Αποβραδίς είχα προνοήσει να κρύψω το χαπάκι σε μια συσκευασία με ασπιρίνες, μην τύχει και με υποψιαστούν οι άλλοι στη δουλειά. Το έβγαλα με προφύλαξη και το κατάπια αμέσως, χωρίς να το αφήσω να λιώσει εντελώς στη γλώσσα, αλλά μια δυσάρεστη αίσθηση πρόλαβε κι απλώθηκε σε όλη τη στοματική μου κοιλότητα. Ήταν σαν να τρως ένα ξερό κομμάτι ασβέστη.
Ακολούθησα νοητά τη διαδρομή της υγρής μάζας από το στενόμακρο σωλήνα του οισοφάγου ως τον ασκοειδή θύλακα του στομάχου. Τη φαντάστηκα να αποσυντίθεται στα χημικά της στοιχεία και να απελευθερώνει εντός μου μια τεράστια δύναμη μεγατότων. Λες κι είχα μια πυρηνική βόμβα στην κοιλιά μου έτοιμη να συντρίψει όλες τις Χιροσίμες και όλα τα Ναγκασάκια του μυαλού μου. Ένιωσα την ισχύ της πυρηνικής έκρηξης να διαπερνά το είναι μου και το ωστικό κύμα να μεταδίδεται διαμέσου του αίματος από τα πόδια μέχρι το κεφάλι. Ήξερα καλά τι επρόκειτο να συμβεί μέσα μου τις επόμενες ώρες.
Ύστερα από ένα σαραντάλεπτο θα ένιωθα τα άνω και κάτω άκρα μου να ατονούν, το μυαλό μου να μουδιάζει και τα συναισθήματά μου να νεκρώνονται. Δε θα έπαυα να έχω συνείδηση του εαυτού μου, αλλά κάποιες διανοητικές ικανότητες, όπως η κρίση και η βούληση, θα περιέρχονταν σε κατάσταση ελεγχόμενης και μηχανικής υπολειτουργίας, ενώ κάποιες άλλες όπως η φαντασία και η μνήμη θα χειραγωγούνταν πλήρως. Ο χώρος της πρώτης θα κυριευόταν από ψυχεδελικούς εφιάλτες και η δεύτερη θα θρυμματιζόταν σε μικρά μικρά κομμάτια αποσυντεθειμένων αναμνήσεων χωρίς καμία ενότητα και λογική.
Στη συνέχεια τα εγκεφαλικά κέντρα που είναι υπεύθυνα για την κίνηση του σώματος, την ικανότητα της αντίληψης και την εκφορά του λόγου θα εξασθενούσαν κάτω από την πίεση διαδοχικών χημικών επιθέσεων που θα καταλάμβαναν όλες τις νευρικές οδούς της εισαγωγής αισθητηριακών ερεθισμάτων και της εξαγωγής εγκεφαλικών εντολών, με αποτέλεσμα να βρίσκομαι σε μια σχετική απόσταση από την εξωτερική και την εσωτερική μου πραγματικότητα. Πρόκειται για μια απόσταση ασφαλείας του εγώ από εμένα, του μυαλού από την ψυχή και της γνώσης από την αλήθεια που οχυρώνει ένα νέο χώρο βίωσης και συνείδησης των πραγμάτων. Έναν χώρο που με αρέσει να τον ονομάζω «το βασίλειο της λήθης».
Αλλά είχα αρκετό χρόνο για να φτάσω σε αυτό το επίπεδο και στο μεταξύ όφειλα να οργανώσω τη λειτουργία μου με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην κινώ τα περίεργα βλέμματα και τα κακεντρεχή σχόλια των άλλων υπαλλήλων, κυρίως του Στεργίου. Κούνησα το κεφάλι μου πάνω κάτω και προσπάθησα να επανέλθω. Κοίταξα μπροστά μου κι είδα τη χάρτινη στοίβα να με περιμένει. Τράβηξα το πρώτο έγγραφο από κάτω και άρχισα να το διαβάζω χωρίς να έχω καθόλου όρεξη. Έπεσα σε ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μου τύχει: πρόσκληση ενδιαφέροντος για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Δεν πρόλαβα να φτάσω ούτε μέχρι τη μέση, όταν άκουσα το τηλέφωνο του γραφείου μου να χτυπάει. Πρώτος, δεύτερος, τρίτος χτύπος, καμία αντίδραση από μέρους μου. Το σήκωσα στον τέταρτο, όπως ακριβώς προβλέπεται από τον εσωτερικό κανονισμό.
«Αποστόλου Θάνος, 2cΒ6. Σε τι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος;»
«Ελάτε αμέσως, σας παρακαλώ. Σας περιμένω στο γραφείο μου» ακούστηκε η φωνή του προϊσταμένου.
