άλλη υπάλληλο της εταιρείας, οι δυο μεταφραστές που μας έμειναν είναι ομοφυλόφιλοι και μαθαίνω ότι σκέφτονται να παντρευτούν τον άλλο χρόνο στο εξωτερικό, η Χατζηγιάννη έχει δεσμό με τον Κωνσταντινίδη, εσείς ήσασταν παντρεμένος με τη Μαλαματή και διατηρούσατε παράλληλη σχέση με την Αλεξίου, ο Λεοντιάδης χρησιμοποιεί το ηλεκτρονικό δίκτυο της εταιρείας, για να επισκέπτεται σε καθημερινή βάση από το σπίτι του πορνοσελίδες, η Παπαπέτρου ενημερώνεται για το ωροσκόπιο από το τηλέφωνο της εταιρείας και ο Στεργίου ήταν τις προάλλες στο αυτόφωρο για τα επεισόδια στο γήπεδο του Παναθηναϊκού».
«Μα, αφού τα ξέρετε όλα αυτά, γιατί δεν παίρνετε τα μέτρα σας;»
«Αυτό που δεν έχετε καταλάβει είναι πως μια διοίκηση δεν μπορεί να ασκείται μόνο δια της τιμωρίας, όπως γινόταν παλιότερα, αλλά κυρίως δια του φόβου της τιμωρίας και ακόμη καλύτερα δια της προσδοκίας κάποιων μελλοντικών προνομίων. Αρκεί να δείτε τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν και να πουν, προκειμένου να διασκεδάσουν τους φόβους και να εξασφαλίσουν την εύνοιά μου. Αλλά τι σας λέω τώρα; Αφού κι εσείς τα ίδια κάνετε, κι ίσως μάλιστα περισσότερο από όλους τους άλλους».
Τον κοίταξα ενοχλημένος.
«Μην με παρεξηγείτε, δεν σας μέμφομαι. Αν μάλιστα θέλετε τη γνώμη μου, πολύ καλά κάνατε, που αναφέρατε στην έκθεση αυτο-αξιολόγησης το γάμο σας με την κυρία Μαλαματή. Να είστε σίγουρος ότι θα ήταν πολύ χειρότερη η θέση σας, αν δεν προβαίνατε σε αυτήν την ομολογία. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, τα ήξερα όλα. Μου δώσατε όμως την ευκαιρία να εκτιμήσω την ειλικρίνεια και την αποφασιστικότητά σας».
«Είπατε ότι τα ξέρατε; Από ποιον τα ξέρατε;»
«Δυο τρεις μού έφερνε ο Στεργίου σκισμένες σελίδες από το καλάθι των αχρήστων σας που λέγανε για μανιτάρια, πορτοκάλια και μανταρίνια στα ελληνικά και στα αγγλικά. Μυστικός κώδικας, ε; Πολύ ευφάνταστο. Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν πριν τέσσερις περίπου μήνες με τη βοήθεια του Χριστοφόρου, που άφησε κάποιους σχετικούς υπαινιγμούς. Φαντάζομαι ότι το έμαθε από την Αλεξίου, γιατί την ίδια ακριβώς περίοδο είχαν ένα πολύ σύντομο φλερτ. Μετά την Αλεξίου στράφηκε στη γυναίκα σας, αλλά αυτή τον απέρριψε. Ήταν, βλέπετε, αρκετά αφοσιωμένη σε σας. Οπότε πληγώθηκε ο εγωισμός του κι αποφάσισε να πάρει την εκδίκησή του. Τι πιο λογικό; Στη θέση του κι εσείς το ίδιο δε θα κάνατε;»
Προσπάθησα να αποφύγω την απάντηση κι έστρεψα αλλού το θέμα.
«Μου κάνει φοβερή εντύπωση η ικανότητά σας να τα θυμάστε όλα αυτά και μάλιστα με τόσες λεπτομέρειες. Εγώ, πάλι, έχω μια εξαιρετικά επιλεκτική μνήμη».
«Μη σχηματίσετε την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα ξέρω όλα. Το σίγουρο είναι ότι υπάρχουν πολλά ακόμη που αγνοώ. Γιατί για κάποιον περίεργο λόγο, που αδυνατώ να κατανοήσω, οι σημερινοί άνθρωποι έχουν γίνει αρκετά ιδιόρρυθμοι και διαστροφικοί. Πάντως, αρκεί που νομίζετε πως τα ξέρω όλα ή εν πάση περιπτώσει ότι μπορώ με κάποιον τρόπο να τα μάθω. Από εκεί και πέρα φροντίζω κι εγώ βέβαια, όταν διαπιστώνω σημάδια χαλάρωσης, να διεγείρω μέσα σας την ενοχή, την ανησυχία και τον φόβο, προκειμένου να σας κρατώ σε διαρκή κατάσταση απολογίας. Γι’ αυτό επινόησα ένα ανύπαρκτο τμήμα της εταιρείας, όπως είναι η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου, και γι’ αυτό συνέταξα την επιστολή που λάβατε σήμερα το πρωί».
«Ανύπαρκτο; Είπατε… είπατε ανύπαρκτο;»
«Ναι, έτσι ακριβώς».
«Θέλετε να πείτε ότι δεν υπάρχει;»
«Ναι, θέλω να πω ότι δεν υπάρχει».
«Κι όμως αν με ρωτούσατε, θα ήμουν έτοιμος να περιγράψω πώς είναι τα γραφεία και το υπαλληλικό προσωπικό αυτής της υπηρεσίας!»
«Μη σας ξαφνιάζει καθόλου. Δεν είστε, άλλωστε, ο μόνος. Το ίδιο ακριβώς νομίζουν κι όλοι οι άλλοι συνάδελφοί σας».
Το πρώτο ξάφνιασμα έδωσε τη θέση του στην απορία. Ανάμεσα σε όλους τους υπαλλήλους του τμήματος ήμουν ο μόνος που μάθαινε από τον ίδιο τον προϊστάμενο ότι η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου δεν υπήρχε παρά μόνο ως δημιούργημα της φαντασίας του. Αλλά για ποιο λόγο να ρισκάρει ενώπιόν μου μια τέτοια αποκάλυψη, αν πράγματι σχεδίαζε να με απολύσει; Εκτός βέβαια και αν δε σχεδίαζε να με απολύσει, οπότε άλλαζαν τα πράγματα. Σαν να πήρα λίγο θάρρος και προχώρησα ακόμη περισσότερο.
«Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου λύσετε μια ακόμη απορία».
«Αρκεί να μη χρονοτριβούμε».
