Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

5. "Η οπωροφόρα επανάσταση

1. "Απολογητικό υπόμνημα"
2. "Μια μαύρη τρύπα στο κεφάλι μου"

3. "Οι αδιάσειστες ενδείξεις"
4. "Τα Κιλιμάντζαρα της ζωής μου"


Ξέρω τώρα τι θα μου πεις. Ότι αν πραγματικά νοιαζόμουνα για σένα θα μπορούσα με ένα απλό τηλεφώνημα να ξεκαθαρίσω την κατάσταση και να μάθω τι ακριβώς συνέβαινε. Το πιο εύκολο: σου τηλεφωνώ στο σπίτι ή στο κινητό και μου λύνεις μια και καλή όλες τις απορίες.
Νομίζεις ότι δεν το σκέφτηκα, ε; Μάθε λοιπόν ότι τρεις φορές σήκωσα το ακουστικό κι άλλες τόσες το μετάνιωσα. Σα να με εμπόδιζε κάτι. Πες το φόβο, πες το αδιαφορία, πες το όπως θέλεις – δε με ενδιαφέρει πια καθόλου. Εγώ πάντως το λέω «η φωνή της λογικής». Αφού ακόμη κι ο τελευταίος υπάλληλος της εταιρείας γνωρίζει ότι εδώ μέσα όλες οι τηλεφωνικές συνομιλίες καταγράφονται κι ότι «η χρήση κινητών τηλεφώνων, εν ώρα εργασίας, δέον να αποφεύγεται», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο εσωτερικός κανονισμός στην παράγραφο 5 του άρθρου 11. Τον ξέρω από έξω κι ανακατωτά. Αφού τρεις φορές μού ανέθεσαν τη φιλολογική του επιμέλεια και σε ορισμένα μάλιστα σημεία μπορείς να διακρίνεις τις γλωσσικές μου παρεμβάσεις. Δε θέλω να περιαυτολογήσω, αλλά ξεχωρίζουν υφολογικά ως προς την επιμέλεια, τη ζωντάνια και την πρωτοτυπία των διατυπώσεων.
Δεν είχα άλλη δυνατότητα από το να περιμένω μέχρι το μεσημεριανό διάλειμμα, οπότε όλο και κάποιο τρόπο θα έβρισκα για να σου τηλεφωνήσω. Κατά καιρούς είδα κι άλλους να χρησιμοποιούν τα κινητά τους. Κρυφά βέβαια αλλά τους είδα. Ως τότε δεν μπορούσα παρά να ασχοληθώ με τις διορθώσεις μου. Είχα ήδη σπαταλήσει άσκοπα πολύτιμο χρόνο.
Έβλεπα τους άλλους αφοσιωμένους στη δουλειά τους, να μεταφράζουν κείμενα, να ψάχνουν διαφημιστικούς λογότυπους, να εκπονούν ερωτηματολόγια, να αναλύουν στατιστικά στοιχεία, και με έπιανε το άγχος. Δεν ήθελα να αισθάνομαι ότι αδυνατώ ή ότι υστερώ ή ότι αποκλίνω, κι όμως ήταν φανερό ότι βρισκόμουν εκτός κλίματος. Παρουσίαζα μια εικόνα νωθρότητας και αδράνειας που αργά ή γρήγορα θα γινόταν αντικείμενο σχολιασμού από τους άλλους συναδέλφους και δε θα μπορούσε να μείνει απαρατήρητη από τον Στεργίου. Έριξα γύρω μου μια βιαστική ματιά γεμάτος καχυποψία.
Ο προϊστάμενος ήταν στο γραφείο του με τον Στεργίου και κάτι του έλεγε σε έντονο ύφος, οι δυο μεταφραστές ήταν σκυμμένοι πάνω από τα κείμενά τους, η Αλεξίου μιλούσε στο τηλέφωνο, ο Δημάκης στεκόταν ακίνητος μπροστά στον υπολογιστή του, η Παπαπέτρου κατευθυνόταν προς την τουαλέτα, ο Κωνσταντινίδης κρατούσε σημειώσεις σε ένα έγγραφο, εσύ έλειπες, ο Λεοντιάδης έκανε υπολογισμούς με τον αριθμητή, η Χατζηγιάννη κάτι σχεδίαζε σε ένα μπλοκ ζωγραφικής και ο Χριστοφόρου ήταν στραμμένος προς το μέρος μου και με παρατηρούσε με ερευνητική διάθεση. Όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας, προσπάθησε να σπάσει την αμηχανία με ένα παγωμένο χαμόγελο, χωρίς βέβαια να του το ανταποδώσω. Τον κοίταξα μια τελευταία φορά ενοχλημένος, τράβηξα πιο κοντά την καρέκλα μου και έσκυψα πάνω στο γραφείο. Έπρεπε επειγόντως να αναλάβω δράση.
Τράβηξα το πρώτο έγγραφο από κάτω. Έτσι τα παίρνω πάντα. Ανάποδα. Από κάτω προς τα πάνω. Έλεγε για έναν νέο τύπο ρυζιού που είναι ενισχυμένος με βήτα-καροτίνη, ουσία κατάλληλη για την καταπο¬λέμηση της έλλειψης βιταμίνης Α. Ξέρεις ότι η ασθένεια αυτής της βιταμίνης προκαλεί τύφλωση σε μισό εκατομμύριο παιδιά το χρόνο; Σκέψου λοιπόν μια διατροφή βασισμένη σε αυτόν τον νέο τύπο ρυζιού… Ούτε χίλια ούτε δύο χιλιάδες παιδιά. Μισό εκατομμύριο παιδιά το χρόνο θα μπορούσαν να έχουν στο εξής την όρασή τους!
Μου αρέσουν πολύ αυτά τα κείμενα, και μακάρι όσα διόρθωνα να ήταν όλα τέτοια. Τουλάχιστον μαθαίνω κάτι χρήσιμο, παρακολουθώ τις εξελίξεις και ανανεώνω τις γνώσεις μου. Ακόμα κι αν απαιτείται πολλή ώρα για τη διόρθωσή τους, δε νιώθω ότι σπαταλώ το χρόνο μου σε κάτι ανούσιο. Στο συγκεκριμένο μάλιστα δεν έκανα πάνω από έξι λεπτά για να τελειώσω. Το άφησα στην άκρη και πήρα το επόμενο.
Με την πρώτη ματιά ένιωσα μεγάλη έκπληξη. Ξανακοίταξα για να βεβαιωθώ. Το ήξερα αυτό το κείμενο. Το ήξερα πολύ καλά.
Ήταν το δικό μου κείμενο. Το κείμενο, που σου έλεγα το απόγευμα προτού να τσακωθούμε, ότι μου είχε ζητήσει ο προϊστάμενος να γράψω για εκείνο το νέο είδος κερασιάς, που φυτέψαμε και στην αυλή μας. Απ’ ό,τι φαίνεται τους άρεσε και το ενέκριναν. Είχε, μάλιστα, την ένδειξη «προτεραιότητα Α», που σημαίνει ότι θα έπρεπε να το παραδώσω το συντομότερο δυνατό. Υπέθεσα ότι το προόριζαν για δημοσίευση σε κάποιο κυριακάτικο φύλλο και βιάζονταν, για να προλάβουν το κλείσιμο της ύλης. Δεν ήμουν βέβαια τόσο αφελής, για να ελπίζω ότι θα το δημοσίευαν με το δικό μου όνομα, αλλά, ακόμη κι έτσι, ήταν για μένα μια καινούρια αρχή, ένα πρώτο βήμα, κάτι τέλος πάντων που έδειχνε ότι αναγνωρίζουν την αξία μου. Θεώρησα μάλιστα ότι, ενόψει των ανακατατάξεων που επίκεινται το επόμενο διάστημα στην ιεραρχία του τμήματος, η έγκριση αυτού του κειμένου θα μπορούσε να αποβεί προς όφελός μου.
Τώρα πώς γίνεται να μου ζητάνε να διορθώσω το δικό μου κείμενο, δεν ξέρω να σου πω. Αν το σκεφτείς όμως από μια άλλη πλευρά, έχει και τη λογική του. Αφού εγώ είμαι ο μοναδικός επιμελητής κειμένων εδώ μέσα– σε ποιον άλλο θα μπορούσαν να το δώσουν; Άσε που διαπίστωσα ότι χρειαζόταν, τελικά, ένα ακόμη ξανακοίταγμα.
Θα στο θυμίσω από το αντίγραφο που κράτησα. Την προηγούμενη φορά ήσουν αρκετά αναστατωμένη για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται, αλλά τώρα πιστεύω ότι θα αναγνωρίσεις την αξία του. Αρκεί βέβαια να δείξεις την απαιτούμενη προσοχή.