Κοκάλωσα. Περίμενα ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε κι αυτό, αλλά θα προτιμούσα να γίνει οποιαδήποτε άλλη ώρα εκτός από αυτήν. Όχι μόνο γιατί θα ήθελα να είχαν ξεκαθαρίσει προηγουμένως κάποια πράγματα, ώστε να ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά κυρίως γιατί κάτω από την επίδραση του χαπιού ήμουν πιο τρωτός και αδύναμος, λιγότερο ευέλικτος και ικανός για να αντεξεπέλθω στη δοκιμασία. Συν τοις άλλοις, υπήρχε και ο κίνδυνος να αρχίσω ανά πάσα στιγμή να κομπιάζω, να ιδρώνω και να τραυλίζω. Κοίταξα το ρολόι αγχωμένος. Είχα τριάντα πέντε λεπτά ακόμη μέχρι τα πρώτα ορατά συμπτώματα. Θα έπρεπε να βιαστώ.
Άνοιξα το τελευταίο συρτάρι και έβγαλα τη σακούλα με τα κεράσια. Σηκώθηκα με δυσκολία και περπάτησα σέρνοντας τα πόδια μου στο διάδρομο. Πέρασα μπροστά από το γραφείο σου και έριξα ένα άδειο βλέμμα. Ήμουν ακόμη σε θέση να θυμάμαι για ποιο λόγο έλειπες και επιτάχυνα το βήμα μου, για να προφυλάξω τον εαυτό μου από εκείνες τις ανεπιθύμητες σκέψεις, μνήμες ή αισθήματα, που μόνο κακό θα μπορούσαν να μου κάνουν σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή.
Εννιά ζευγάρια μάτια είχαν καρφωθεί πάνω μου και με κοιτούσαν γεμάτα οίκτο, αδιαφορία, συμπάθεια, πιθανώς και χαιρεκακία. Δεν ήθελα βέβαια να δείξω μπροστά τους καμία αδυναμία και συνέχισα με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα μέχρι το γραφείο του προϊσταμένου. Χτύπησα την πόρτα, παρ’ ότι με έβλεπε πίσω από το τζάμι. Άνοιξα με δισταγμό και βρέθηκα μπροστά του.
«Καθίστε, σας παρακαλώ».
Κινήθηκα προς την καρέκλα που μου υπέδειξε κι ακούμπησα μαλακά τη σακούλα που κρατούσα στο πάτωμα.
«Τι έχετε εκεί;»
«Είχα υποσχεθεί να σας φέρω μερικά κεράσια. Είναι η ρίζα που με την ευγενική μεσολάβησή σας έλαβα από την εταιρεία πριν από μερικά χρόνια. Το δενδρύλλιο έγινε ολόκληρο δέντρο και αυτά εδώ είναι τα κεράσια του. Σας τα φέρνω ως έκφραση ειλικρινούς ευχαριστίας».
«Καλοσύνη σας».
Τέντωσε το χέρι προς το μέρος μου. Στην αρχή ξαφνιάστηκα, αλλά όταν κατάλαβα το νόημα της χειρονομίας, σήκωσα τη σακούλα, για να του τη δώσω. Ένιωσα κάποια αδυναμία στον καρπό, αλλά τελικά δε δυσκολεύτηκα. Έκανε μέρος ανάμεσα σε κάποια έγγραφα και την ακούμπησε πάνω στο γραφείο του. Κράτησε μπροστά του μόνο ένα έγγραφο.
«Δε νομίζω να τα έχετε ραντίσει. Μπορεί να μας κατηγορούν οι οικολόγοι, αλλά αυτή η ποικιλία χρειάζεται πολύ λιγότερα φυτοφάρμακα από τα συμβατικά είδη».
«Σας διαβεβαιώνω πως δεν τα ράντισα ούτε μια φορά εδώ και τρία χρόνια».
«Πολύ ωραία».
Έβγαλε ένα κεράσι, το σκούπισε προσεκτικά με ένα χαρτομάντιλο και το έφερε στο στόμα. Το δάγκωσε στην άκρη. Τα ζουμιά κύλησαν στο σαγόνι του κι έσταξαν πάνω στο έγγραφο. Έκανα να σηκωθώ για να τον βοηθήσω, αλλά με εμπόδισε με μια αυστηρή κίνηση του χεριού του.
«Μην μπαίνετε, σας παρακαλώ, στον κόπο» μου είπε με γεμάτο στόμα και έβγαλε ένα δεύτερο χαρτομάντιλο. Καθάρισε το πρόσωπό του και σκούπισε ένα προς ένα όλα τα δάχτυλα.
Φαίνεται ότι του άρεσε και πήρε ακόμη ένα.
«Νόστιμα, ε;» σχολίασε.
«Έτσι είναι όλα. Μεγάλα, ζουμερά και νόστιμα» συμφώνησα.
«Θα ξετρελαθεί η γυναίκα μου. Ξέρετε, της αρέσουν πολύ τα κεράσια».
«Τότε, μπορώ να σας φέρνω όποτε θέλετε. Αρκεί να μου το λέτε».
«Να είστε καλά. Και μια που είπα για τη γυναίκα μου. Θέλω να εκφράσω για ακόμη μια φορά τη λύπη μου για το τραγικό συμβάν».
«Σας ευχαριστώ» του απάντησα και χαμήλωσα το κεφάλι.