«Ίσως σας φανεί παράξενο, αλλά λόγω επαγγελματικής διαστροφής επιμένω σε οτιδήποτε αφορά την εκφορά του λόγου. Παρατήρησα λοιπόν ότι στο κείμενο της επιστολής σας η προσφώνηση ήταν μόνο στο αρσενικό γένος, παρ’ ότι έμαθα ότι παραλήπτες της ήταν και οι γυναίκες υπάλληλοι του τμήματος. Υποθέτω ότι επρόκειτο για αβλεψία. Έτσι δεν είναι;»
«Νομίζω ότι σας έδωσα ήδη την απάντηση ή τουλάχιστον την υπαινίχτηκα» μου είπε με αυστηρό τόνο «αλλά απ’ ό,τι φαίνεται δεν αντιλαμβάνεστε πλήρως το νόημα των λόγων μου. Καταλάβετε, επιτέλους, ότι η επιδίωξη της τελειότητας και της νομιμοφροσύνης προδίδουν αδυναμία και ανασφάλεια και ως εκ τούτου προσιδιάζουν στη δική σας θέση και στο δικό σας ρόλο. Εγώ από την άλλη, οφείλω να αποπνέω αίσθημα δύναμης, αυτοπεποίθησης και αλαζονείας, που ανάμεσα σε όλους τους άλλους δείκτες μετριέται και με γνώμονα αυτές τις ηθελημένες ή αθέλητες αβλεψίες, τα εκούσια ή ακούσια ατοπήματα, τις μικρές ή μεγάλες παραβιάσεις του εσωτερικού κανονισμού. Λάβετε επίσης υπόψη ότι τέτοιου είδους λεπτομέρειες επιτελούν και μια πρόσθετη αλλά ιδιαίτερα σημαντική λειτουργία: αποσπούν το ενδιαφέρον, αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση, προκαλούν σύγχυση και τελικά μετακινούν το θέμα από το πεδίο των σχέσεων εξουσίας και καταπίεσης στο χώρο της ηθικής, της γλώσσας κτλ. Με όλα αυτά θέλω να σας πω ότι ασφαλώς κι ήταν εν γνώσει μου το λάθος, αλλά δεν είχα κανένα λόγο να το διορθώσω».
Έκανε μια μικρή παύση, με κάρφωσε στα μάτια και συνέχισε.
«Αλλά όλα αυτά είναι εξαιρετικά ανούσια τη στιγμή που εκκρεμούν πολύ πιο σοβαρά ζητήματα τα οποία σας αφορούν άμεσα. Δείχνετε όμως πολύ κουρασμένος. Αναρωτιέμαι αν μπορείτε να με παρακολουθήσετε».
Του έγνεψα θετικά, παρ’ ότι ένιωθα τα λόγια του να χοροπηδούν μες στο μυαλό μου.
«Είστε σίγουρος;»
«Ασφαλώς» του απάντησα και τεντώθηκα στην καρέκλα μου, κάνοντας απεγνωσμένες προσπάθειες για να κρατήσω τη νηφαλιότητά μου.
«Η επιστολή που λάβατε είχε κι έναν ακόμη σκοπό, και μάλιστα πολύ σημαντικότερο. Ξέρετε ότι την άλλη βδομάδα συνταξιοδοτούμαι. Κλείνω τριάντα πέντε χρόνια σε αυτή την εταιρεία κι είναι νομίζω καιρός να ξεκουραστώ λιγάκι. Σκέφτομαι λοιπόν να αποσυρθώ στο πατρικό μου το χωριό και να φυτεύω στον κήπο μου ντομάτες και αγγουράκια και φασόλια βιολογικής καλλιέργειας. Προηγουμένως όμως έχω την υποχρέωση να προσφέρω στον καινούριο διευθυντή την ευχέρεια να προβεί σε όσες εκκαθαρίσεις θεωρεί αναγκαίες, για να διαμορφώσει το δικό του στιλ διοίκησης. Πράγμα που σημαίνει ότι κάποιοι υπάλληλοι θα φύγουν και κάποιοι άλλοι θα έρθουν. Αυτά έχει η ζωή και δεν πρέπει να σας στεναχωρεί καθόλου».
Ήξερα πολύ καλά πού το πήγαινε. Ένας κόμπος δέθηκε γύρω από το λαιμό μου. Καθόμουν απέναντί του ανήμπορος και αδύναμος, περιμένοντας την τυπική ανακοίνωση της απόλυσής μου. Το μόνο παρήγορο ήταν πως κάτω από την επίδραση του χαπιού δεν ένιωθα την αναμενόμενη ένταση. Τα συναισθήματα μου είχαν αρχίσει να ατονούν, όπως ακριβώς ένιωσα ότι συνέβη με τους γευστικούς κάλυκες της στοματικής μου κοιλότητας κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού γεύματος.
«Πριν από λίγα λεπτά συνέταξα την πρόταση που θα υποβάλω εγγράφως προς το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Χωρίς να λέω ότι θα γίνει κατ’ ανάγκη αποδεκτή, πιστεύω ότι θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του διαδόχου μου. Σας κάλεσα λοιπόν για να σας ενημερώσω ότι προτείνω ανεπιφύλακτα να είστε εσείς αυτός που θα καταλάβει τη θέση μου. Σας μελετώ εδώ και πολύ καιρό και νομίζω ότι σας ξέρω πολύ καλά. Έχετε όλα τα προσόντα για να αντεπεξέλθετε στα καθήκοντα και να συνεχίσετε το έργο μου. Οφείλω να ομολογήσω ότι διατηρούσα μια τελευταία επιφύλαξη, αλλά με το κείμενο που γράψατε περάσατε με άριστα κι αυτές τις εξετάσεις. Συγχαρητήρια».
Τον κοίταξα με κάποιον ενδοιασμό. Όσο κι αν θα ήθελα να τον πιστέψω, ήταν δύσκολο να δεχτώ ότι εννοούσε αυτά που έλεγε. Νόμιζα ότι με περιπαίζει και περίμενα να αρχίσει όπου να ’ναι να γελάει κοροϊδευτικά σε βάρος μου. Αλλά, όχι. Η έκφρασή του διατηρήθηκε σοβαρή και το ύφος του πρόδιδε συγκατάβαση και συνενοχή. Τελικά, ήταν ακριβώς όπως μου τα έλεγε. Με είχε ρίξει στην Κόλαση για να μου προσφέρει έναν θρόνο στον Παράδεισο.
«Αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα αφήσετε στη μέση τις διορθώσεις που εκκρεμούν. Έγινα σαφής;»