Θα τους ακούσουμε;
Αύξηση της θνησιμότητας και επιδημίες, κοινωνικές αναταραχές και αιματηρές συγκρούσεις, διακρατικές διενέξεις και γεωπολιτική αστάθεια. Το φάσμα της πείνας ενσκήπτει ξανά απειλητικό πάνω από τον πλανήτη, προοιωνίζοντας δραματικές εξελίξεις για όλη την ανθρωπότητα. Το τροφικό τσουνάμι, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται, σαρώνει ήδη χώρες της Ασίας και της Αφρικής και σύντομα θα φτάσει και στη δική μας πόρτα. «Υπνοβατούμε μέσα σε μια τεράστια κρίση» δήλωσε χαρακτηριστικά ο καθηγητής Πολιτικής των Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο του Λιντς, επισημαίνοντας το μέγεθος του κινδύνου.
Αρκεί να αναλογιστούμε ότι σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΗΕ το 2008 η τιμή του σιταριού αυξήθηκε 130%, της σόγιας 87% και του ρυζιού 75% μέσα σε ένα μόλις τρίμηνο. Κλιματικές αλλαγές, ερημοποίηση εκτάσεων και αυξανόμενη ζήτηση σιτηρών από την αγορά των βιοκαυσίμων δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα αιτιών, που έχει καταδικάσει στην πείνα 100 εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο και χρόνο με το χρόνο απειλεί ολοένα και περισσότερους.
Όπως έχουν τα πράγματα, η μόνη λύση φαίνεται να προέρχεται από τα γενετικά τροποποιημένα φυτικά είδη, που κατά ευτυχή σύμπτωση σημειώνουν το τελευταίο διάστημα σημαντική εξάπλωση της τάξης του 43% σε νέες καλλιεργούμενες εκτάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η σχετική τεχνολογία είχε ως πρόσφατα επικεντρωθεί σε ορισμένα μόνο είδη, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε τέσσερα φυτά –το βαμβάκι, ο αραβόσιτος, η κράμβη και η σόγια– να καταλαμβάνουν το 99% ανάμεσά τους, αλλά τα τελευταία χρόνια αυξάνεται το επιστημονικό ενδιαφέρον για νέες γενετικές εφαρμογές σε μια γκάμα πρόσθετων ειδών. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρούν και τα νέα, γενετικά τροποποιημένα, οπωροφόρα δέντρα.
Λεμονιές στο Νευροκόπι, κερασιές στη Σάμο, ροδιές στο Μέτσοβο και ροδακινιές στην Κρήτη; Κι όμως θα το δούμε κι αυτό τα επόμενα χρόνια, όπως το έχουν ήδη δει σε πολλές άλλες χώρες του αναπτυγμένου κόσμου. Είδη δέντρων που ήταν από σπάνια ως άγνωστα για τον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ μπορούν πλέον να ευδοκιμούν στις απέρα¬ντες δεντροφυτείες του Κεμπέκ, της Καλιφόρνιας και στο οροπέδιο του Γκολάν. Πρόκειται για ένα ακόμη θαύμα της γενετικής μηχανικής, που υπόσχεται να δώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες του αναπτυγμένου και κυρίως του υπανάπτυκτου κόσμου. Τα νέα υβρίδια αναμένεται να προωθηθούν το αμέσως επόμενο διάστημα στην ελληνική αγορά από τη γνωστή εταιρεία Plant Genetics A.E., για να εισαγάγουν και τη χώρα μας στην εποχή της ονομαζόμενης «οπωροφόρας επανάστασης», που είναι μια σημαντική φάση της ευρύτερης «γεωργικής επανάστασης» της τελευταίας εικοσαετίας.
«Είναι η δική μας, δεύτερη στην ιστορία της ανθρωπότητας, γεωργική επανάσταση. Εξίσου σημαντική με την πρώτη», δήλωσε για τις εξελίξεις που σημειώνονται στο χώρο της γενετικής μηχανικής ο dr. Σαμαράς Ιωάννης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και διευθυντής στο Εργαστήριο Χημείας και Τροφίμων. «Επιχειρούμε ελεγχόμενες παρεμβάσεις στο γενετικό υλικό και επιδιώκουμε τη λελογισμένη τροποποίησή του, με σκοπό την προσαρμογή των φυτικών ειδών στις ανθρώπινες ανάγκες και στα νέα κλιματικά δεδομένα της φύσης. Αυξημένη παραγωγή με μειωμένο κόστος και ελάχιστη χημική επιβάρυνση του περιβάλλοντος είναι ό,τι πετύχαμε μέχρι τώρα. Δεν είναι και λίγο, αν λάβει κανείς υπόψη την ελλιπή χρηματοδότηση των εργαστηρίων, την εν πολλοίς απαξίωση της εργασίας μας από την κοινωνία και τις οργανωμένες αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων» συμπλήρωσε.
«Σε ποιους αναφέρεστε;» τον ρωτήσαμε. «Αναφέρομαι σε όλους εκείνους που λόγω φόβου ή αδυναμίας, ενδεχομένως και συμφέροντος, αντιμετωπίζουν την πρόοδο με διάθεση δαιμονοποίησης» μας απάντησε. «Είναι οι ίδιοι που στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης δεν το είχαν σε τίποτα να εισβάλλουν στα εργοστάσια, για να καταστρέφουν τις μηχανές. Αλλά αν τους είχαμε ακούσει τότε, να είστε βέβαιοι ότι σήμερα θα βρισκόμασταν ακόμη στο Μεσαίωνα».
Έτσι ακριβώς είναι, με μία και μόνη, κατά τη γνώμη μας, διαφορά: σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης, αυτό που σήμερα διακυβεύεται δεν είναι μόνο η πρόοδος της ανθρωπότητας αλλά η ίδια η σωτηρία της. Εύλογα λοιπόν γεννιέται η απορία: αν δεν τους ακούσαμε τότε, γιατί να τους ακούσουμε τώρα;