«Έχω όμως τη δυσάρεστη υποχρέωση να σας υπενθυμίσω ότι εδώ είναι γραφείο και καλά θα κάνετε να τα αφήσετε όλα στην άκρη. Είχατε μια ολόκληρη βδομάδα στη διάθεσή σας, για να εκτελέσετε το καθήκον σας απέναντι στη σύζυγό σας, να θρηνήσετε την απώλειά της και να τιμήσετε τη μνήμη της. Αλλά τώρα που επιστρέψατε, περιμένω από εσάς να είστε το ίδιο ακμαίος και αποδοτικός. Ξέρω ότι δεν είναι τόσο εύκολο, αλλά σκεφτείτε, σας παρακαλώ, τι εικόνα δίνετε στους άλλους υπαλλήλους. Όχι μόνο μας ήρθατε ατημέλητος και αξύριστος, όχι μόνο κόβετε άσκοπες βόλτες στο διάδρομο, αλλά πληροφορούμε κιόλας πως έχετε μείνει πολύ πίσω στις διορθώσεις σας. Λυπάμαι που σας το λέω, αλλά είστε σε πλήρη αποδιοργάνωση και δε μου αρέσει καθόλου να σας βλέπω έτσι».
Δε χρειάστηκε πολλή σκέψη για να καταλάβω από πού προέρχονταν οι πληροφορίες του. Όλοι ξέρουν ποιος είναι ο αληθινός ρόλος του Στεργίου στο τμήμα.
«Έχετε δίκιο. Είμαι όμως διατεθειμένος να μείνω όσο χρειάζεται, για να τελειώσω όλες μου τις διορθώσεις. Ακόμη κι ως αργά το βράδυ».
Ένα χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλη του, αλλά γρήγορα ξαναπήρε το σοβαρό του ύφος.
«Έχω εδώ το κείμενό σας. Αυτό που γράψατε με τίτλο “Η οπωροφόρα επανάστα¬ση”».
Με μεγάλη έκπληξη συνειδητοποίησα ότι το έγγραφο που μόλις είχε χρησιμοποιήσει σαν τραπεζομάντιλο πάνω στο γραφείο του ήταν το δικό μου κείμενο. Ενοχλήθηκα αλλά προσπάθησα να μην του το δείξω.
«Το διάβασα με μεγάλη προσοχή και διαπίστωσα ότι κάνατε δύο διορθώσεις. Θα ήθελα, σας παρακαλώ, να μου εξηγήσετε το λόγο».
Έσπρωξε το κείμενο προς το μέρος μου. Είχε τρεις κόκκινες σταγόνες, που έμοιαζαν να είναι αίμα. Αγχώθηκα στην αρχή, αλλά γρήγορα επανέκτησα την ψυχραιμία μου. Όσο η συζήτηση στρεφόταν γύρω από γλωσσικά ζητήματα, το παιχνίδι παιζόταν στο δικό μου γήπεδο και δεν είχα κανένα λόγο να φοβάμαι. Επέλεξα με προσοχή τα λόγια μου και του είπα:
«Προτίμησα τον όρο “διαφοροποίηση” για να αποφύγω τους αρνητικούς συνειρ¬μούς, τους οποίους δυστυχώς γεννά σε αρκετούς η έννοια της τροποποίησης. Υπάρχει, βλέπετε, ακόμη η προκατάληψη σε βάρος των μεταλλαγμένων ειδών».
«Και το δεύτερο;»
«Λέτε για την αφαίρεση του κόμματος στην περίοδο “Πρόκειται για ένα ακόμη θαύμα της γενετικής μηχανικής, που υπόσχεται να δώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες του αναπτυγμένου και κυρίως του υπανάπτυκτου κόσμου”»;
«Ναι, γι’ αυτό λέω».
«Με την αφαίρεση του κόμματος ευρύνεται το νόημα. Το θαύμα που θα δώσει λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες δεν είναι μόνο τα νέα οπωροφόρα υβρίδια που προωθεί στο εμπόριο η εταιρεία μας, αλλά κι όλη η γενετική μηχανική στο σύνολο των εφαρμογών της. Έτσι προβάλλουμε όχι μόνο τα συγκεκριμένα υβρίδια οπωροφόρων δέντρων αλλά και τις γενικότερες επιστημονικές εξελίξεις που υλοποιούνται στον τομέα της βιοτεχνολογίας».
Περίμενα με αγωνία την αντίδρασή του. Ουσιαστικά το κείμενο αυτό ήταν το μόνο υπερασπιστικό μέσο που διέθετα μπροστά σε ένα πλήθος ενοχοποιητικών στοιχείων που το τελευταίο διάστημα σωρεύονταν σαν χιονοστιβάδα εναντίον μου. Είχα τέτοιο άγχος που άρχισαν να τρέμουν τα χέρια μου και αναγκάστηκα να αφήσω αμέσως το έγγραφο πάνω στο γραφείο του, για να μη γίνω αντιληπτός.
Ο προϊστάμενος το πήρε και αφού έριξε μια τελευταία ματιά, το τσαλάκωσε και το πέταξε επιδεικτικά στο καλάθι των αχρήστων.