(συνέχεια: Δευτέρα 5.1.10,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Η απόσταση ασφαλείας",
έκταση: 1.850λ.)


Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Χρωστούμενη καλημέρα


Εκείνες τις λίγες στιγμές που μου σκάει ο ουρανός ένα συννεφιασμένο χαμόγελο στα μούτρα,

την ώρα που νυσταγμένες σάκκες κουβαλάνε την πιτσιρικαρία σχολείο, μανάδες μαθαίνουν τα πρωινά νεα της γειτονιάς κι οι πατεράδες τους τίτλους των εφημερίδων,

όσο διαρκεί εκείνη η ατμόσφαιρα υποτονικής ελπίδας,

λίγο πριν η ασχήμια της πόλης καταλάβει πως ξύπνησε,

όσο οι μοναχικές γουλιές του πρωινού καφέ πασχίζουν να ισορροπήσουν το χθες που έρχεται με το αύριο που έφυγε ήδη,

την ώρα που τα φωτεινά λαμπιόνια στα μπαλκόνια μετατρέπουν το νυχτερινό γιορτινό καμουφλάζ σε μια ματαιόδοξη επιφάνεια πραγματικότητας μιας ετήσιας ασχήμιας,

όσο η υγρασία του πρωινού νοτίζει το μαυρο μου ξεθωριασμένο τζην και το ξεφτισμένο μαυρο μου κασκώλ,

σαν προειδοποιητικά σινιάλα και πατιέντερες παράδοσης,

απέναντι από το πουθενά του δρόμου μου και στο μισοξυπνισμένο μόνιμα ημερήσιο τίποτα της προσφοράς του χρόνου που ρουφάει συναισθήματα,

στα δευτερόλεπτα μιας ρουφηξιάς τσιγάρου και στις σκέψεις – δαχτυλίδια καπνού που σβύνουν στον αέρα,

σπονδή στους φίλους που δεν βλέπεις αλλα ξέρεις πως δεν χάνονται και είναι εκεί για να ανάβουν και να καίγονται,

στα μηνύματα που μου έστειλαν πριν δεκα μέρες άνθρωποι – σελιδοδείκτες μοναχικών αναζητησεων και προσωπικών Γολγοθάδων, με ευχές

και που τα άνοιξα μόλις χθες,

σ’ αυτά όλα ξαναθυμαμαι την αξία μιας ΚΑΛΗΜΕΡΑΣ.

Δεν ξεχνάω ούτε τι με συν-κινεί, ούτε που χρωστάω κομματια ψυχής,

απλά ντρέπομαι περισσότερο

…………

Για όλους εκείνους που εθελοντικά, οφειλέτης τους δηλώθηκα

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Ένα καθόλου ελαφρό θέμα

Οι μέρες ενδείκνυνται για ελαφρά θέματα. Σεβαστό αλλά δε θα το τηρήσω.






Χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα έληξε κι αυτή η παγκόσμια σύνοδος για το περιβάλλον. Ο Ομπάμα μπορεί να εγκατέλειψε – στα λόγια τουλάχιστον – τη γαϊδουρινή επιμονή του προκατόχου του, αλλά οι ουσιαστικές αντιρρήσεις προήλθαν αυτή τη φορά από την πλευρά της Κίνας.
Απ’ όταν πρωτοξεκίνησε η προσπάθεια (στο Ρίο αν θυμάμαι), το μείζον πρόβλημα αφορά τα ποσοστά. 15% ή 20%, 30% ή 25% στην εκπομπή ρύπων; Λες κι είναι στατιστικό πρόβλημα. Αλλά ακόμη κι αν είναι τέτοιο, αυτοί που στην πραγματικότητα δε θα πληγούν είναι όσοι το προκαλούν. Ο απλός καταναλωτής θα καταβάλει τα «πράσινα τέλη», αλλά η πολυεθνική θα μεταφέρει τις ρυπογόνες παραγωγικές μονάδες της, σε όσες καθυστερημένες γωνιές του πλανήτη αδυνατούν να φτάσουν τα όρια των ρύπων που τους επιβάλλονται.
Πρόκειται για την ταξική διάσταση του θέματος, που επιμελώς συγκαλύπτεται εδώ και πολλά πολλά χρόνια, με τη συνέργεια δυστυχώς και του οικολογικού κινήματος. Η ευθύνη των λίγων διασπείρεται στους πολλούς, βαραίνει όλους και, τελικά, διαλύεται σε ένα νεφέλωμα συλλογικής ενοχής. Ίδια η ευθύνη του εργοστασιάρχη με την ευθύνη των γιωταχήδων. Υπάρχουν μάλιστα και έρευνες που βεβαιώνουν ότι τα ΙΧ συμμετέχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην έκλυση επικίνδυνων αερίων.
Φταις λοιπόν γιατί το αγόρασες. Φταις λοιπόν γιατί το κινείς. Αλλά με αυτό τον τρόπο ένα ιδεολογικό, κοινωνικό, οικονομικό φαινόμενο, όπως η παραγωγή, η πώληση και η χρήση αυτοκινήτων, εμπίπτει αποκλειστικά και μόνο στην αρμοδιότητα της ατομικής ευθύνης. Ο καπιταλισμός αποσείει τις ευθύνες του, μεταθέτοντας τες στις ατομικές μας πλάτες. Που σημαίνει ότι η ιδεολογία δίνει τη θέση της στην ηθική, το κέρδος της αυτοκινητοβιομηχανίας κρύβεται πίσω από την απληστία του οδηγού, η πολιτική αντίδραση γίνεται χρήση ποδηλάτου.
Όλοι λοιπόν φταίμε. Κι εγώ όσο κι η Monsanto. Την αίσθηση αυτή εισέπραξα βλέποντας μαζεμένους όλους τους αντιπροσώπους στη Σύνοδο της Κοπεγχάγης. Αλλά όπως πάντα, οι μικρές και αδύναμες χώρες που ευθύνονται λιγότερο για την πρόκληση της καταστροφής, είναι αυτές που υποφέρουν περισσότερο από τις συνέπειές της. Κάποιοι μάλιστα από τους παριστάμενους, εκπρόσωποι νησιών του Ειρηνικού, ενδεχομένως να μην παρευρίσκοναι στην επόμενη φιέστα. Απ’ ό,τι λέγεται, θα έχουν βουλιάξει ως τότε τα νησάκια τους.
Φαντάζομαι ότι κάτι ανάλογο θα συμβεί και σε κοινωνική κλίμακα. Δε θέλει, άλλωστε, πολύ μυαλό.


Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

10. "Η διαφοροποιημένη μνήμη"

Έμεινα με την εντύπωση ότι υπήρχε κάποιο γλωσσικό λάθος στα λόγια της Ελένης. Διάβασα ξανά και ξανά τις δύο τελευταίες προτάσεις και τις έλεγξα όσο πιο σχολαστικά μπορούσα:
- Θάνο: το όνομά μου σε θέση κλητικής προσφώνησης,
- τι σου συμβαίνει: ευθεία ερώτηση μερικής άγνοιας,
- η Ελπίδα: κύριο όνομα σε θέση υποκειμένου,
- πέθανε: το ρήμα με την κυριολεκτική του σημασία,
- πριν από μια βδομάδα: επιρρηματικοί προσδιορισμοί που δηλώνουν το χρονικό διάστημα εφτά ημερών.
Όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα ούτε ένα λάθος. Λες κι έπαιρνε η γλώσσα την εκδίκησή της, ή καλύτερα, η πραγματικότητα διαμέσου της γλώσσας. Γιατί μπορεί να διαπίστωνα μια ορατή αντίθεση ανάμεσα σε αυτά που έλεγε η Ελένη και σε αυτά που θα ήθελα να λέει, αλλά από καθαρά φιλολογική άποψη η αντίθεση αυτή δεν στοιχειοθετούσε την ύπαρξη κάποιου γραμματικού ή συντακτικού λάθους που να αλλοιώνει το αληθινό νόημα των λεγομένων της και να δικαιολογεί οποιαδήποτε διορθωτική παρέμβαση εκ μέρους μου.
Και το αληθινό νόημα των λεγομένων της ήταν ότι είχες πεθάνει εδώ και μια βδομάδα, παρ’ όλο που δεν ήθελα να το πιστέψω.
Σήκωσα το κεφάλι και αναζήτησα την Ελένη στο βάθος του τμήματος με την κρυφή ελπίδα κάποιας διάψευσης. Ότι δηλαδή ήταν ένα κακόγουστο αστείο ή μια παιδιάστικη έκφραση ζηλοφθονίας με τη μορφή απειλής που εκ παραδρομής γράφηκε σε χρόνο παρελθοντικό κι όχι σε μέλλοντα. Την είδα να με κοιτάζει με ένα βλέμμα ανησυχίας, συμπάθειας και κατανόησης. Δεν είχα πλέον καμία αμφιβολία ότι εννοούσε αυτά που έλεγε.
Ήταν αλήθεια, λοιπόν. Αυτό πρόδιδε η απορία του Δημάκη στην ερώτηση που του υπέβαλα. Αυτό φανέρωνε η αδικαιολόγητη απουσία σου σήμερα από το γραφείο. Αυτό επιβεβαίωναν οι αναπάντητες κλήσεις προς το κινητό σου. Η μόνη ένσταση που θα μπορούσα να διατυπώσω, αφορούσε εκείνο το λάθος στην ημερομηνία της ανάρτησης, αλλά τώρα πια καταλάβαινα ότι δεν υπήρχε κανένα τέτοιο λάθος. Το κείμενο είχε γραφτεί εδώ και μια βδομάδα, όσο κι αν με βόλευε να πιστεύω ότι αναρτήθηκε το προηγούμενο μόλις βράδυ.
Για μερικά λεπτά της ώρας παραδόθηκα στη σκοτοδίνη της πιο οδυνηρής μου ημικρανίας. Όλα βραχυκύκλωσαν μες στο μυαλό μου και μόνο η δική σου η μορφή αναδύθηκε ακουμπισμένη πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, την ώρα που στρατιές από μυρμήγκια επιχειρούσαν μια ακόμη μαζική επίθεση στην περιοχή της πλάτης και του στήθους μου. Σηκώθηκα απότομα από την καρέκλα και άρχισα να βηματίζω πάνω κάτω στο διάδρομο.
Δεξί πόδι, βαθιά εισπνοή από τη μύτη, αριστερό πόδι βαθιά εκπνοή από το στόμα. Πήγα κι ήρθα δυο-τρεις φορές, τεντώνοντας το κορμί μου και πιάνοντας τη μέση μου, δήθεν για να ξεμουδιάζω, και διένυσα μια απόσταση τριάντα δύο περίπου μέτρων. Σιγά σιγά άρχισα να συνέρχομαι. Σ’ το είπα ότι αντέχω στα δύσκολα.
Κι ας μπερδεύομαι ανάμεσα σε ερωτήσεις μερικής ή ολικής άγνοιας, μεταφορικές ή κυριολεκτικές σημασίες κι επιρρηματικούς προσδιορισμούς του χρόνου. Ποιου χρόνου; Ποιας διάρκειας; Πόσων ημερών; Μια μαύρη τρύπα ο χρόνος κι η διάρκεια κι οι μέρες, που στροβιλιζόταν διαρκώς μες στο μυαλό μου, προετοιμάζοντας εδώ κι αρκετές ώρες το μεγάλο big bang μιας αποκάλυψης που κατά βάθος μπορεί και να γνώριζα, αλλά προτιμούσα να υποκρίνομαι ότι αγνοώ. Και να που έγινε η έκρηξη, για να αρχίσει η εκ του μηδενός αναδημιουργία του κόσμου μου, αλλά στο εξής οριστικά και αμετάκλητα χωρίς εσένα.