Η πρώτη διόρθωση είχε να κάνει με τη φράση «γενετικά τροποποιημένα φυτικά είδη». Μπορεί να είναι ο καθιερωμένος όρος, αλλά διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις, όχι αμιγώς γλωσσικές, ως προς τη χρήση του. Η έννοια της τροποποίησης περιέχει τη σημασία της αλλαγής, χωρίς όμως να δηλώνει τη θετική διάστασή της. Τις πιο πολλές φορές μάλιστα, υποβάλλει την αίσθηση μιας έξωθεν παρέμβασης, τεχνικού χαρακτήρα, που κινητοποιεί κατά κύριο λόγο αρνητικούς συνειρμούς.
Διαβάζουν «τροποποίηση του γενετικού υλικού» και το μυαλό τους πάει σε σκοτεινούς θαλάμους επιστημονικών εργαστηρίων, πόρτες ασφαλείας με κωδικούς εισόδου, βαζάκια γεμάτα υγρό και παραμορφωμένα όντα. Οι πιο πολλοί νοσταλγούν την ασφάλεια και τη σιγουριά των παιδικών τους χρόνων, θυμούνται τα καρπούζια και τις ντομάτες της γιαγιάς τους, τα καλοκαίρια που περνούσαν στο χωριό, κι αισθάνονται μια αδιόρατη επιφύλαξη απέναντι στη βιογενετική πρόοδο, που κάτω από τη συστηματική πλύση εγκεφάλου που ασκούν οι οικολογικές οργανώσεις, μπορεί να πάρει τη μορφή μιας απόλυτα αρνητικής προκατάληψης.
Χρειαζόταν λοιπόν μια άλλη λέξη. Μια λέξη που θα ήταν πιο ουδέτερη, πιο αντικειμενική και πιο κατάλληλη για να προβάλλει τις ευοίωνες εξελίξεις που υλοποιούνται. Το σκέφτηκα λίγο, ζήτησα και τη γνώμη της Παπαπέτρου που ασχολείται με τους διαφημιστικούς λογότυπους, και, τελικά, κατέληξα στη έννοια της διαφοροποίησης: «γενετικά διαφοροποιημένα οπωροφόρα δέντρα, λελογισμένη διαφοροποίηση». Μου άρεσε. Αν μη τι άλλο, διαβάζεις τις φράσεις αυτές και νιώθεις τη γλώσσα σου να γλιστράει σε ένα εύηχο γλωσσικό περιβάλλον, χωρίς να κινδυνεύει να σκαλώσει σε κακόηχα συμφωνικά συμπλέγματα.
Η δεύτερη διόρθωση αφορούσε τη λέξη που προσδιορίζεται από την αναφορική πρόταση στην περίοδο «Πρόκειται για ένα ακόμη θαύμα της γενετικής μηχανικής, που υπόσχεται να δώσει τα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στις αυξανόμενες διατροφικές ανάγκες του αναπτυγμένου και κυρίως του υπανάπτυκτου κόσμου». Η χρήση του κόμματος απέδιδε την αναφορική ως προσδιορισμό στη λέξη «θαύμα»: τα νέα υβρίδια λεμονιάς, κερασιάς, ροδιάς και ροδακινιάς είναι το γενετικό θαύμα που υπόσχεται να κτλ. Έφερα στο μυαλό μου τη δική μας κερασιά, που για να πούμε και του στραβού το δίκιο μόνο θαύμα δε θα μπορούσε να θεωρηθεί, κι ένιωσα ότι εξαπατώ τους αναγνώστες μου, πράγμα που δε μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πόσο αυστηρός και αμετακίνητος είμαι σε θέματα επιστημονικής δεοντολογίας και αντικειμενικότητας.
Στην αρχή σκέφτηκα να σβήσω ολόκληρη την περίοδο, αλλά ήξερα ότι δεν διατηρούσα πλέον το δικαίωμα για τόσο εκτεταμένες παρεμβάσεις. Μπορεί το κείμενο να το είχα γράψει εγώ, αλλά από τη στιγμή που το ενέκριναν είχε περιέλθει κάτω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας, απέναντι στο οποίο διατηρούσα τις περιορισμένες φιλολογικές αρμοδιότητες ενός γλωσσικού επιμελητή. Τελικά, αποφάσισα να κάνω κάτι πολύ πιο απλό, που δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση να εγείρει οποιαδήποτε ιδεολογική, επιστημονική ή γλωσσική επιφύλαξη: αφαίρεσα το κόμμα. Μη σου κάνει καθόλου εντύπωση. Ελλείψει κόμματος, η αναφορική αλλάζει κατεύθυνση και νόημα, αφού γίνεται προσδιορισμός στον όρο γενετική μηχανική: η γενετική μηχανική είναι αυτή που υπόσχεται να… κτλ.
Σαν να έφυγε ένα βάρος από πάνω μου και για πρώτη φορά ξεκαθάρισα ό,τι ως εκείνη τη στιγμή υπήρχε αδιόρατο μέσα μου. Κατάλαβα ότι προσφέρω τις υπηρεσίες μου σε μια ευγενική υπόθεση, ότι συμβάλλω στην «οπωροφόρα επανάσταση» της ελληνικής υπαίθρου κι ότι συντελώ στην προώθηση της δεύτερης «γεωργικής επανάστασης» ολόκληρης της ανθρωπότητας. Γιατί η Plant Genetics A.E. στην οποία εργάζομαι, όπως κι εσύ άλλωστε, δεν είναι μια τυχαία εταιρεία, αλλά θυγατρική μιας πρωτοπόρου πολυεθνικής εταιρείας στον τομέα της γενετικής μηχανικής, η οποία γενετική μηχανική, όπως βεβαιώνει πλέον και το κείμενό μου, θα δώσει στα αμέσως επόμενα χρόνια λύση στο επισιτιστικό πρόβλημα του Τρίτου Κόσμου, όπως προφανώς δίνει λύση εδώ και αρκετά χρόνια στον κίνδυνο της τύφλωσης που αντιμετωπίζουν πεντακόσιες χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο εξαιτίας της έλλειψης βιταμίνης Α. Πεντακόσιες χιλιάδες παιδιά. Αν το σκεφτείς, δεν είναι καθόλου λίγα.
Μου φαίνεται, τελικά, ότι πρέπει να αρχίσω να συμπαθώ την κερασιά μας, κι ας επέμενα πριν από λίγο καιρό να την κόψουμε. Τότε βέβαια είχα τους λόγους μου, αλλά τώρα καταλαβαίνω πόσο αβάσιμοι και επιπόλαιοι ήταν.
Στο κάτω κάτω διατηρεί μια συμβολική αξία για μας, κι ας είναι όπως είναι. Θυμάμαι τη μέρα που τη φυτέψαμε στην αυλή μας, μια βδομάδα αμέσως μετά το γάμο μας. Ήταν πολύ πρωί ακόμη, όταν μ’ άκουσες να σκάβω στον κήπο. Σηκώθηκες για να με βοηθήσεις. Πήρες το δεντρύλιο στα χέρια με τη φροντίδα που κρατάει η μάνα το παιδί της. Έσκυψες αργά και το τοποθέτησες στην τρύπα. Έφερες με προσοχή το χώμα γύρω γύρω από την ρίζα. Όταν τελείωσες, σήκωσες το κεφάλι προς το μέρος μου. Έμεινα να σε κοιτάω έκθαμβος. Το πρόσωπό σου άστραφτε από χαρά και από ευτυχία.
«Είναι σπάνιο είδος» σου εξήγησα. Απόρησες. Δεν ήξερες βέβαια από πού το είχα πάρει.
Το πήρα από την εταιρεία, γιατί ήθελα κάτι που να υπενθυμίζει τη γνωριμία μας. Ακολούθησα την τυπική διαδικασία που προβλέπεται από τον εσωτερικό κανονισμό σε τέτοιες περιπτώσεις. Που σημαίνει ότι απευθύνθηκα με αίτηση στον προϊστάμενο για μια ρίζα οπωροφόρου δέντρου, αυτός με παρέπεμψε στο ερευνητικό προσωπικό του έκτου ορόφου κι αυτοί με παρέπεμψαν στους επιστημονικούς συμβούλους του έβδομου ορόφου. Για να μη στα πολυλογώ, ύστερα από δύο μέρες βρέθηκα στα θερμοκήπια της εταιρείας στον Σχοινιά, απ’ όπου μου πρότειναν οι γεωπόνοι αυτό το υβρίδιο κερασιάς. Μόλις το είχαν φέρει από το εξωτερικό και βρίσκονταν ακόμη στη φάση της έρευνας και των δοκιμών. Θεώρησα ότι μου έκαναν ξεχωριστή τιμή και με δεύτερο έγγραφο που απηύθυνα στον προϊστάμενο εξέφρασα τη βαθιά ευγνωμοσύνη μου.
Αναρωτιέμαι αν έχεις ακόμη συνειδητοποιήσει ότι είμαστε οι πρώτοι σε ολόκληρη την Ελλάδα που φυτέψαμε αυτό το νέο είδος δέντρου. Σκέψου μόνο ότι η εμπορική προώθησή του άρχισε πριν από τέσσερις μόλις μήνες, ενώ εμείς το έχουμε στην αυλή μας εδώ και τόσα χρόνια.
Μια φορά έπεσε στα χέρια μου ένα έγγραφο που αναφερόταν στο νέο υβρίδιο: αυξημένη απόδοση, ανθεκτικότητα στις ασθένειες, ικανότητα προσαρμογής σε οποιοδήποτε περιβάλλον. Και πράγματι, έτσι ακριβώς είναι. Ως προς την απόδοση, την ανθεκτικότητα και την προσαρμογή δεν έχουμε κανένα παράπονο. Στον τρίτο κιόλας χρόνο έδωσε καρπό. Γέμισαν κεράσια όλα τα κλαδιά του. Κατακόκκινα, μεγάλα και ομοιόμορφα. Άνοστα όμως και χωρίς κουκούτσια. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο πράγμα. Άσπορη κερασιά η κερασιά μας. Εσύ το πήρες για κακό σημάδι. Ήθελες πολύ να κάνουμε παιδιά, κι ας μην τα καταφέραμε ακόμη.
Στην αρχή υπέθεσα ότι θα ήταν μια παροδική ανωμαλία. Προφανώς κάποια σοβαρή διαταραχή στη χημική σύσταση του εδάφους, που εμποδίζει το δέντρο να αναπτυχθεί κανονικά, όπως συνέβη πιο παλιά με τις τριανταφυλλιές μας που μαράζωναν και ξηραίνονταν μες το αμμώδες χώμα. Έσκαψα λοιπόν σε μια αχτίνα τριών μέτρων γύρω από τον κορμό και έφτασα βαθιά ως τις ρίζες. Πέταξα το άρρωστο χώμα και έφερα στη θέση του άλλο, ανακατεμένο με λίπασμα και κοπριά. Έκανα υπομονή να δω πώς θα εξελιχτεί το πράγμα.
Τον πρώτο μήνα κόντεψε να ξεραθεί το δέντρο. Έφτασε ο Μάρτιος και ήταν ακόμα γυμνά όλα τα κλαδιά του. Δεν ανησύχησα όμως, γιατί πίστευα ότι μόνο με έναν τόσο ισχυρό κλονισμό θα μπορούσε να αποκατασταθεί η ανωμαλία. Λίγες βδομάδες αργότερα ξεπετάχτηκαν τα πρώτα μάτια, που έγιναν κλωνάρια, που έβγαλαν φύλλα, που γέμισαν με άνθη. Μετά το Πάσχα είχε κοκκινίσει ολόκληρη η κερασιά. Πήρα ένα και το άνοιξα. Κουκούτσι δε βρήκα. Πήρα δεύτερο και το άνοιξα. Κουκούτσι πάλι δεν βρήκα. Απογοητεύτηκα αλλά δεν το έβαλα κάτω.
Μετά σκέφτηκα τη λύση του μπολιάσματος. Παίρνεις ένα υγιές κλαδί από ομοειδές δέντρο και το ενσωματώνεις στον κορμό, για να αναπτυχθεί σαν να ήτανε δικό του στέλεχος. Συμβουλεύτηκα έναν γεωπόνο της εταιρείας και διάβασα ό,τι σχετικό βρήκα γύρω από το θέμα. Μπόλιασα το δέντρο στα μέσα φθινοπώρου με τη σχολαστικότητα και τη φροντίδα του γιατρού που κάνει μεταμόσχευση καρδιάς στον ασθενή του. Να φανταστείς ότι μέχρι και γάντια φρόντισα να φορέσω. Άνοιξα μια μικρή τομή στον κορμό, τοποθέτησα το μόσχευμα, επάλειψα την οπή με ασβέστη και περιτύλιξα το σημείο της ένωσης με πανιά.
Στους τέσσερις πρώτους μήνες το ξένο σώμα έδειχνε να δένει, αλλά με το που μπήκε η άνοιξη κιτρίνισαν τα φύλλα και άρχισε να μαραζώνει το κλαδί, ώσπου ξεράθηκε τελείως. Απογοητεύτηκα και ούτε που μπήκα στον κόπο να το κατεβάσω. Το άφησα έτσι να κρέμεται ξερό, με τα πανιά στη βάση του φθαρμένα σαν να ήτανε κουρέλια από ένα ξεσκισμένο σκιάχτρο.
Δεν είχα άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψω τις προσπάθειες. Ήταν πια καιρός να συμβιβαστώ με την ιδέα.