Έμεινα να τον κοιτάω άφωνος. Δε χωρούσε καμιά παρερμηνεία η στάση του: επρόκειτο για την καταδικαστική απόφαση που μόλις είχε εκφωνηθεί σε βάρος μου με τον πλέον συμβολικό αλλά αδιαμφισβήτητο τρόπο.
Δίστασα για λίγο και τελικά τον ρώτησα:
«Μήπως δε σας άρεσε;»
«Ποιο; Το κείμενο;»
«Ναι, για το κείμενο σας μιλάω».
«Μην το παίρνετε έτσι. Το κείμενο που γράψατε είναι πολύ καλύτερο απ’ ό,τι θα περίμενα».
Ξαφνιάστηκα από την απάντησή του. Σκέφτηκα ότι μπορεί να το πέταξε γιατί ήταν λερωμένο, ίσως μάλιστα και να μου ζητούσε ένα καθαρό αντίτυπο. Βρήκα λοιπόν το θάρρος κι επέμεινα:
«Επιτρέψτε μου. Αλλά αν πράγματι σας άρεσε, τότε για ποιο λόγο το πετάξατε;»
«Εκτέλεσε ήδη την αποστολή για την οποία γράφτηκε».
Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Νόμιζα ότι η αποστολή του ήταν να δημοσιευτεί σε κάποια εφημερίδα. Δε θα είχα αντίρρηση ακόμη κι αν αυτό γινόταν χωρίς το όνομά μου.
«Δηλαδή, δεν πρόκειται… θέλω να πω, δε σκοπεύετε να το δημοσιεύσετε;»
«Να το δημοσιεύσουμε; Πώς σας πέρασε από το μυαλό; Τρεις από τις μεγαλύτερες εφημερίδες και δύο τηλεοπτικά κανάλια χρηματοδοτούνται από κονδύλια της εται¬ρείας μας. Έχουμε μισθώσει ορισμένους από τους καλύτερους δημοσιογράφους, έστω κι αν κάποιοι ανάμεσά τους τυχαίνει να το αγνοούν. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας λόγος να εναποθέτουμε τη διαφώτιση της κοινής γνώμης για τόσο σοβαρά ζητήματα σε έναν απλό υπάλληλο της εταιρείας, ακόμη κι αν αυτός γράφει τόσο ωραία όσο εσείς».
Τρεις ώρες χρειάστηκα για να το γράψω συν οι ελπίδες που έτρεφα τόσες μέρες, συν ο καβγάς που είχα μαζί σου. Κι όλα αυτά, μόνο και μόνο για να ακούσω ότι είμαι ένας απλός υπάλληλος της εταιρείας που τυχαίνει να γράφει ωραία.
«Τότε μπορείτε να μου πείτε γιατί μου ζητήσατε να το γράψω;» ύψωσα λίγο τη φωνή μου.
«Μη βιάζεστε, σας παρακαλώ, και προπαντός μην εκνευρίζεστε. Για το καλό σας το λέω».
Κάτι μέσα μου επαναστατούσε, αλλά κατάφερα μετά βίας να το συγκρατήσω. Ο προϊστάμενος συνέχισε να μιλάει.
«Υπάρχει, βλέπετε, ένα ακόμα θέμα που πρέπει να το συζητήσουμε. Ξέρω ότι δεν είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για σας, αλλά τα χρονικά περιθώρια που έχω στη διάθεσή μου στενεύουν επικίνδυνα».
«Σε ποιο θέμα αναφέρεστε;»
«Στο γάμο σας».
Ξεροκατάπια και έσκυψα το κεφάλι.
«Τι ακριβώς θέλετε να μάθετε για το γάμο μου;»
«Γνωρίζατε ότι απαγορεύεται από τον εσωτερικό κανονισμό αυτό που κάνατε;»
«Ναι, το γνώριζα».
«Τότε γιατί το κάνατε;»
«Πείτε το νεανική επιπολαιότητα. Έτσι κι αλλιώς, δεν νομίζω ότι ήταν τίποτα παραπάνω. Θέλω να πω ότι αναγνωρίζω το λάθος μου. Άλλωστε, το παραδέχτηκα και στην έκθεση αυτο-αξιολόγησης».
«Σκεφτείτε όμως να κάνανε όλοι εδώ μέσα τέτοια λάθη. Πιστεύετε ότι θα μπορούσε το τμήμα μας να παραμείνει πρώτο σε αποδοτικότητα ανάμεσα σε άλλα και μάλιστα πολύ μεγαλύτερα τμήματα της εταιρείας;»
Έφερα στο μυαλό μου την εικόνα της Ελένης στην τουαλέτα κι ένιωσα πως ό,τι γινόταν εκείνη τη στιγμή σε εκείνο το γραφείο ήταν η τελευταία πράξη από το θέατρο του παραλόγου στο οποίο έπαιρνα κι εγώ μέρος σαν κομπάρσος όσα χρόνια εργαζόμουν σε αυτή την εταιρεία. Δεν άντεξα άλλο και αντέδρασα.
«Αυτό φαντάζομαι ότι ισχύει για όλους μας. Ακόμη και για εσάς».