Χτες το βράδυ λοιπόν σου μιλούσα και μου απαντούσες, αλλά χτες το βράδυ ήταν πριν από μια βδομάδα και στο μεταξύ ένα κενό μνήμης και μια μαύρη τρύπα που αλλοιώνει τα χρονικά διαστήματα, διαγράφει τις ενδιάμεσες μνήμες και συγχέει τους επιρρηματικούς προσδιορισμούς τους.
Ίσως βέβαια να πρόκειται για άμυνα. Ένας ψυχικός μηχανισμός ηθελημένης αυτοπαραπλάνησης ή, με άλλα λόγια, μια παγιωμένη τακτική, για να αποσπώ το μυαλό μου και να ξεχνιέμαι από τα προβλήματά μου, όσο καιρό δεν έχω τη δύναμη και τις αντοχές για να τα υπομένω.
Θυμάμαι τότε με το ατύχημα. Όταν βγήκα από το νοσοκομείο, άρχισα να συντάσσω επιστολές προς τη Μαρία. Μέσα σε τρεις μήνες μαζεύτηκαν στο συρτάρι μου καμιά δεκαριά ερωτικά γράμματα που υπόσχονταν ότι θα της είμαι πιστός για πάντα, ότι θα ζούμε ευτυχισμένοι στο φοιτητικό μου δωμάτιο και ότι θα ξενοιάσει οριστικά από τις μικροπρέπειες του χωριού.
Όμως μετά την εξεταστική του Φεβρουαρίου όλα άλλαξαν. Πέρασα τα μαθήματα, έκανα παρέες, γνώρισα τη Δέσποινα, άρχισε να μπαίνει η άνοιξη. Έπιανα το στυλό και δεν έφτανα ούτε μέχρι την τρίτη αράδα. Λες κι ήταν βαρίδια οι λέξεις, σειρά τη σειρά βούλιαζα μες στο λευκό χαρτί τους. Άνοιγα το συρτάρι με τις φυλαγμένες επιστολές κι ένιωθα να με τραβάει ένα ασήκωτο βάρος. Πνιγόμουν κάτω από το βάρος χιλιάδων λέξεων.
Δεν είχα άλλη επιλογή από το να αδειάσω το συρτάρι. Έτσι απλά σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, χωρίς δράματα κι υστερίες, χωρίς πολλή σκέψη και ηθικούς ενδοιασμούς. Νομίζω ότι η στιγμή κατά την οποία στεκόμουν πάνω από τον κάδο απορριμμάτων με τις ανεπίδοτες επιστολές στο χέρι, σηματοδοτούσε τον ανώδυνο συμβιβασμό μου με την οδυνηρή πραγματικότητα του θανάτου της Μαρίας, που κατά βάθος γνώριζα ότι συνέβη αλλά είτε δεν άντεχα είτε δεν ήθελα ως τότε να αποδεχτώ.
Όμως στη δική σου την περίπτωση τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα. Δεν είχα την πολυτέλεια να απομονώνομαι στο σπίτι μου ούτε να συντάσσω ερωτικές επιστολές ούτε να ξεχνιέμαι διαβάζοντας τους Αχαρνής του Αριστοφάνη. Ήμουν στη δουλειά ανάμεσα σε κόσμο πίσω από μια υψωμένη στοίβα με έγγραφα, έχοντας μόνο μια χαώδη, συγκεχυμένη και σκοτεινή μνήμη. Έλπιζα στον ανώδυνο συμβιβασμό μου με την οδυνηρή πραγματικότητα του θανάτου σου χωρίς όμως να ξέρω ποια θα είναι η συμβολική χειρονομία που θα τον σηματοδοτούσε μια για πάντα. Εξάλλου δεν υπήρχαν ερωτικές επιστολές κρυμμένες στο συρτάρι μου, παρά μόνο κάτι μεγάλα και ομοιόμορφα κεράσια. Μια ολόκληρη σακούλα από διαφοροποιημένα κεράσια, όλα άνοστα και χωρίς κουκούτσια.
Αλλά είχα, επίσης, και την πληροφορία του θανάτου σου. Ήταν η μόνη κραταιή βεβαιότητα, το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς μέσα στο στροβιλισμό της άγνοιας, της πλάνης και των αμφιβολιών, που σχημάτιζαν από το πρωί μια μαύρη τρύπα στο κεφάλι μου. Ένα τόσο σοβαρό περιστατικό δε θα μπορούσε παρά να έχει κεντρική θέση ανάμεσα σε ό,τι μου συνέβη τις τελευταίες μέρες, έτσι που καθετί να ξεκινά από και να καταλήγει σε αυτό. Συνειδητοποίησα λοιπόν πως δε χρειαζόταν να κάνω τίποτα άλλο από το να ακολουθήσω το παράδειγμά σου. Εννοώ το παράδειγμα του ιχνηλάτη που κινείται από τα πιο κοντινά προς τα πιο μακρινά σημάδια, ώσπου, τελικά, να βρει αυτό που αναζητάει. Η μνήμη μου ήταν γεμάτη από τέτοια ασαφή, συγκεχυμένα κι απειλητικά σημάδια, αλλά έπρεπε οπωσδήποτε να ανακαλύψω αυτό που αναζητούσα. Και για άλλη μια φορά αναζητούσα εσένα.