Αλλά είχα εσένα με τις ιδιοτροπίες κι εκείνα τα περίεργα όνειρά σου. Όλα γύρω από το δέντρο, λες και στοίχειωσε το μυαλό σου. Τη μια ότι κάνεις κούνια στα κλαδιά του, ντυμένη νύφη, κι εγώ σε σπρώχνω όλο και πιο ψηλά, την άλλη ότι σκαρφαλώνεις στην κορυφή του για να πιάσεις ένα άστρο κι εγώ, λέει, κουνάω από κάτω τον κορμό. Αλλά αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι εκείνο το όνειρο με τα μωρά. Θυμάμαι τότε που μου το διηγήθηκες. Έπινα τον πρωινό καφέ μου στο μπαλκόνι. Ήρθες και κάθισες κοντά μου. Φαινόσουν αναστατωμένη κι ανησύχησα. Τι σου συμβαίνει, σε ρώτησα. Δεν απάντησες.
«Πες μου τι σου συμβαίνει;»
«Είναι σαββατιάτικο πρωινό. Μάιος και μοσχοβολούν τα γιασεμιά μας. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πηγαίνω στο παράθυρο. Είσαι στον κήπο και φροντίζεις τις τριανταφυλλιές. Σε καλημερίζω. Μου λες να κατέβω. Όπου να ’ναι θα ετοιμάσεις πρωινό καφέ. Πρώτα όμως θέλεις να μαζέψεις λίγα κεράσια. Παίρνεις το πανέρι και ανεβαίνεις στη σκάλα. Απλώνεις το χέρι. Κοιτάω την κερασιά και τι να δω. Νεκρά μωρά ο καρπός της. Τσαμπιά, τσαμπιά νεκρά μωρά, κρεμασμένα από τον ομφάλιο λώρο τους, σαν να έχουν αποκοιμηθεί στην κούνια τους. “Σταμάτα”, φωνάζω. Δεν με ακούς. “Σταμάτα”, σκούζω. Πάλι, δεν με ακούς. Με παίρνουν τα κλάματα. Νεκρά μωρά αραδιασμένα με τάξη στο πανέρι σου… Νεκρά μωρά για φάγωμα, επιδόρπιο στο μεσημεριανό μας…».
Δε σου κρύβω ότι άρχισα να το μισώ. Η συμβολική αξία, που σου έλεγα, μαζί με τις αναπόφευκτες προεκτάσεις της. Κάθε μέρα λοιπόν έβλεπα στην κερασιά που έχουμε στην αυλή του σπιτιού μας μια ολοκάθαρη εικόνα του γάμου μας: όλα φαίνονταν καλά, αλλά για κάποιους αδιευκρίνιστους λόγους δεν ήταν. Κατοικούσαμε σε ένα από τα καλύτερα προάστια της Αθήνας, ζούσαμε σε μια ιδιόκτητη μεζονέτα με αυλή και κήπο, εργαζόμασταν στη μεγαλύτερη εταιρεία βιοτεχνολογίας της Ελλάδας, είχαμε μισθούς που άλλοι θα ζήλευαν, αλλά… Αλλά ήταν αυτό το αλλά, που από τον πρώτο ακόμη χρόνο άρχισα να διακρίνω στα μάτια σου, να εντοπίζω στη φωνή σου και να αντιλαμβάνομαι στη σχέση μας.
Ένα άνοστο κεράσι χωρίς κουκούτσι είναι η ζωή μας, μου είπες κάποτε με παράπονο. Δε νομίζω ότι αναφερόσουν μόνο στην αδυναμία μας να αποκτήσουμε παιδί. Ίσως να είναι η φθορά της καθημερινής επανάληψης ή οι πιεστικές συνθήκες εργασίας ή τα πρώτα σημάδια κρίσης της μέσης ηλικίας. Μπορεί, από την άλλη, να μην είναι τίποτα παραπάνω από τη συνήθειά μου να αφιερώνω τον ελεύθερο χρόνο μου στο κήπο κι όχι σε εσένα ή από την ανάγκη να περιορίσουμε τα άσκοπα έξοδα και να αποφεύγουμε τα πολυήμερα ταξίδια κάτω από την πίεση του δανείου που πληρώνουμε για το σπίτι ή από την αντιδραστική κι ενοχική σου φύση που σε κάνει να βλέπεις πάντα το ποτήρι μισοάδειο.
Τελικά, δεν ξέρω τι είναι αυτό που έφταιξε. Μπορεί κάποιο από αυτά ή όλα μαζί ή ενδεχομένως και κανένα. Όσο τα σκέφτομαι, τόσο πιο μεγάλη σύγχυση και απορία νιώθω. Σε αντίθεση όμως με σένα που από την αρχή συμβιβάστηκες με αυτήν την κατάσταση, κλείστηκες στον εαυτό σου και παραδόθηκες στους εφιάλτες σου, εγώ δεν έπαψα να ελπίζω και να προσπαθώ. Κατά βάθος πίστευα ότι αργά ή γρήγορα θα αλλάξεις οπτική και θα αρχίσεις να βλέπεις πιο αισιόδοξα τη ζωή μας.
Άλλωστε, δε νομίζω ότι χρειάζονται πολλά πράγματα, για να είναι κανείς ευτυχισμένος. Ό,τι ονομάζουμε οικογενειακή ευτυχία ή τουλάχιστον οικογενειακή γαλήνη δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ικανότητα διαχείρισης της συνήθειας, που το μόνο που προϋποθέτει είναι κάποιες έγχρωμες πινελιές στην μουντή καθημερινότητα: η μοσχοβολιά του μεσημεριανού φαγητού, ένα καλοσιδερωμένο κουστούμι, μια καρυδόπιτα το απόγευμα του Σαββάτου, κάποια υποτιμητικά σχόλια για τον κήπο του γείτονα, ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ή κάποια ψυχαγωγική εκπομπή στην τηλεόραση.
Μου αρκούν αυτά, σου έλεγα. Δεν με καλύπτουν, μου απαντούσες. Ξέρεις, φορές φορές προτιμάμε να μιλάμε σε γ΄ πληθυντικό για πράγματα κι όχι σε β΄ ενικό για τους ανθρώπους που συνδέονται με αυτά. Κρίνουμε, σχολιάζουμε, καταδικάζουμε, απορρίπτουμε τα πράγματα, για να αποφύγουμε να κρίνουμε, να σχολιάσουμε, να καταδικάσουμε και να απορρίψουμε τους ανθρώπους. Βολεύει. Η μισή αλήθεια πονάει πάντα λιγότερο από όλη την αλήθεια.
Εγώ πάντως πονούσα. Πονούσα γιατί κατά βάθος ένιωθα ότι δε σε καλύπτω, αλλά μην περιμένεις ότι θα ήμουν ποτέ έτοιμος να το παραδεχτώ ενώπιόν σου. Θες από άμυνα, θες από εγωισμό, θες από πείσμα, προτίμησα εν γνώσει μου τις εκλογικεύσεις: δηλαδή ότι είσαι φαντασιόπληκτη, ότι είσαι νευρωτική, ότι είσαι ανώριμη, ότι είσαι… ότι είσαι…
Στο τέλος βαρέθηκα και αυτό το βιολί. Από το να κάθομαι και να μαλώνω μαζί σου όλη τη μέρα, προτίμησα να αφοσιωθώ ακόμη περισσότερο στη φροντίδα του κήπου. Αλλά όποια δουλειά κι αν έκανα, είχα συνέχεια μπροστά μου αυτό το δέντρο, που ρίζωνε, μεγάλωνε κι έριχνε βαριά τη σκιά του πάνω μας.
Αποφάσισα να το αφήσω στην τύχη του. Για έναν ολόκληρο χρόνο ούτε το ράντισα ούτε το πότισα ούτε το κλάδεψα. Έλπιζα ότι αργά ή γρήγορα θα ξεραινόταν, αλλά αυτό συνέχιζε να δυναμώνει και να γεμίζει με κεράσια. Κατακόκκινα, μεγάλα και ομοιόμορφα. Άνοστα όμως και χωρίς κουκούτσια.
Αποφάσισα να το κόψω. Δε με άφησες. «Μα γιατί;», σε ρώτησα, «Τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η κερασιά από τα άλλα δέντρα του κήπου μας;»
«Μου μοιάζει» απάντησες «Ήταν αγέννητη όταν τη χάλασαν στα εργαστήριά τους. Κουκούτσι αφύτρωτο με βγαλμένη μήτρα και βουλωμένες σάλπιγγες, σαν τα στειρωμένα σκυλιά που ζευγαρώνουν χωρίς να γεννάνε. Κοιμάται όλο το χειμώνα και ονειρεύεται κουκούτσια. Βρέχει, φυσάει, χιονίζει κι αυτή αποξεχνιέται μες στα όνειρά της. Κι όταν έρχεται η άνοιξη, ανθοφορούν οι ελπίδες της κεράσια. Όλη νύχτα μένει ξάγρυπνη και με τα θροΐσματα του αέρα νανουρίζει τα παιδιά της. “Νάνι, το μωρό μου κάνει…”. Όλη μέρα τα περιμένει να ξυπνήσουν. Και περιμένει και περιμένει και περιμένει. Τι περιμένει; Αφού, νεκρά μωρά στον κόρφο της, πεθαμένα κεράσια στα κλαδιά της».
Πόσο μονόπλευρα τα έβλεπες όλα! Κολλούσε μια ιδέα στο μυαλό σου και δε σου την έβγαζα με τίποτα. Άκου εκεί τη «χάλασαν»… Εγώ σου λέω ότι μπορεί μια μέρα τα κεράσια αυτά να θεραπεύσουν ασθένειες ή να θρέψουν τους πεινασμένους πληθυσμούς της Αφρικής. Παραδέχομαι ότι δεν είναι τόσο νόστιμα, αλλά πρέπει κι εσύ με τη σειρά σου να αναγνωρίσεις πως ούτε η αχλαδιά ούτε η μηλιά, που φέραμε από το χωριό της μάνας σου, δεν είναι νόστιμες.
Στο κάτω κάτω, αν δε σου αρέσουν τα κεράσια της, κανείς δεν σε υποχρεώνει να τα φας. Αλλά το γεροντάκι με τη μασέλα και ο γονιός που έχει μωρό παιδί στο σπίτι, γιατί να μην μπορούν να τα αγοράζουν; Από πού αντλείς το θράσος να υποστηρίζεις ότι θα έπρεπε να είναι αυστηρά ελεγχόμενες οι βιογενετικές εξελίξεις, όταν τα αποτελέσματά τους μπορούν να αποβούν τόσο ευεργετικά για τους υποσιτισμένους λαούς των υπανάπτυκτων χωρών ή τουλάχιστον να εξασφαλίσουν το αναφαίρετο δικαίωμα του αναπτυγμένου κόσμου στην ανεμπόδιστη καταναλωτική επιλογή σε συνθήκες ελεύθερης οικονομίας;
Τελικά, όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο πολύ συμπαθώ την κερασιά μας. Όχι από οίκτο, όπως εσύ, αλλά με σύνεση, με περίσκεψη, με στοχασμό. Τη συμπαθώ με έναν αγνό και άδολο ανθρωπισμό, που μου διδάσκει πως οι δικές μου εμμονές ή τα δικά μου προβλήματα δεν πρέπει να αποτελούν βάση αποτίμησης των πάντων ούτε και να στρέφονται εναντίον των άλλων. Καταλαβαίνεις ότι αναφέρομαι στη δυσκολία μας να αποκτήσουμε παιδί, αλλά για την ώρα δε θα ήθελα να το θίξω αυτό το θέμα. Καταλαβαίνεις, φαντάζομαι, το λόγο.
Άνοιξα το δεύτερο συρτάρι μου και πήρα ένα κεράσι. Το κράτησα μαλακά στη χούφτα μου σαν να ήτανε μωρό παιδί κι ένα αίσθημα πατρικής στοργής πλημμύρισε την ψυχή μου. Το έφερα μπροστά στα μάτια μου και το κοίταξα με προσοχή. Μου φάνηκε τόσο μικρό και αδύναμο, τόσο όμορφο και ελπιδοφόρο. Και τότε μια σκέψη φώτισε το μυαλό μου, λες κι άνοιξαν μεμιάς όλοι οι κρουνοί της γνώσης.
Το πιο λογικό απ’ όλα είναι να προέρχονται από τα κεράσια! Εννοώ, οι λάσπες που είχα στο παντελόνι και οι λεκέδες που είχα στο σακάκι μου. Το είχα, βέβαια, σκεφτεί κι από την αρχή ακόμη, αλλά μόλις τώρα έδενε στο μυαλό μου με μια βεβαιότητα που με χαροποιούσε αφάνταστα.
Σκέψου το εξής σενάριο:
Ξυπνάω πρωί, πρωί κι ετοιμάζομαι για τη δουλειά μου. Καθώς φεύγω, βλέπω την κερασιά και αποφασίζω να μαζέψω λίγα κεράσια, γιατί απ’ όσο θυμάμαι έχω υποσχεθεί εδώ και πολύ καιρό στον προϊστάμενο να του πάω μια σακούλα. Πιάνω λοιπόν τσαμπιά τσαμπιά τα κεράσια και γεμίζω τη σακούλα. Κοντεύω πια να τελειώσω. Κόβω ένα τελευταίο κεράσι, αλλά λιώνει στα χέρια μου και πιτσιλάει το σακάκι μου. Ξαφνιάζομαι, χάνω την ισορροπία μου και πέφτω από τη σκάλα. Χτυπάω το κεφάλι μου. Συνέρχομαι ύστερα από λίγα λεπτά και έρχομαι στην εταιρεία.
Ναι, έρχομαι. Αλλά το ερώτημα είναι με τι έρχομαι. Δε θα έπρεπε λογικά να θυμάμαι αν ήρθα με το αυτοκίνητο ή με ταξί ή με αστικό; Και γιατί ενώ θυμάμαι όλα τα άλλα, αυτό που δε θυμάμαι καθόλου είναι τι συνέβη από τη στιγμή που ξάπλωσα μέχρι τη στιγμή που έπεσα, αν βέβαια έπεσα, από τη σκάλα. Και γιατί ενώ θυμάμαι ότι ήσουν στον υπολογιστή μέχρι αργά το βράδυ, αυτό που δε θυμάμαι καθόλου είναι αν ήρθες, τελικά, στο κρεβάτι όπως μου υποσχέθηκες;
Πολύ επιλεκτική τη βρίσκω αυτή την αμνησία μου και δε μου αρέσει καθόλου.