«Ασφαλώς κι ισχύει. Αλλά γιατί το λέτε; Μήπως έχετε διαφορετική άποψη για μένα;»
«Το λέω γιατί δεν πιστεύω ότι εφαρμόσατε με τόσο τυπικό τρόπο τον εσωτερικό κανονισμό πριν από δύο περίπου ώρες στην τουαλέτα. Ή μήπως κάνω λάθος;».
Κι όμως δε διέκρινα καμία έκπληξη ή ανησυχία στο πρόσωπό του. Σαν να του μιλούσα για μια ακόμη διόρθωση που είχα κάνει στο κείμενό μου.
«Να είστε σίγουρος ότι τον τήρησα κατά γράμμα» μου απάντησε με αργή και σταθερή φωνή.
«Εγώ όμως που έτυχε να βρίσκομαι στις αντρικές τουαλέτες σχημάτισα άλλη εικόνα» επέμεινα κοιτώντας τον στα μάτια.
Συνέχιζε να είναι το ίδιο ατάραχος.
«Έχω υπόψη σε τι αναφέρεστε. Φρόντισα να μάθω. Γι’ αυτό τις έχουμε τις κάμερες σε όλο το τμήμα. Επιμένω πάντως στην απάντηση που σας έδωσα».
Άρχισα να εξοργίζομαι. Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να παρουσιάζει το πλέον καταφανές ψέμα του σαν να ήταν η πιο φυσική αλήθεια. Αποφάσισα να τα παίξω όλα για όλα. Έπρεπε να του δείξω ότι είχα στο μανίκι μου αρκετούς κρυμμένους άσους και ότι, αν χρειαζόταν, θα μπορούσα ανά πάσα στιγμή να προστατεύσω τον εαυτό μου.
«Τον τηρήσατε και με την Ελπίδα; Ή, θα το αρνηθείτε κι αυτό με την ίδια ευκολία».
Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του. Μου φάνηκε πως ήταν, όπως ακριβώς το περιέγραψε ο Δημάκης. Βαλσαμωμένο.
«Μην το παίρνετε προσωπικά. Στα μάτια μου η σύζυγός σας ήταν μια απλή υπάλληλος, όπως κι όλες οι άλλες. Ό,τι κι αν πιστεύετε, σας λέω με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι και σε αυτή την περίπτωση ήμουν τυπικότατος στην τήρηση του κανονι¬σμού. Αυτό είναι ίσως το τελευταίο μάθημα που πρέπει να μάθετε εδώ μέσα».
Δεν ήθελε πολύ μυαλό για να αντιληφθώ ότι τα λόγια του υπαινίσσονταν με βεβαιότητα την απόλυση μου. Αξιολόγησα τη θέση μου: με σένα νεκρή, δε θα μπορούσε να σταθεί υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης σε κανένα δικαστήριο. Υπήρχε βέβαια και η Ελένη, αλλά δεν ήμουν καθόλου σίγουρος για την πρόθεσή της να κινήσει νομική διαδικασία σε βάρος του, πολύ δε περισσότερο τώρα που, σύμφωνα με την εκτίμησή μου και σε αντίθεση μ’ όσα έλεγε η ίδια, θα αναλάμβανε τη θέση του προϊσταμένου. Σαν να ξεφούσκωσε η οργή μου και μαζεύτηκα ηττημένος στην καρέκλα μου.
«Να σας εξηγήσω όμως τι ακριβώς θέλω να πω, για να μην παρεξηγήσετε τα λόγια μου. Υπάρχει ένας εσωτερικός κανονισμός που ισχύει για όλους τους υπαλλήλους εδώ μέσα, και για μας ασφαλώς τους προϊσταμένους και για τους διευθυντές και για τους μεγαλομετόχους της εταιρείας. Αλλά ειδικά για τους προϊσταμένους υπάρχει κι ένας άλλος κανονισμός, όπως υπάρχει κι ένας άλλος για τους διευθυντές, κι ένας άλλος για τους μεγαλομετόχους. Είναι όμως άγραφοι αυτοί οι κανονισμοί, ισχύουν εθιμικώ δικαίω, κι ορίζουν ότι έχουμε το δικαίωμα, ίσως μάλιστα και το καθήκον, να προβαίνουμε με την απαιτούμενη πάντα προσοχή και προφύλαξη κι αφού προηγουμένως έχουμε σταθμίσει όλα τα ενδεχόμενα, σε μικρές ή μεγάλες παραβιάσεις του επίσημου κανονισμού, προκειμένου να διασφαλίσουμε την πιστή τήρηση του από τους υφισταμένους μας. Αυτό συμβαίνει, όπως άφησα να εννοηθεί, και στη σχέση των διευθυντών με τους προϊσταμένους και των μεγαλομετόχων με τους διευθυντές. Είναι ο άγραφος νόμος της επιβολής και της δύναμης, που κάθε μηχανισμός εξουσίας από αυτόν που ασκείται μέσα στην οικογένεια μέχρι αυτόν που ασκείται μέσα στο κράτος, πρέπει να τηρεί απαρέγκλιτα, αν θέλει να συνεχίσει να ασκείται».
Σταμάτησε για λίγο και πήρε ένα απολογητικό ύφος.