Λοιπόν, ήμουν ένα πτώμα. Περπατούσα στο πεζοδρόμιο, σέρνοντας τα βήματά μου. Δυσκολευόμουν ακόμη και να καταλάβω σε ποια περιοχή βρισκόμου¬ν. Έψαχνα στους δρόμους, στις πινακίδες και στις πολυκατοικίες ένα διακριτικό σημάδι που να μου θυμίζει κάτι. Τελικά, αναγνώρισα από μακριά το κτίριο της εταιρείας και αντιλήφθηκα με ανακούφιση ότι κατευθυνόμουν στη δουλειά μου. Κοίταξα το ρολόι: πλησίαζε 6:30 π.μ. Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει η νέα μέρα. Ήταν Παρασκευή 2 Μαΐου.
Όλη τη νύχτα που προηγήθηκε τριγυρνούσα στους δρόμους. Σαν να μου είχε συμβεί κάτι πολύ δυσάρεστο. Ίσως ένα ψυχολογικό σοκ, μπορεί και μια παροδική απώλεια της μνήμης. Ξεκίνησα από το σπίτι μας στη Δροσιά κατά τις 11.20 και διένυσα μια απόσταση δέκα χιλιομέτρων μέχρι τον Άγιο Στέφανο σε εφτά ώρες και δέκα πρώτα λεπτά. Δεν είναι βέβαια κανένα σπουδαίο ρεκόρ, αλλά μη φανταστείς ότι πάω και για μαραθωνοδρόμος. Μην ξεχνάς ότι είχα μαζί μου κι εκείνη τη σακούλα με τα κεράσια που όσο να ’ναι με δυσκόλευε στο περπάτημα.
Βγαίνοντας από το σπίτι μας είδα την κερασιά και θυμήθηκα την υπόσχεση που έδωσα εδώ και αρκετό καιρό στον προϊστάμενο. Ήθελα να του πάω μια σακούλα με κεράσια, με αφορμή την προώθηση στην αγορά του υβριδίου που με δική του μεσολάβηση έχουμε φυτέψει εδώ και κάποια χρόνια στην αυλή μας. Ανέβηκα στη σκάλα. Όλα τα κλαδιά ήταν φορτωμένα με μεγάλα, κόκκινα και ομοιόμορφα κεράσια. Κάποια κεράσια λιώσανε στα χέρια μου και μου πιτσίλισαν το σακάκι. Ήταν ακόμη σκοτάδι, στραβοπάτησα και έπεσα. Ευτυχώς δε χτύπησα, αλλά τα παπούτσια μου γέμισαν με λάσπες. Σηκώθηκα, τίναξα τα ρούχα μου, πήρα τη σακούλα και ξεκίνησα αμέσως την πορεία μου, χωρίς όμως να ξέρω πού πηγαίνω.
Φορούσα τα ίδια ρούχα από την προηγούμενη μέρα. Κάποια στιγμή κατά τις 11:00μ.μ. σκέφτηκα να τα βγάλω, για να πέσω στο κρεβάτι. Το πρωί θα επέστρεφα στη δουλειά ύστερα από εφταήμερη άδεια, που εξαιτίας σου αναγκάστηκα να πάρω, κι ας είχαμε αποφασίσει να την κρατήσουμε όλη για τις καλοκαιρινές μας διακοπές στην Πάρο. Έφερα στο μυαλό μου τη στοίβα με τα αδιόρθωτα έγγραφα της άλλης μέρας και με έπιασε ταχυπαλμία από το άγχος. Σαν να άκουσα έναν ήχο από πληκτρολόγιο κι αισθάνθηκα τον διαπεραστικό πόνο μιας ακόμη ημικρανίας να σχίζει στα δύο το κεφάλι μου. Έπρεπε επειγόντως να πάρω τα χάπια μου.
Δύο τέτοια χάπια την ημέρα με γεμάτο το στομάχι, το ένα το πρωί και το άλλο το βράδυ, μου συνέστησε ο γιατρός, και μόνο σε πολύ οριακές περιστάσεις ακόμη ένα. Την πρώτη φορά που τον επισκέφτηκα με έβαλε να ξαπλώσω σε ένα ιατρικό κρεβάτι και μου ζήτησε να του μιλήσω για τα παιδικά μου χρόνια. Εγώ του έλεγα ό,τι μου ερχόταν στο μυαλό κι εκείνος με άκουγε με φανερό ενδιαφέρον κρατώντας σημειώσεις. Του μίλησα για τους φίλους μου, για το Κιλιμάντζαρο, για τον πατέρα μου, για τη δουλειά μου και για σένα. Σε δύο συνεδρίες πρόλαβα και τού τα είπα όλα, ακόμη και για τη Μαρία. Διέγνωσε ψυχωτικά επεισόδια και μου πρότεινε αυτή τη φαρμακευτική αγωγή, με την επισήμανση ότι μπορεί να προκαλέσει κάποιες παροδικές παρενέργειες στη λειτουργία της μνήμης.
Όλως περιέργως, τα ψυχωτικά επεισόδια που παρουσίαζα σχετίζονταν με σένα. Άκουγα συνέχεια τον ήχο του πληκτρολογίου σου στο σπίτι κι είχα την εντύπωση ότι βρισκόσουν στο γραφείο του υπογείου. Σου μιλούσα και νόμιζα ότι μου απαντούσες. Ήταν μάλιστα φορές που στήναμε στα καλά καθούμενα καυγάδες. Επέστρεφα θυμωμένος στο κρεβάτι και σε περίμενα όλη νύχτα να πλαγιάσεις στο πλευρό μου, αλλά ξυπνούσα και δεν σε έβρισκα κοντά μου. Κατέβαινα κάτω στο υπόγειο. Ο υπολογιστής σου ήταν κλειστός και η καρέκλα σου παρέμενε άδεια.
Αυτό συνέβαινε για αρκετές μέρες. Την Πέμπτη, την Τετάρτη, την Τρίτη, την Δευτέρα και την Κυριακή. Σχεδόν μια ολόκληρη βδομάδα έλειπες από το σπίτι. Κάθε βράδυ κατά τις 11:30μ.μ., προτού να πάω για ύπνο, άκουγα τον ήχο από το πληκτρολόγιό σου. Άνοιγα την πόρτα του υπογείου και σε συμβούλευα σε ήπιο τόνο αλλά με δυνατή φωνή να μην αργήσεις. Μου απαντούσες ότι όπου να ’ναι θα ανέβεις. Περίμενα, περίμενα, αλλά δεν ερχόσουν. Κατέβαινα κάτω ανήσυχος για να σε βρω και δεν ήσουν πουθενά.
Έλειπες κι ολόκληρο το Σάββατο, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, είχαμε τόσες πολλές επισκέψεις που δεν έγινε ιδιαίτερα αισθητή η απουσία σου. Ήρθε ο προϊστάμενος, ο Δημάκης, οι δύο συνάδελφοί σου από το μεταφραστικό, ο Στεργίου, ο Χριστοφόρου, η Χατζηγιάννη, η Παπαπέτρου, ο Κωνσταντινίδης, ο Λεοντιάδης, ακόμη και η Ελένη. Κάθισαν όλοι μαζί στο σαλόνι και αρχίσανε να κουβεντιάζουνε για σένα. Πρώτη φορά τους άκουγα να εκφράζονται με τόσο κολακευτικά λόγια. Όταν εξάντλησαν το θέμα, πιάσανε τον καιρό και το ποδόσφαιρο. Ξέρεις τώρα, η μόνιμη αντιπαράθεση Στεργίου-Λεοντιάδη για τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό.