(συνέχεια: 19.11.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Εσύ, η μισή ελπίδα μου",
έκταση: 4.300λ.)

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Το άλλο της πρόσωπο

Πρόκειται για διήγημα. Μου ζητήθηκε προς δημοσίευση από φίλο ως εξής: Δοκιμάζουμε την ποιητικότητα της γραφής μας σε διήγημα περίπου 700 λέξεων με θέμα "για την Ελένη".






Καθόταν σε ένα μικρό σκαμπό της κρεβατοκάμαράς της κι είχε το βλέμμα καρφωμένο στον καθρέφτη. Σαν να έβλεπε κάτι που την ξάφνιαζε τόσο πολύ, ώστε έμεινε για λίγο ακίνητη να εξετάζει απορημένη το είδωλό της, κρατώντας τη βούρτσα μπλεγμένη στα μαλλιά κι έχοντας μια μικρή κλίση προς τον αριστερό της ώμο.
Είχε φάει όλο το απόγευμα μπροστά στον καθρέφτη. Τρεις ολόκληρες ώρες με πίλινγκ, μάσκες ενυδάτωσης, κρέμες, μέικ απ, ρουζ, κραγιόν, πούδρες κτλ. και τώρα, που κόντευε να τελειώσει, κοιτούσε τον εαυτό της και μια σκιά ανησυχίας σκοτεί
Υπήρχε κάτι που την ενοχλούσε, κάτι που αισθανόταν ότι χαλάει την εικόνα της, χωρίς όμως να είναι σε θέση να το προσδιορίσει με απόλυτη ακρίβεια. Δεν διέκρινε κάποια υπερβολή ή έλλειψη, τίποτα το επιτηδευμένο ή το δυσαρμονικό στο βάψιμό της. Αντίθετα, φαινόταν όπως ακριβώς θα ήθελε να είναι: οι ρυτίδες εξαφανίστηκαν, η επιδερμίδα άστραφτε, τα μαλλιά απέκτησαν όγκο και το γαλάζιο των ματιών της έπαψε να φαίνεται ξεθωριασμένο.
Χωρίς καμιά αμφιβολία ήταν αρκετά όμορφη κι, αν μάλιστα χαμήλωνε λίγο ο φωτισμός, θα μπορούσε να την κάνει κανείς μέχρι και πέντε χρόνια νεότερη. Αλλά η ίδια ήταν πολύ αυστηρή με τον εαυτό της, και ακόμα παραπάνω τώρα που ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Την έπιασαν οι ενοχές της.
Γιατί να μην κάνει μια θεραπεία κυτταρικής ανάπλασης, που θα αναζωογονούσε την επιδερμίδα της με πιο φυσικό τρόπο; Γιατί να μην κάνει το πρώτο μπότοξ στα μάγουλα, όταν νεότερη συνάδελφός της από το σχολείο είχε ήδη κάνει το τρίτο; Γιατί να μην κάνει μια ανορθωτική στήθους, που θα τη βοηθούσε να ξαναβρεί τη χαμένη της αυτοπεποίθηση;
Σκέφτηκε τον εαυτό της να κάθεται στο τραπέζι του εστιατορίου απέναντι από το συνοδό της, με το μέικ απ του προσώπου της να αυλακώνει λίγο λίγο από τον ιδρώτα, την επιδερμίδα να σακουλιάζει στα μάγουλα της και τα πεσμένα στήθη να σμπαραλιάζουν τη μειωμένη αυτοεκτίμησή της. Αναρωτήθηκε πόσες φορές θα έπρεπε να φρεσκαριστεί στην τουαλέτα ή να συγκρατήσει το γέλιο ή να αποφύγει τους μορφασμούς, για να διατηρήσει άθικτη αυτή την ψεύτικη μάσκα ομορφιάς πάνω από το πρόσωπό της, και αμέσως κατάλαβε πόσο άνισος, πόσο μάταιος, πόσο χαμένος ήταν ο αγώνας που ετοιμαζότανε να δώσει.
Θα μπορούσε βέβαια να διασκεδάσει τις αγωνίες της αρκούμενη στις υποκριτικές φιλοφρονήσεις του συνοδού της, μέχρι τη στιγμή που θα την έριχνε στο κρεβάτι. Αλλά το ήξερε τόσο καλά αυτό το έργο, που δεν της κινούσε πλέον καθόλου το ενδιαφέρον. Άλλωστε σε μισή ή το πολύ σε μία ώρα που θα έφευγε νικητής από το διαμέρισμά της θα διέκρινε στο πρόσωπο του αυτό το συγκαταβατικό βλέμμα, που θα επισφράγιζε την απόρριψη και το χλευασμό που από την πρώτη στιγμή αιωρούνταν στα λόγια, στις χειρονομίες και στις γκριμάτσες του.
Δεν είχε πλέον καμία όρεξη. Δεν ήθελε τίποτα, ούτε να βγει ούτε να διασκεδάσει ούτε να ελπίζει. Ήθελε μόνο να συνεχίσει να κάθεται εκεί, ακίνητη μπροστά στον καθρέφτη, με τη βούρτσα μπλεγμένη στα μαλλιά της και με το κεφάλι της γερμένο προς τον αριστερό ώμο. Όχι, όχι, ήταν απολύτως αποφασισμένη, δεν επρόκειτο να μετακινηθεί από τη θέση της όσες φορές κι αν της χτυπούσε το κουδούνι, όσες φορές κι αν την καλούσε στο κινητό. Για μία και μόνη φορά διεκδικούσε το δικαίωμά της σε μια νίκη, έστω κι αν ήξερε πολύ καλά θα ήταν αυτή που θα σήμανε την οριστική της ήττα.
Η αγωνία έδωσε τη θέση της στο φόβο. Αναρωτιόταν αν ήταν στα αλήθεια έτοιμη να αντέξει μόνη της μια ακόμη νύχτα κι ύστερα μια άλλη κι ύστερα μια άλλη. Ήταν; Τότε από πού προερχόταν το αίσθημα της μοναξιάς που την κυρίευσε; Έσκυψε απελπισμένη το κεφάλι της και το κόλλησε στον καθρέφτη.
Τότε ακριβώς πρόσεξε κάτι που τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον της. Παρατήρησε ότι αυτό που τόση ώρα την ενοχλούσε στην εικόνα της δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια μικρή τρίχα. Μια ασήμαντη τριχούλα που κρεμότανε κάτω ακριβώς από το σαγόνι σαν να ήταν ξεχειλωμένη ραφή από ακριβό ύφασμα που φθάρθηκε από την πολυκαιρία.
Την έπιασε με την άκρη των δαχτύλων της και την τράβηξε με μια δύναμη που περιείχε όλη την οργή της για όλες τις υποκριτικές φιλοφρονήσεις και για όλα τα απορριπτικά βλέμματα. Στη στιγμή, το πρόσωπό της άρχισε να ξηλώνεται σαν να ήταν υφασμάτινη μάσκα και σιγά σιγά εμφανίστηκε από κάτω μια θολή και συγκεχυμένη μορφή, όμοια με εκείνη που κραυγάζει στο γνωστό πίνακα του Munch.
Έβλεπε την αληθινή της όψη να φανερώνεται μπροστά της παραμορφωμένη κι αποκρουστική, αλλά δεν έβαλε τις φωνές τρομαγμένη ούτε απέστρεψε το βλέμμα της από τον καθρέφτη ούτε έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες. Φαινόταν μάλιστα πιο ήρεμη και γαλήνια, πιο σίγουρη και σταθερή από κάθε άλλη φορά, σαν να περίμενε ότι αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε κάτι τέτοιο.
Κι όταν πια αποκαλύφτηκε ολόκληρη η νέα μορφή της, κοιτάχτηκε μια τελευταία φορά κατάματα κι ένα αινιγματικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Σηκώθηκε όρθια μπροστά στον καθρέφτη, πήρε από το χέρι το είδωλό της και κατευθύνθηκε προς κρεβάτι. Μετά ξάπλωσε κι αγκάλιασε τρυφερά τον αληθινό εαυτό της και για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά πολλά χρόνια, κοιμήθηκαν μονάχες τους παρέα.

Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009

Λάρισα: 25 χρόνια μετά (επίλογος)


… η παρέα μας, θυμάσαι;;
Δηλαδή, όχι ακριβώς, διαφορετικές ήταν τον πρώτο χρόνο, αφού οι της Ακαδημίας δεν μας πολυγουστάρανε εμάς τους ΤΕΙτζήδες, έλα όμως που τα συνεχή «ζευγαρώματα» έφερναν και προσεγγίσεις.

Δεκαοκτάχρονα - εικοσάχρονα παιδιά όλοι μας, τα περισσότερα από μας για πρώτη φορά μακριά από την οικογένειά τους, σε μια πρωτόγνωρη περιπέτεια γνώσης και ανεξαρτητοποίησης.
Ανυπόμονα, φασαριόζικα, αλαζονικά, ανώριμα, αλλά με το μάτι να γυαλίζει, πάντα έτοιμοι να δοκιμάσουμε νέα άλματα – από οποιοδήποτε ύψος και σε οποιονδήποτε καιρό- , νέες προοπτικές, νέες καταστάσεις, χωρίς φόβους, χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς συμβάσεις, με ανεξήγητες και ανεξάντλητες αντοχές και ατελείωτο πείσμα, με τσαμπουκά και τίγκα στις ορμόνες, με μόνο μέλημά μας να ρουφήξουμε το μεδούλι της Ζωής, με τις συγκυρίες ευχάριστο και ευπρόσδεκτο παιγνίδι, να ενώνουν τις τύχες μας σε ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι, μαζεμένο από όλα τα σημεία της Ελλάδας.