«Γι’ αυτό αναγκάζομαι να έρχομαι στη δουλειά με τη Mercentes, παρ’ ότι θα προτιμούσα να την κρατάω καθαρή στο γκαράζ του σπιτιού μου. Γι’ αυτό αναγκάζομαι να πηγαίνω πού και πού με καμιά υπάλληλο, αν και δεν έχω στην ηλικία μου καμιά όρεξη για τέτοια. Γι’ αυτό αναγκάζομαι να βάζω τις φωνές στον Στεργίου, παρ’ όλη τη συμπάθεια που τρέφω απέναντί του. Είναι τα μικρά κι όχι πάντα ευχάριστα προνόμια ή υπό μία άλλη έννοια είναι τα άτυπα καθήκοντα που με βαραίνουν ως προϊστάμενο, προκειμένου να συντηρώ τις φρούδες ελπίδες και τις αφελείς προσδοκίες των υπαλλήλων μου».
«Δε σας καταλαβαίνω».
«Κοιτάξτε τους» μου έδειξε τους συναδέλφους έξω από το παράθυρό του. «Κάνετε μεγάλο λάθος, αν νομίζετε ότι εργάζονται μόνο για το μισθό τους. Καθένας από αυτούς ελπίζει ότι σε λίγα χρόνια θα έχει το δικό μου αυτοκίνητο και ότι θα είναι σε θέση να παραβιάζει τον εσωτερικό κανονισμό χωρίς να νιώθει, όπως τώρα, υπόλογος απέναντι σε μένα. Είναι αυτονόητο ότι δε μιλάω για παραβιάσεις που αφορούν αυτή καθαυτή την εργασία τους, αλλά την εν γένει συμπεριφορά και λειτουργία τους ως προσώπων. Γιατί δεν παύουν, όσο κι αν δε μας αρέσει αυτό, να υπάρχουν και ως πρόσωπα».
«Θέλετε να πείτε ότι γίνονται παραβιάσεις του εσωτερικού κανονισμού εν γνώσει σας;»
«Αν γίνονται λέει; Ο Χριστοφόρου βγαίνει κάθε μήνα με άλλη υπάλληλο της εταιρείας, οι δυο μεταφραστές που μας έμειναν είναι ομοφυλόφιλοι και μαθαίνω ότι σκέφτονται να παντρευτούν τον άλλο χρόνο στο εξωτερικό, η Χατζηγιάννη έχει δεσμό με τον Κωνσταντινίδη, εσείς ήσασταν παντρεμένος με τη Μαλαματή και διατηρούσατε παράλληλη σχέση με την Αλεξίου, ο Λεοντιάδης χρησιμοποιεί το ηλεκτρονικό δίκτυο της εταιρείας, για να επισκέπτεται σε καθημερινή βάση από το σπίτι του πορνοσελίδες, η Παπαπέτρου ενημερώνεται για το ωροσκόπιο από το τηλέφωνο της εταιρείας και ο Στεργίου ήταν τις προάλλες στο αυτόφωρο για τα επεισόδια στο γήπεδο του Παναθηναϊκού».
«Μα, αφού τα ξέρετε όλα αυτά, γιατί δεν παίρνετε τα μέτρα σας;»
«Αυτό που δεν έχετε καταλάβει είναι πως μια διοίκηση δεν μπορεί να ασκείται μόνο δια της τιμωρίας, όπως γινόταν παλιότερα, αλλά κυρίως δια του φόβου της τιμωρίας και ακόμη καλύτερα δια της προσδοκίας κάποιων μελλοντικών προνομίων. Αρκεί να δείτε τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν και να πουν, προκειμένου να διασκεδάσουν τους φόβους και να εξασφαλίσουν την εύνοιά μου. Αλλά τι σας λέω τώρα; Αφού κι εσείς τα ίδια κάνετε, κι ίσως μάλιστα περισσότερο από όλους τους άλλους».
Τον κοίταξα ενοχλημένος.
«Μην με παρεξηγείτε, δεν σας μέμφομαι. Αν μάλιστα θέλετε τη γνώμη μου, πολύ καλά κάνατε, που αναφέρατε στην έκθεση αυτο-αξιολόγησης το γάμο σας με την κυρία Μαλαματή. Να είστε σίγουρος ότι θα ήταν πολύ χειρότερη η θέση σας, αν δεν προβαίνατε σε αυτήν την ομολογία. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, τα ήξερα όλα. Μου δώσατε όμως την ευκαιρία να εκτιμήσω την ειλικρίνεια και την αποφασιστικότητά σας».
«Είπατε ότι τα ξέρατε; Από ποιον τα ξέρατε;»
«Δυο τρεις μού έφερνε ο Στεργίου σκισμένες σελίδες από το καλάθι των αχρήστων σας που λέγανε για μανιτάρια, πορτοκάλια και μανταρίνια στα ελληνικά και στα αγγλικά. Μυστικός κώδικας, ε; Πολύ ευφάνταστο. Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν πριν τέσσερις περίπου μήνες με τη βοήθεια του Χριστοφόρου, που άφησε κάποιους σχετικούς υπαινιγμούς. Φαντάζομαι ότι το έμαθε από την Αλεξίου, γιατί την ίδια ακριβώς περίοδο είχαν ένα πολύ σύντομο φλερτ. Μετά την Αλεξίου στράφηκε στη γυναίκα σας, αλλά αυτή τον απέρριψε. Ήταν, βλέπετε, αρκετά αφοσιωμένη σε σας. Οπότε πληγώθηκε ο εγωισμός του κι αποφάσισε να πάρει την εκδίκησή του. Τι πιο λογικό; Στη θέση του κι εσείς το ίδιο δε θα κάνατε;»
Προσπάθησα να αποφύγω την απάντηση κι έστρεψα αλλού το θέμα.