Ήρθε κι η ξαδέρφη σου η Μαρία, για να με βοηθήσει. Υποδεχόταν τον κόσμο, τακτοποιούσε τις καρέκλες, πρόσφερε καφέδες και μάζευε τα ποτήρια. Αν δεν την έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, δε θα μπορούσα να πιστέψω πόσο ευγενική, πρόθυμη κι ικανή είναι. Στεκόμουν σε μια άκρη και την παρατηρούσα με απορία, προσπαθώντας να καταλάβω αν κάνει λακκάκια στο πηγούνι και στα μάγουλα, όταν γελάει κι αν μαγειρεύει καλό στιφάδο ή εκείνη την καρυδόπιτα που ξέρεις πόσο πολύ μου αρέσει. Πιστεύω ότι θα το μάθω πολύ σύντομα και για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο έχω το προαίσθημα ότι δεν πρόκειται να απογοητευτώ γι’ άλλη μια φορά.
Τους καφέδες τούς έψηνε η μάνα μου, παρά την προχωρημένη ηλικία της. Νομίζω ότι της έκανε καλό, γιατί βρήκε έναν τρόπο να ξεχνιέται. Ο πατέρας μου καθόταν σοβαρός και αμίλητος σε μια γωνιά. Πού και πού τον έβλεπα να κουνάει το κεφάλι σε όποιον του έπιανε κουβέντα και τον άκουγα να επαναλαμβάνει μονότονα τη φράση «αυτά έχει η ζωή».
Ο δικός σου ο πατέρας κρατιόταν με το ζόρι στα πόδια του και δυο τρεις φορές κόντεψε να σωριαστεί στο πάτωμα, αλλά όταν του πρότεινα να τον βοηθήσω να ξαπλώσει στο κρεβάτι, κάτι ψέλλισε μέσα από τα δόντια κι έφυγε από κοντά μου. Για κάποιο λόγο, που δε γνωρίζω ακόμα, είναι χολωμένος μαζί μου, αλλά ελπίζω ότι πολύ σύντομα θα λυθεί η παρεξήγηση.
Αντίθετα, η μητέρα σου δεν μου κακομίλησε ούτε μια φορά. Ακριβέστερα, δεν μίλησε σε κανέναν σε όλη τη διάρκεια της μέρας. Καθόταν μόνη στο τραπέζι της κουζίνας και κάθε φορά που περνούσα από μπροστά της κολλούσε το βλέμμα της απάνω μου. Απέφευγα να την κοιτάξω, γιατί ερχόταν στο μυαλό μου η μάνα της Μαρίας και μ’ έπιαναν αμέσως οι ταχυπαλμίες.
Η προηγούμενη μέρα ήταν πολύ δύσκολη. Σου μιλάω για την Παρασκευή 25 Απριλίου. Από τα ξημερώματα άρχισαν να χτυπάνε τα κουδούνια και να μπαινοβγαίνει κόσμος στα δωμάτιά μας. Εγώ καθόμουν σε έναν καναπέ ακούνητος και κάποια στιγμή πέρασαν από μπροστά μου δυο τραυματιοφορείς μ’ ένα σκεπασμένο σώμα. Δίπλα μου στέκονταν όρθιοι δύο αστυνομικοί με πολιτικά και με ρωτούσαν χαμηλόφωνα για σένα, χωρίς όμως να είμαι σε θέση να τους δώσω ικανοποιητικές απαντήσεις. Ύστερα από λίγο με πήρανε μαζί τους και με επιβίβασαν σε ένα περιπολικό. Τη στιγμή που με έβαζαν στο πίσω κάθισμα κοίταξα το σπίτι μας και παρατήρησα ότι υπήρχε μια κόκκινη κορδέλα που έφραζε την είσοδό του.
Με οδήγησαν σε ένα κλειστό δωμάτιο με έναν μεγάλο καθρέφτη, κι άρχισαν να με ρωτάνε για το γάμο και για τη δουλειά μας, για ποιο λόγο δεν κάναμε παιδιά, γιατί είχα δηλώσει το όνομα «Μαρία» στην εταιρεία, αν τα πήγαινα καλά μαζί σου ή αν διατηρούσα κάποια εξωσυζυγική σχέση. Φαίνεται ότι αυτή τη φορά τούς τα είπα αρκετά καλά κι ύστερα από ένα εικοσάλεπτο με αφήσανε ελεύθερο να φύγω. Απ’ όσο έμαθα, το ιατροδικαστικό πόρισμα έκανε λόγο για «αυτοκτονία».
Με απασχόλησε ιδιαίτερα το νόημα της λέξης. Αναρωτιόμουν αν επρόκειτο για την κυριολεκτική ή για τη μεταφορική της σημασία. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να εννοούν ως αυτοκτονία το αρειμάνιο κάπνισμά σου ή την πολύωρη, κάποτε και ολονύκτια, έκθεσή σου στην ακτινοβολία του υπολογιστή. Κατά βάθος βέβαια ήξερα ότι άλλο πράγμα εννοούσαν.
Κι αυτό το λέω γιατί αργά τη νύχτα συνέβη κάτι που δε νομίζω ότι είχε καμία σχέση με το κάπνισμα ή με την έκθεσή σου στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Ήταν περίπου 2:00 π.μ., όταν ξύπνησα τρομαγμένος από κάποιον εφιάλτη. Έβλεπα στον ύπνο μου το δικό σου όνειρο, ότι δηλαδή τα κεράσια μας δεν ήταν κεράσια, αλλά έμβρυα που κρέμονταν από τον ομφάλιο λώρο της μαμάς τους. Για κάποιον λόγο άρχισαν να πέφτουν ένα ένα από το δέντρο και να σκάνε σαν νερόφουσκες πάνω στο γκαζόν μας. Όλη η αυλή είχε μετατραπεί σε μια λίμνη αίματος, που βάθαινε ολοένα και περισσό¬τερο και έφτανε πια ως το πλατύσκαλο της εξώπορτας.
Τρόμαξα τόσο πολύ που άπλωσα το χέρι μου προς το δικό σου μέρος, ίσως από μια ασυναίσθητη ανάγκη για ασφάλεια, αλλά δεν σε βρήκα στο κρεβάτι για να σε αγκαλιάσω. Ψαχούλεψα καλύτερα το μαξιλάρι και το στρώμα. Δεν ήσουν εκεί. Σηκώθη¬κα κακόκεφος. Μου είχες πει ότι θα έρθεις, αλλά για ακόμη μια φορά προτίμησες τον υπολογιστή σου.