Ο Στέλιος από Πλατεία Βικτωρίας, η Μάρλεν από Χαλάνδρι, η Θέμις από την Νέα Μακρη που παντρεύτηκε τον Μιχάλη τον μηχανολόγο και γίναν τρίτεκνοι, ο Δημητρης από Τρίκαλα και η Μαρίνα από Αμπελόκηπους -παντρεμένοι με δυο παιδιά τώρα, η Τούλα από την Καψόχωρα, η Σόφη από τα Γιαννιτσά που της χρωστάω δυο χαστούκια ακόμη, ο Γιώργος ο «Βρωμομαυρογόνατος», ο Ευριπίδης ο πετσί και κόκαλο ντράμερ με την μόνιμη πείνα του από το Φάληρο-μετανάστης και παντρεμένος στην Γερμανία, ο Γιώργος ο «Χαμούρ-Μουσάτ» από την Θεσ/κη, η Δήμητρα από το Περιστέρι και ο Μάριος από το Γαλάτσι-που άλλα σπούδαζε και που «μάθαινε» φωτορεπόρτερ και φωτογραφία πάνω μας και μας έμαθε κι εμάς μερικά πράγματα -παντρεμένοι χωρισμένοι με μια κόρη, ο Γαβρήλος και ο Θόδωρας από την Καβάλα -ταξιτζής λέει έγινε ο δεύτερος, η Αμαλίτσα, ο Σπύρος ο Πατρινός με την Μίνα με δυό παιδιά κι αυτοί τώρα, η Μαλβίνα, ο Σαλλονικιός ο Σάββας ο «σφίκτης» με το αστείρευτο χιούμορ που πολλές τον κυνηγούσαν, αλλά αυτός όταν κατέβαζε στόρια, χόρευε μονάχος του το «My Way» του Sinatra στην Biberon και έκανε όλους να δακρύζουν και να τον χειροκροτούν -παντρεμένος με μια κόρη και τον μπαμπούλα της ανεργίας να τον περιτριγυρίζει σήμερα, ο Νίκος από την Κατερίνη, συγκάτοικός μου το τελευταίο εξάμηνο της φοιτητικής μας ζωής, μοιραζόμασταν την στρωματσάδα και το κρύο στο πυρηνικό καταφύγιο-με μαγαζί ειδών ψαρικής νομίζω τώρα και εργένης από επιλογή, ο Βασίλης ο ντόπιος «μεγαλοτσιφλικάς», ο Τεο από τον Κορηνό, η Νώτα, ψυχούλα και πάντα εθελόντρια παρηγορήτρα αλλά και μόνιμα αζευγάρωτη, ο Σωκράτης, ο Γιάννης, ο Φώντας που φύλαγε τα προφυλακτικά πίσω από το εικόνισμα που του είχε δώσει η μάνα του, ο Δήμος, ο Στέφανος, η Μαριάννα, η Βάσω, η Στέλλα …


Κι άλλοι κι άλλες που δεν θυμάμαι τα ονόματά τους πια, θολά τα πρόσωπά και οι στιγμές τους, όπως η φωτό στο Ρολόϊ της Λάρισ(σ)ας που δεν υπάρχει πια, σκόρπιες φιγούρες στα αυλάκια του μυαλού μου.
Θυμήθηκα όμως πως λέγανε το καφενείο με τις πράσινες καρέκλες το «στέκι» μας.
«Αίγλη» το λέγανε.
Και θυμήθηκα και την ιδιότυπη τελετή «μύησης και αποδοχής» σου από την παρέα μου, να σε απαγάγει ουρλιάζοντας ο άγνωστος για σένα ο Σάββας μεσα στην Κεντρική πλατεία, να σε φορτώνει στην πλάτη του και να σε γυρνάει γύρω γύρω στα μαγαζιά φωνάζοντας με παρανοϊκά στριγκή φωνή: «Είναι δικιά μου, την έκλεψα» και εσύ να έχεις πάθει την πλάκα σου με τους μουρλούς που πήγες κι έμπλεξες.


Τόσα πρόσωπα, τόσες εικόνες, τόσα Εγώ περιπλεγμένα σαν κισσοί, να αναρριχούνται και να μεγαλώνουν δίπλα –δίπλα για να πάνε ψηλότερα, να κυνηγούν του ήλιους τους που πάντα φωτίζανε και πάντα έλαμπαν σαν ερωτευμένα βλέμματα μέσα στα πρωινά λεωφορεία με το νούμερο «9» για την Σχολή, με το στομάχι χάλια και την τσέπη μονίμως άδεια κρατώντας στην τσέπη ραβασάκια και σκονάκια ανακατωμένα, να μην ξέρεις πιο από τα δυο να ανοίξεις στο διαγώνισμα για να γράψεις καλά, γιατί τα μεν έγραφαν αυτά που έπρεπε, τα δε αυτά που ήθελες.
Όλοι μαζί σε μια παλλόμενη συλλογικότητα που δεν την κατανοούσαμε, δεν την ζορίζαμε, δεν την καναλιζάραμε, την αφήναμε να πηγαίνει όπου αυτή ήθελε, είχε δικιά της ζωή, έφτιαχνε δικό της κώδικα, εύρισκε πάντα τον δρόμο να μας πάει παραπέρα, να μας σφυρηλατήσει, να μας κάνει να αισθανθούμε πως τα καλύτερα έρχονται, να’ τα , μπροστά μας είναι, στο επόμενο ξενύχτι, στο επόμενο ρεφενέ-πάρτυ, στην επόμενη διανυκτέρευση με sleeping bags και φωτιά στην παραλία των Καλών Νερών, στην άλωση του Κάστρου στο Άγιο Παντελεήμονα του Πλαταμώνα, από τις σκαλωσιές στο πίσω μέρος του και την κυρίευση του εσωτερικού Πύργου του με την τεράστια αγριοσυκιά στο εσωτερικό του, στις μεθυσμένες κουβέντες δίπλα στον Πηνειό, στα παγκάκια της Κεντρικής Πλατείας, στις πράσινες καρέκλες της Αίγλης, στο επόμενο μπάχαλο της Γενικής Συνέλευσης της Σχολής που βγάζαμε τα όργανα επι σκηνής και παίζαμε μανιασμένο Rock την ώρα που από κάτω πέφτανε καρεκλιές, στα σιωπηλά δάκρυα των χωρισμών και των αποχωρισμών, στα ψιθυριστά Αντίο.


Δεν ξέρω γιατί κάνω αυτή την καταγραφή εδώ, αφού ούτε κι εσύ θα την διαβάσεις, ίσως να κλείνω λογαριασμούς, ίσως να το νοιώθω σαν ένα «καθαρτήριο», ίσως να είναι απλή ματαιοδοξία, ίσως να έχω αρχίσει να το χάνω επιτέλους, ίσως να είναι μια άτσαλη προσπάθεια να αποτίσω φόρο τιμής σε ότι έφυγε, σε ότι ζήσαμε – τα ζήσαμε άραγε ποτέ;; - και πέρασε πια, δεν ξαναγίνεται, άφησε απλά μόνο μερικές φωτογραφίες-τυπωμένες στιγμές παγωμένου χρόνου, που μας κάνουν να κοιταζόμαστε και να αναρωτιόμαστε για εκείνα τα «θέλω» μας, αν βρήκαν τελικά τα αντίστοιχα «επειδή» που τους άξιζαν, αν ο χρόνος φέρνει δύναμη ή αδυναμία, αν συμπληρώνει ή αν αδειάζει, αν γιατρεύει ή είναι κομπογιαννίτης του κερατά.



Ξέρεις, έχω κλέψει ματιές όταν κοιτάμε τις παλιές μας φωτογραφίες, καθισμένοι στον δεκαπεντάχρονο καναπέ μας, στο νέο κεραμίδι μας που επιτέλους αποκτήσαμε και που ποτέ δεν με ένοιαξε το πόσο θα μας στοιχίσει τελικά, αλλά το πόσο φοβάμαι να μην μας εντοιχίσει μέρα με την μέρα, δίπλα στο τζάκι μας που ακόμη δεν το ανάψαμε, γιατί εσύ μεν δεν μπορείς να βλέπεις καινούρια τούβλα να καπνίζονται, εγώ πάλι δεν μπορώ να μην νοιώθω φωτιά δίπλα μου, ούτε να μην σκαλίζω στάχτες.
Έχω δει που λες, το πώς χαμογελάει η κόρη μας και πως γουρλώνουν τα μάτια τους τα αγόρια όταν ανοίγω τους παλιούς φακέλους και τα τιγκαρισμένα λευκώματα

Και είναι εκείνες τις στιγμές, που μου βγαίνει εκείνη η παράξενη γλυκόξινη γαλήνη και μου μυρμηγκιάζει τα μάγουλα και γίνεται αερόστατο ο θώρακας για μια βαθιά ανάσα, σαν κι εκείνες που παίρνω όταν βγαίνω από μακροβούτι, για να ρουφήξω αέρα, να ανασάνω, να γεμίσω ζωή το μέσα μου μπας και αντέξω το νεκρό νερό έξω μου (ή μήπως το ανάποδο;; μπερδεύομαι, το παθαίνω με τα μακροβούτια), να σε βλέπω να χαμογελάς και να αγκαλιάζεις τα παιδιά, για να μπορέσω να ξαναπιστέψω πάλι πως όλα είχαν ένα νόημα, όλα τελικά βρίσκουν την θέση τους, ακόμη και οι απώλειές μας, έχουν λόγο που γίνονται και που τις βιώνουμε, ακόμη και εμείς έχουμε λόγο που ήμασταν ότι και όπως ήμασταν και που γίναμε ότι γίναμε, ακόμη κι αυτή η ανάρτηση έχει λόγο που γράφτηκε κι ας μην την διαβάσεις, αφού δεν σ’ αρέσει το internet.

Ξέρεις και κάτι ακόμη; Αν ξαναγυρνάγαμε πίσω, τα ίδια θα έκανα, με τον ίδιο τρόπο, με τους ίδιους φίλους, τα ίδια πρόσωπα και κυρίως: με τα ίδια λάθη, γιατί αυτά είμαστε, γεννηθήκαμε από αυτά, μας μάθαμε μέσα τους

Αμετανοήτος, ναι, αγύριστο κεφάλι, τελείως βλάχος.

… και θα ξαναέγραφα την Λάρισσα με δύο «σ» όπως γραφόταν τότε…

«Η αμαξοστοιχία 601 από Αλεξανδρούπολη για Αθήνα, αναχωρεί.
Παρακαλούνται όσοι επιβιβάστηκαν από Λάρισσα να ετοιμάσουν τα εισιτήριά τους»

…και να διαγράψουν ένα “σ”…
Αυλαία

Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2009

Πρόσκληση

Η Β΄ ΕΛΜΕ Πέλλας, οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, η ΔΕΠΑ Γιαννιτσών και το Βιβλιοπωλείο Καρακάσογλου σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
«Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου»
την Παρασκευή 13.11.09 στις 8:30μ.μ. στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Γιαννιτσών (Δημαρχιακό Μέγαρο).

Για το βιβλίο θα μιλήσει ο συγγραφέας του βιβλίου, Νίκος Κουνενής, και ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης.

Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009

4. "Τα Κιλιμάντζαρα της ζωής μου"

1. "Απολογητικό υπόμνημα"
2. "Μια μαύρη τρύπα στο κεφάλι μου"
3. "Οι αδιάσειστες ενδείξεις"




Ήμουν πλέον σίγουρος ότι η απουσία σου δεν θα μπορούσε να οφείλεται σε απλή καθυστέρηση. Όλοι οι άλλοι βρίσκονταν στη θέση τους, ακόμη κι η Ελένη. Δέκα ολόκληρα λεπτά είχε αργήσει και, όταν τελικά εμφανίστηκε, δεν διέκρινα την παραμικρή ανησυχία στο πρόσωπό της. Πέρασε μάλιστα από μπροστά μου, χωρίς να βιάζεται καθόλου, και σταμάτησε για να με καλημερίσει. Με ρώτησε πώς είμαι, αλλά απέφυγα να της απαντήσω, γιατί είδα τον προϊστάμενο να είναι στραμμένος προς το μέρος μας και να μας παρατηρεί προσεκτικά. Υπέθεσα ότι θα την καλούσε αμέσως για εξηγήσεις κι αντ’ αυτού έγνεψε με το κεφάλι σαν να την χαιρετούσε.
Μου έκανε φοβερή εντύπωση. Ξέρεις πόσο τυπικός είναι ο προϊστάμενός μας σε ζητήματα που αφορούν την εφαρμογή των κανόνων, αλλά στην προκειμένη περίπτωση έδειχνε μια ανεξήγητη αδιαφορία για μία από τις σοβαρότερες παραβιάσεις του εσωτερικού κανονισμού. Προφανώς υπήρχε εδώ κάτι που αγνοούσα, κάτι που διέφευγε την προσοχή μου, πράγμα που δε μου άρεσε καθόλου. Θα ’πρεπε οπωσδήποτε να βρω κάποιο τρόπο για να μάθω τι συμβαίνει. Η Ελένη ανταπέδωσε με ελαφριά κίνηση του κεφαλιού και κατευθύνθηκε προς το γραφείο της.
Το δικό σου το γραφείο συνέχιζε να παραμένει άδειο. Πήρα ένα προς ένα όλα τα ενδεχόμενα.
Απέρριψα την πιθανότητα της κανονικής άδειας. Αφού είχαμε συμφωνήσει ότι θα την κρατήσουμε όλη για τις καλοκαιρινές μας διακοπές στην Πάρο. Τόσα χρόνια αποφεύγαμε να πάρουμε τις ίδιες μέρες άδεια, για να μην κινήσουμε υποψίες, και τώρα που το αποφασίσαμε δε νομίζω ότι υπήρχε περίπτωση να κάνεις πίσω. Αφού μέχρι και σπίτι μού ζήτησες να βρω στις Λεύκες.
Απέκλεια, επίσης, την πιθανότητα της παραίτησης. Αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε λογικά να με είχες ενημερώσει. Το έχουμε συζητήσει πολλές φορές και ξέρεις ποια είναι η γνώμη μου. Με τί-πο-τα. Τουλάχιστον για όσο καιρό πληρώνουμε το δάνειο κι έχουμε το σπίτι σε υποθήκη, δεν πρέπει ούτε να το σκέφτεσαι. Εκτός βέβαια κι αν βρεις κάποια άλλη δουλειά με τις ίδιες αμοιβές και με το ίδιο ωράριο, πράγμα που υπό τις υπάρχουσες συνθήκες κρίνω ότι είναι από δύσκολο ως αδύνατο.
Έκλινα λοιπόν προς την εκδοχή του έκτακτου συμβάντος. Κάτι αναπάντεχο θα είχε συμβεί. Ναι σίγουρα, κάτι αναπάντεχο θα είχε συμβεί – αλλά τι; Απ’ όσο μπορούσα να θυμηθώ, δεν έγινε τίποτα σημαντικό εχθές το βράδυ.
Πλησίαζε 11. Έβλεπα τηλεόραση. Άκουσα το πληκτρολόγιο του υπολογιστή σου και φαντάστηκα ότι θα βρισκόσουν στο γραφείο του υπογείου. Άνοιξα από πάνω την πόρτα και σου είπα ότι πηγαίνω για ύπνο. Μου απάντησες ότι θα έρθεις σε λίγο. Διέκρινα κάποια ενόχληση στον τόνο της φωνής σου. Τώρα τελευταία αρπάζεσαι με το παραμικρό. Ίσως γιατί ξέρεις ότι δε θέλω να χαραμίζεις άσκοπα το χρόνο σου. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν μπαίνει στο ιστολόγιό σου κι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να έχουμε πολύ άσχημα μπλεξίματα με την εταιρεία. Δεν ήθελα όμως να μαλώσουμε ξανά και γι’ αυτό το θέμα. Πήγα λοιπόν και ξάπλωσα χωρίς να δώσω συνέχεια. Πρέπει να με πήρε αμέσως ο ύπνος. Μετά; Δεν έχει μετά.
Μετά τα κατάπιε όλα τα σκοτάδι. Λες και διέγραψα όσα έγιναν, αν πράγματι έγιναν. Όπως στον υπολογιστή, τώρα που γράφω: με ένα delete και πάει η πρόταση, πάει το κείμενο, πάει το αρχείο. Πάει κι η νύχτα. Χάθηκε. Αλλά εσύ; Εσύ που πήγες και χάθηκες;
Περνούσαν διάφορα από το μυαλό μου, το ένα πιο άσχημο από το άλλο. Δε σου κρύβω ότι ανησυχούσα.
Να, ότι έρχομαι στη δουλειά. Τρέχω όπως πάντα για να προλάβω, γιατί πάλι άργησες στο πρωινό ξύπνημα. Δεν προσέχω και χάνω τον έλεγχο του αυτοκινήτου ή πέφτει πάνω μου κάποιος μεθυσμένος. Χτυπάω στο κεφάλι μου ή περνάω κάποιο ψυχολογικό σοκ. Δεν είναι τίποτα σοβαρό. Μόνο μια προσωρινή απώλεια της μνήμης, μια μικρή, μικρή συσκότιση του μυαλού μου. Όπως καταλαβαίνεις, βρίσκομαι σε απόλυτη σύγχυση και περιφέρομαι στους δρόμους σαν χαμένος, ώσπου φτάνω με κάποιον τρόπο μπροστά στο κτίριο της εταιρείας. Μαθαίνεις από την αστυνομία για το ατύχημα και με αναζητάς σαν τρελή από νοσοκομείο σε νοσοκομείο. Στην εταιρεία βέβαια αποφεύγεις να ρωτήσεις, και, κατά τη γνώμη μου, πολύ καλά κάνεις.
Φαινόταν κάπως λογικό. Τουλάχιστον έδινε μια εξήγηση για τους λεκέδες πάνω στα ρούχα μου και για το προσωρινό κενό της μνήμης μου. Από την άλλη, αν πράγματι συνέβησαν όλα αυτά, δε θα έπρεπε να υπάρχουν κάποια τραύματα ή τουλάχιστον να φέρω μερικά γδαρσίματα, μώλωπες και αμυχές; Εκτός…
Μια δεύτερη σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό μου κι ανατρίχιασα.
… Εκτός κι αν οι κηλίδες δεν προέρχονταν από το δικό μου αίμα.
Το ξαναπήρα από την αρχή.
Να, ότι είναι αργά, μεσάνυχτα και με ξυπνάς. Μου λες ότι πρέπει να πάμε κάπου κι αναγκάζομαι να σηκωθώ με το ζόρι. Ντύνομαι βιαστικά και κατεβαίνω. Κάθεσαι δίπλα μου στη θέση του συνοδηγού. Τρέχω όπως πάντα για να προλάβουμε, γιατί δεν έχουμε καθόλου χρόνο. Δεν προσέχω και χάνω τον έλεγχο του αυτοκινήτου ή πέφτει πάνω μου κάποιος μεθυσμένος. Χτυπάω το κεφάλι μου ή περνάω κάποιο ψυχολογικό σοκ. Δεν είναι τίποτα σοβαρό. Μόνο μια προσωρινή απώλεια της μνήμης, μια μικρή, μικρή συσκότιση του μυαλού μου. Εσύ ως συνήθως δε φοράς ζώνη ασφαλείας. Εσύ…
….Εσύ είσαι πεσμένη στην άσφαλτο. Σκύβω να δω τι σου συμβαίνει και διακρίνω το είδωλό μου στις γαλάζιες κόρες των ματιών σου. Βρίσκομαι σε ένα πολύ ψηλό κι απόκρημνο σημείο κι είμαι έτοιμος να πέσω. Γαντζώνω τα χέρια για να κρατηθώ, αλλά γλιστράω. Γλιστράω και βυθίζομαι. Ολοένα και βαθύτερα. Μια παγωμένη θάλασσα απλώνεται στο βλέμμα σου και εγώ είμαι τώρα πια στον πάτο – κοντεύω να πνιγώ. Περιμένω να τρέξεις κοντά μου, για να με σηκώσεις. Κοιτάζω τρομαγμένος γύρω μου αλλά δε σε βλέπω πουθενά.
Γιατί… γιατί εσύ δεν είσαι εσύ κι εγώ δεν είμαι τώρα. Δεν είναι το χτεσινό βράδυ, που βγήκαμε με το αυτοκίνητο, δεν βλέπω πουθενά κανένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο, κι ούτε αυτό το γραφείο είναι το γραφείο μου. Μια βουνοκορφή είναι. Μια χάρτινη βουνοκορφή με ένα άηχο φωνήεν κρεμασμένο από τις άκρες του, έτοιμο να πέσει. Ναι, έτσι ήταν: έτοιμο να πέσει. Όπως ακριβώς ήμουν κι εγώ τότε.
Με πιάνει το παράπονο. Γιατί το παρελθόν να γίνεται παρόν, εσύ να παίρνεις τη θέση της Μαρίας κι η στοίβα με τα αδιόρθωτα να μου θυμίζει συνέχεια ότι έχω ένα Κιλιμάντζαρο μπροστά μου στο γραφείο; Γιατί μπερδεύτηκε το ένα με το άλλο κι όλα αυτά μαζί με μένα; Το σκεφτόμουν, το σκεφτόμουν κι απάντηση δεν έβρισκα. Προσπαθούσα πάντως να καταλάβω. Κι ενώ δυσκολευόμουν με το παρόν, με εσένα και με τα έγγραφα δεν είχα κανένα πρόβλημα να θυμηθώ το παρελθόν, τη Μαρία και το Κιλιμάντζαρο. Παρηγορήθηκα με την ιδέα, ότι τουλάχιστον θυμόμουν τα παλιά. Κάτι ήταν κι αυτό. Οφείλεις να μου το αναγνωρίσεις. Θυμόμουν, λοιπόν.