«Μου κάνει φοβερή εντύπωση η ικανότητά σας να τα θυμάστε όλα αυτά και μάλιστα με τόσες λεπτομέρειες. Εγώ, πάλι, έχω μια εξαιρετικά επιλεκτική μνήμη».
«Μη σχηματίσετε την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα ξέρω όλα. Το σίγουρο είναι ότι υπάρχουν πολλά ακόμη που αγνοώ. Γιατί για κάποιον περίεργο λόγο, που αδυνατώ να κατανοήσω, οι σημερινοί άνθρωποι έχουν γίνει αρκετά ιδιόρρυθμοι και διαστροφικοί. Πάντως, αρκεί που νομίζετε πως τα ξέρω όλα ή εν πάση περιπτώσει ότι μπορώ με κάποιον τρόπο να τα μάθω. Από εκεί και πέρα φροντίζω κι εγώ βέβαια, όταν διαπιστώνω σημάδια χαλάρωσης, να διεγείρω μέσα σας την ενοχή, την ανησυχία και τον φόβο, προκειμένου να σας κρατώ σε διαρκή κατάσταση απολογίας. Γι’ αυτό επινόησα ένα ανύπαρκτο τμήμα της εταιρείας, όπως είναι η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου, και γι’ αυτό συνέταξα την επιστολή που λάβατε σήμερα το πρωί».
«Ανύπαρκτο; Είπατε… είπατε ανύπαρκτο;»
«Ναι, έτσι ακριβώς».
«Θέλετε να πείτε ότι δεν υπάρχει;»
«Ναι, θέλω να πω ότι δεν υπάρχει».
«Κι όμως αν με ρωτούσατε, θα ήμουν έτοιμος να περιγράψω πώς είναι τα γραφεία και το υπαλληλικό προσωπικό αυτής της υπηρεσίας!»
«Μη σας ξαφνιάζει καθόλου. Δεν είστε, άλλωστε, ο μόνος. Το ίδιο ακριβώς νομίζουν κι όλοι οι άλλοι συνάδελφοί σας».
Το πρώτο ξάφνιασμα έδωσε τη θέση του στην απορία. Ανάμεσα σε όλους τους υπαλλήλους του τμήματος ήμουν ο μόνος που μάθαινε από τον ίδιο τον προϊστάμενο ότι η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου δεν υπήρχε παρά μόνο ως δημιούργημα της φαντασίας του. Αλλά για ποιο λόγο να ρισκάρει ενώπιόν μου μια τέτοια αποκάλυψη, αν πράγματι σχεδίαζε να με απολύσει; Εκτός βέβαια και αν δε σχεδίαζε να με απολύσει, οπότε άλλαζαν τα πράγματα. Σαν να πήρα λίγο θάρρος και προχώρησα ακόμη περισσότερο.
«Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου λύσετε μια ακόμη απορία».
«Αρκεί να μη χρονοτριβούμε».
«Ίσως σας φανεί παράξενο, αλλά λόγω επαγγελματικής διαστροφής επιμένω σε οτιδήποτε αφορά την εκφορά του λόγου. Παρατήρησα λοιπόν ότι στο κείμενο της επιστολής σας η προσφώνηση ήταν μόνο στο αρσενικό γένος, παρ’ ότι έμαθα ότι παραλήπτες της ήταν και οι γυναίκες υπάλληλοι του τμήματος. Υποθέτω ότι επρόκειτο για αβλεψία. Έτσι δεν είναι;»
«Νομίζω ότι σας έδωσα ήδη την απάντηση ή τουλάχιστον την υπαινίχτηκα» μου είπε με αυστηρό τόνο «αλλά απ’ ό,τι φαίνεται δεν αντιλαμβάνεστε πλήρως το νόημα των λόγων μου. Καταλάβετε, επιτέλους, ότι η επιδίωξη της τελειότητας και της νομιμοφροσύνης προδίδουν αδυναμία και ανασφάλεια και ως εκ τούτου προσιδιάζουν στη δική σας θέση και στο δικό σας ρόλο. Εγώ από την άλλη, οφείλω να αποπνέω αίσθημα δύναμης, αυτοπεποίθησης και αλαζονείας, που ανάμεσα σε όλους τους άλλους δείκτες μετριέται και με γνώμονα αυτές τις ηθελημένες ή αθέλητες αβλεψίες, τα εκούσια ή ακούσια ατοπήματα, τις μικρές ή μεγάλες παραβιάσεις του εσωτερικού κανονισμού. Λάβετε επίσης υπόψη ότι τέτοιου είδους λεπτομέρειες επιτελούν και μια πρόσθετη αλλά ιδιαίτερα σημαντική λειτουργία: αποσπούν το ενδιαφέρον, αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση, προκαλούν σύγχυση και τελικά μετακινούν το θέμα από το πεδίο των σχέσεων εξουσίας και καταπίεσης στο χώρο της ηθικής, της γλώσσας κτλ. Με όλα αυτά θέλω να σας πω ότι ασφαλώς κι ήταν εν γνώσει μου το λάθος, αλλά δεν είχα κανένα λόγο να το διορθώσω».