Περπάτησα στο σκοτεινό διάδρομο. Επικρατούσε απόλυτη σιγή. Άρχισα να κατεβαίνω, μετρώντας ένα προς ένα τα σκαλοπάτια των ορόφων. Τα βρήκα στο σύνολο τριάντα δύο, όσα δηλαδή και τα βήματα που χρειάζομαι στην άσκηση αυτοκυριαρχίας. Άνοιξα την πόρτα του γραφείου σου, η λάμπα ήτανε σβηστή και μόνο η οθόνη του υπολογιστή σου φώτιζε αμυδρά το χώρο. Διέκρινα στο ημίφως τη μορφή σου: είχες ακουμπήσει το κεφάλι στο πληκτρολόγιο και τα χέρια σου ήταν κρεμασμένα. Φαντάστηκα ότι κοιμόσουν.
Ήρθα κοντά σου και σε χάιδεψα, χωρίς να με αντιληφθείς. Κοίταξα στην οθόνη και διαπίστωσα ότι βρισκόσουν πάλι στο ιστολόγιό σου. Έριξα μια ματιά στο καινούριο κείμενο που είχες αναρτήσει με ημερομηνία 25 Απριλίου. Είχε τίτλο: Δροσιά, Μέρες του 2008 μ.Χ. και ξεκινούσε κάπως έτσι: Στην οδό Ελπίδας –πρώτη πάροδος δεξιά / Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Εταιρείας Γενετικών Μεταλλάξεων / Γραφεία ενοικιάσεως εργαζομένων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα…
Άγγιξα το λαιμό σου και μια αίσθηση παγωνιάς διαπέρασε όλο το κορμί μου. Σαν να τρόμαξα λιγάκι και τινάχτηκα απότομα από τη θέση μου. Ένιωσα τα πόδια μου να πλατσουρίζουν σε μια υγρή μάζα. Έσκυψα να δω καλύτερα. Ήταν μια μικρή λίμνη αίματος. Πολύ θα ήθελα να προέρχεται από την κερασιά μας, αλλά ήξερα πολύ καλά ότι άλλη ήταν η πηγή της. Σταγόνα σταγόνα έπεφτε το αίμα από τις κομμένες φλέβες των χεριών σου, σαν τα έμβρυα κεράσια του δέντρου μας.
Σε ανασήκωσα από το πληκτρολόγιο. Δεν αντέδρασες. Σε αγκάλιασα. Δεν ανταποκρίθηκες. Σε κράτησα για λίγο στα χέρια μου και σε κοίταξα στα μάτια. Μπορεί να ήταν η φαντασία μου, αλλά παρατήρησα μια μικρή αλλοίωση στα χαρακτηριστικά του προσώπου σου: σαν να είχες πάρει την όψη της Μαρίας. Τρομοκρατήθηκα τόσο που άρχισα να ουρλιάζω.
Πλησίαζε 11μ.μ. Έβλεπα τηλεόραση. Άκουσα το πληκτρολόγιο του υπολογιστή σου και φαντάστηκα ότι θα βρισκόσουν στο γραφείο του υπογείου. Άνοιξα από πάνω την πόρτα και σου είπα ότι πηγαίνω για ύπνο. Μου απάντησες ότι θα έρθεις σε λίγο. Διέκρινα κάποια ενόχληση στον τόνο της φωνής σου. Τώρα τελευταία αρπάζεσαι με το παραμικρό. Ίσως γιατί ξέρεις ότι δε θέλω να χαραμίζεις άσκοπα το χρόνο σου. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν μπαίνει στο ιστολόγιό σου κι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να έχουμε μπλεξίματα με την εταιρεία. Δεν ήθελα όμως να μαλώσουμε ξανά και γι’ αυτό το θέμα. Πήγα λοιπόν και ξάπλωσα χωρίς να δώσω συνέχεια. Πρέπει να με πήρε αμέσως ο ύπνος. Μετά;
Κι όμως έχει μετά. Σκέφτομαι πόσο βολικό θα ήταν να υπήρχε στη θέση του ένα κενό μνήμης ή μια μαύρη τρύπα γνώσης ή ακόμη και η ηλεκτρονική λειτουργία της αναίρεσης με το συνδυασμό κάποιων κουμπιών από το πληκτρολόγιο. Κι αντί για όλα αυτά τι υπήρχε; Υπήρχε ένα μετά, που μόλις το τακτοποίησα σε ένα βαθύ συρτάρι μνήμης, όπως ακριβώς αυτό στο οποίο έβαλα το πρωί τα κεράσια μου. Μεγάλα και ομοιόμορφα κεράσια, αλλά άνοστα και χωρίς κουκούτσια.
Πάντως πρέπει να παραδεχτείς ότι αντέχουνε, δεν είναι δηλαδή σαν τα άλλα που χαλάνε αμέσως. Υπό μία έννοια είχε δίκιο ο Δημάκης, όταν έλεγε ότι τα έχουν βαλσαμώσει. Είναι νεκρά από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν στο άνθος τους. Μόνο έτσι μπορούν να συντηρούνται για κάμποσο καιρό, χωρίς να ξινίζουνε στη γεύση. Όπως ακριβώς κι οι μνήμες μου.
Αλλά τα κεράσια τα είχα κλεισμένα στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου μου, ενώ οι μνήμες ήταν ακόμη ανοιχτές μες στο μυαλό μου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα ήταν αδύνατο να ανταποκριθώ στα εργασιακά μου καθήκοντα. Σκέφτηκα ξανά τη λύση των χαπιών. Μπορεί να διαλύουν το μυαλό μου και να κουρελιάζουν το κορμί μου, αλλά τουλάχιστον με βοηθάνε να κλείνω, έστω και βεβιασμένα τις ανοιχτές υποθέσεις με το πρόσφατο παρελθόν.
Γιατί πρέπει να καταλάβεις ότι εσύ επέλεξες να συνεχίσεις στο παρελθόν, ενώ εγώ προτίμησα να συνεχίσω στο παρόν. Και στο παρόν είχα άλλες δύο τουλάχιστον ώρες εργασίας μπροστά μου και μια στοίβα με αδιόρθωτα έγγραφα πάνω στο γραφείο μου. Άλλωστε, δεν ξεμπέρδεψα ακόμη με όλα τα προβλήματά μου. Είχα μάλιστα το προαίσθημα ότι τα πιο δύσκολα θα τα έβρισκα μπροστά μου από δω και πέρα.
Πήρα ένα χαπάκι, λοιπόν. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Μου λες εσύ που τα ξέρεις όλα; Τι;




(συνέχεια: Τετάρτη 23.12.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Η προσωπική μου Χιροσίμα και το ιδιωτικό μου Ναγκασάκι",
έκταση: 4.160λ.)