Έκανε μια μικρή παύση, με κάρφωσε στα μάτια και συνέχισε.
«Αλλά όλα αυτά είναι εξαιρετικά ανούσια τη στιγμή που εκκρεμούν πολύ πιο σοβαρά ζητήματα τα οποία σας αφορούν άμεσα. Δείχνετε όμως πολύ κουρασμένος. Αναρωτιέμαι αν μπορείτε να με παρακολουθήσετε».
Του έγνεψα θετικά, παρ’ ότι ένιωθα τα λόγια του να χοροπηδούν μες στο μυαλό μου.
«Είστε σίγουρος;»
«Ασφαλώς» του απάντησα και τεντώθηκα στην καρέκλα μου, κάνοντας απεγνωσμένες προσπάθειες για να κρατήσω τη νηφαλιότητά μου.
«Η επιστολή που λάβατε είχε κι έναν ακόμη σκοπό, και μάλιστα πολύ σημαντικότερο. Ξέρετε ότι την άλλη βδομάδα συνταξιοδοτούμαι. Κλείνω τριάντα πέντε χρόνια σε αυτή την εταιρεία κι είναι νομίζω καιρός να ξεκουραστώ λιγάκι. Σκέφτομαι λοιπόν να αποσυρθώ στο πατρικό μου το χωριό και να φυτεύω στον κήπο μου ντομάτες και αγγουράκια και φασόλια βιολογικής καλλιέργειας. Προηγουμένως όμως έχω την υποχρέωση να προσφέρω στον καινούριο διευθυντή την ευχέρεια να προβεί σε όσες εκκαθαρίσεις θεωρεί αναγκαίες, για να διαμορφώσει το δικό του στιλ διοίκησης. Πράγμα που σημαίνει ότι κάποιοι υπάλληλοι θα φύγουν και κάποιοι άλλοι θα έρθουν. Αυτά έχει η ζωή και δεν πρέπει να σας στεναχωρεί καθόλου».
Ήξερα πολύ καλά πού το πήγαινε. Ένας κόμπος δέθηκε γύρω από το λαιμό μου. Καθόμουν απέναντί του ανήμπορος και αδύναμος, περιμένοντας την τυπική ανακοίνωση της απόλυσής μου. Το μόνο παρήγορο ήταν πως κάτω από την επίδραση του χαπιού δεν ένιωθα την αναμενόμενη ένταση. Τα συναισθήματα μου είχαν αρχίσει να ατονούν, όπως ακριβώς ένιωσα ότι συνέβη με τους γευστικούς κάλυκες της στοματικής μου κοιλότητας κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού γεύματος.
«Πριν από λίγα λεπτά συνέταξα την πρόταση που θα υποβάλω εγγράφως προς το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Χωρίς να λέω ότι θα γίνει κατ’ ανάγκη αποδεκτή, πιστεύω ότι θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του διαδόχου μου. Σας κάλεσα λοιπόν για να σας ενημερώσω ότι προτείνω ανεπιφύλακτα να είστε εσείς αυτός που θα καταλάβει τη θέση μου. Σας μελετώ εδώ και πολύ καιρό και νομίζω ότι σας ξέρω πολύ καλά. Έχετε όλα τα προσόντα για να αντεπεξέλθετε στα καθήκοντα και να συνεχίσετε το έργο μου. Οφείλω να ομολογήσω ότι διατηρούσα μια τελευταία επιφύλαξη, αλλά με το κείμενο που γράψατε περάσατε με άριστα κι αυτές τις εξετάσεις. Συγχαρητήρια».
Τον κοίταξα με κάποιον ενδοιασμό. Όσο κι αν θα ήθελα να τον πιστέψω, ήταν δύσκολο να δεχτώ ότι εννοούσε αυτά που έλεγε. Νόμιζα ότι με περιπαίζει και περίμενα να αρχίσει όπου να ’ναι να γελάει κοροϊδευτικά σε βάρος μου. Αλλά, όχι. Η έκφρασή του διατηρήθηκε σοβαρή και το ύφος του πρόδιδε συγκατάβαση και συνενοχή. Τελικά, ήταν ακριβώς όπως μου τα έλεγε. Με είχε ρίξει στην Κόλαση για να μου προσφέρει έναν θρόνο στον Παράδεισο.
«Αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα αφήσετε στη μέση τις διορθώσεις που εκκρεμούν. Έγινα σαφής;»
(συνέχεια: Δευτέρα 5.1.10,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Η απόσταση ασφαλείας",
έκταση: 1.850λ.)