Θυμόμουν ότι απείχα καμιά εικοσιπενταριά μέτρα ακόμη. Τόσο ακόμα ήθελα για να φτάσω στην κορυφή. Θα θρονιαζόμουν πάνω της και θα έπιανα κουβέντα με τους κάτω: «Ελάτε», «μη φοβά¬στε», «δεν είναι τίποτα», «είδατε εγώ;». Αρκεί να τα κατάφερνα.
Το μονοπάτι τέλειωσε. Μπροστά μου υψωνόταν κατακόρυφη η πλαγιά. Ο Μιχάλης με τραβούσε να γυρίσουμε, αλλά εγώ έκανα το δύσκολο. Κοίταζα όμως κάτω και με έπιανε ζαλάδα. Κατά βάθος ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να προχωρήσω άλλο κι αποφάσισα να αφήσω κατά μέρος τους ηρωισμούς. Έψαχνα μόνο κάποια πειστική δικαιολογία, για να αποφύγω τα σχόλια και τα πειράγματα των άλλων. Ξανακοίταξα. Δέκα ζευγάρια μάτια ήταν κολλημένα πάνω μου, ανάμεσά τους και τα μάτια της Μαρίας. Γαλάζια σαν το μπλε του ουρανού. Προσπάθησα να πάρω θάρρος. Καθαρός ουρανός τα μάτια της Μαρίας κι εγώ σκαρφάλωνα για να τον φτάσω.
Πάτησα γερά σε κάτι πέτρες κι άρχισα σιγά σιγά να ανεβαίνω. Χωρίς γάντζους και σχοινιά, χωρίς γάντια και προστατευτικό κράνος. Πού να τα βρω; Δώδεκα χρονών παιδί – νομίζεις ότι ήξερα τι πήγαινα να κάνω; Στήριζα τα πόδια μου σε πέτρες κι έψαχνα καμιά ρίζα για τα χέρια. Ασφάλιζα το ένα μέλος κι ύστερα κινούσα το άλλο. Αριστερό πόδι και αριστερό χέρι, δεξί χέρι και δεξί πόδι.
Αλλά τριβόταν συνεχώς το χώμα πάνω μου, ξεκολλούσε κι έπεφτε. Αργιλώδες χώμα, σαθρό κι αδύναμο. Λέγανε ότι πολύ παλιά έφτανε μέχρι εκεί η θάλασσα. Θυμάμαι μάλιστα όταν ήμουν πιο μικρός που βρίσκαμε κελύφη από κοχύλια. Ναι, κελύφη από νεκρά κοχύλια παρέα με τα χαμομήλια και συντροφιά με τα θυμάρια. Φαντάστηκα από κάτω μου μια θάλασσα γαλάζια και προσπάθησα να το διασκεδάσω. Από ορειβάτης, βουτηχτής. Ένας ζεστός Ειρηνικός ωκεανός τα μάτια της Μαρίας κι εγώ ο βουτηχτής τους.
Σήκωσα το κεφάλι κι είδα. Έξι μέτρα ακόμη. Κάτω απέφευγα να κοιτάξω. Το σκεφτόμουν όμως: έξι μέτρα από πάνω σημαίνει εννιά μέτρα από κάτω, κι άλλα εφτά μέτρα το μονοπάτι, σύνολο δεκαέξι. Δεκαέξι μέτρα ύψος, μια κατακόρυφη σχεδόν ευθεία. Φαντάστηκα τον εαυτό μου: σφιχταγκαλια¬σμένος στην πλαγιά, σαν σκιάχτρο κολλημένο στη μέση του πουθενά κι από κάτω ό,τι απέμεινε από τα νεκρά κοχύλια. Και τώρα; Τι γίνεται τώρα;
Τώρα κλείνω τα μάτια. Βαθύ σκοτάδι η απελπισία, παγωμένο και υγρό. Ένας λεκές απλώνεται στο φερμουάρ μου. Κίτρινες σταγόνες τρέχουν στα μπατζάκια μου. Ούτε που θέλω να σκέφτομαι τι θα λένε οι άλλοι όταν με δουν. Ντρέπομαι, αλλά τι να κάνω; Έχω πιο σοβαρά θέματα για να αντιμετωπίσω. Το χώμα δεν μπορεί να με κρατήσει άλλο κι αρχίζω να γλιστράω. Να γλιστράω και να βυθίζομαι. Αναρωτιέμαι αν με βλέπει η Μαρία.
Ύστερα άρχισαν όλα να γυρίζουν. Να γυρίζουν, να γυρίζουν κι εγώ να πέφτω, να πέφτω πάνω σε θάμνους, χώματα και βάτα. Ώσπου τελικά σταμάτησα. Απόλυτη σιγή, τυλιγμένη στο σκοτάδι. Για μια στιγμή η συνείδησή μου συρρικνώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη χωράει τίποτα άλλο εκτός από ένα σπηλαιώδες αίσθημα: την αγωνία που ένιωσαν στο ίδιο μέρος τα νεκρά κοχύλια την ώρα που τραβιούνταν τα νερά και τα άφηναν για πάντα πίσω. Άνοιξα τα μάτια. Δίπλα μου υψωνόταν ένας κορμός από πλατάνι κι εγώ ήμουν πεσμένος ανάσκελα στη ρίζα του. Το σώμα μου πονούσε, αλλά έστω και με δυσκολία ήμουν σε θέση να κινώ όλα μου τα μέλη. Δεν είχα τίποτα σπασμένο.
Οι άλλοι έκαναν αμέσως έναν κύκλο από πάνω μου. Φαίνονταν ανήσυχοι, αλλά υπήρχε κάτι σκοτεινό στο βλέμμα τους, που με τρομοκρατούσε. Απλή περιέργεια; Η μνησίκακη χαρά της ταπείνωσης; Η κρυφή γοητεία του αίματος; Όταν πάντως κατάλαβαν ότι δεν είχα τίποτα, άλλαξαν διάθεση και άρχισαν τα αστεία. Δείχνανε το βρεγμένο μου παντελόνι, γελούσαν και κορόιδευαν. Μόνο η Μαρία στεκόταν πιο πίσω αμίλητη και λυπημένη.
Σηκώθηκα βιαστικά και απομακρύνθηκα με σκυμμένο το κεφάλι και βουρκωμένα μάτια. Δε θα τους έκανα τη χάρη να μυξοκλαίω μπροστά τους σαν να ήμουνα μωρό παιδί. Είκοσι μέτρα παρακάτω με πρόλαβε η Μαρία και με άρπαξε από το μπράτσο. Με κοίταξε στο πρόσωπο. Χαμογελούσε. Στα μάτια της ένας βουτηχτής είχε μόλις αναδυθεί στην επιφάνεια και έκανε απλωτές αμέριμνος και ευτυχισμένος.
Δεν προσπάθησα να ξανανέβω στο βουνό. Το έβλεπα κάθε μέρα και μαύριζε η ψυχή μου. Στεκόταν πάντα εκεί ακίνητο και με περιγελούσε. Κιλιμάντζαρο. Έτσι, το λέγαμε.
Από τότε όλα άλλαξαν. Κλείστηκα στο σπίτι μου και ξέκοψα από τους άλλους. Ήμουνα πλέον στο γυμνάσιο. Γύριζα από το σχολείο και δεν έβγαινα από το δωμάτιο μου. Άνοιγα το βιβλίο. Μια λευκή σελίδα, σαν το χιόνι του Φλεβάρη. Πέτρες και ρίζες οι λέξεις. Πλαγιά απότομη η σελίδα κι εγώ ο ορειβάτης. Χωρίς γάντζους και σχοινιά, χωρίς γάντια και προστατευτικό κράνος. Πιανόμουν και σιγά σιγά ανέβαινα. Χρόνο με το χρόνο ανέβαινα. Γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο, στρατός, φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης, η πρόσληψή μου στην εταιρεία, όλο ανέβαινα. Πάνω από το κεφάλι μου υψωνότανε συνέχεια ένα απάτητο Κιλιμάντζαρο. Έλπιζα ότι κάποτε θα θρονιαζόμουνα στην κορυφή του, θα κοιτούσα γύρω μου περήφανος και θα έλεγα στους άλλους «Ελάτε», «Μη φοβάστε», «Δεν είναι τίποτα», «Είδατε εγώ;».
Αλλά για την ώρα ακόμη ανέβαινα. Μια οχτάωρη και εννιάωρη και δεκάωρη καθημερινή ανάβαση η δουλειά μου: από την πεδιάδα του ξύλινου γραφείου ως την χιονισμένη κορυφή της χαρτούρας και ξανά την άλλη μέρα και ξανά την άλλη μέρα και ξανά την άλλη μέρα. Κάθε μέρα ανέβαινα και κάθε μέρα κάτω ήμουν. Λες κι είχα κολλήσει κάπου στα μισά: έξι μέτρα απόσταση από πάνω κι άλλα εννιά μέτρα απόσταση από κάτω. Κοιτούσα κάτω και με έπιανε ο πανικός. Ο πανικός της πτώσης πάνω στα νεκρά κοχύλια. Κι ας μην απείχα ούτε μισό μέτρο από το πλακάκι, όσο περίπου ήταν το ύψος της καρέκλας μου.
Και τώρα; Τι γίνεται τώρα;
Τώρα κλείνω τα μάτια. Πρέπει να ηρεμήσω. Αλλιώς ξανά κατουρημένα φερμουάρ και κατακόρυφες πτώσεις. Δεν αντέχω να ακούω γέλια και κοροϊδίες από τους συναδέλφους μου και δε θέλω να τρέχει ανήσυχη κοντά μου η Ελένη. Προσπαθώ να στρέψω αλλού το μυαλό μου. Έρχεται στο νου μου πάλι η Μαρία. Σου φαίνεται περίεργο, ε; Κι όμως δεν είναι. Όχι, όχι, δεν είναι. Όλοι λένε ότι η πρώτη αγάπη κρατάει για πάντα, αλλά εγώ σου λέω ότι πεθαίνει νέα και ότι την κουβαλάμε συνέχεια μέσα μας μια άταφη θαμμένη. Έρχεται τις νύχτες απρόσκλητη στον ύπνο και μας σκάει τοξικά φιλάκια. Όπως ακριβώς ήταν το φιλί της Μαρίας. Το πρώτο αληθινό φιλί μου. Κι ήταν τοξικό. Ακόμη έχω τη γεύση του στα χείλη μου. Πώς θα ήταν δυνατό να το ξεχάσω;
Κάτι συνέβαινε. Το ένιωθα να πλανιέται στον αέρα. Το έβλεπα στα σφιγμένα πρόσωπα των γονιών μου. Ανησυχία; Αναστάτωση; Πανικός; Λίγο απ’ όλα, αλλά κυρίως σύγχυση κι απορία. Έβγαιναν στις τηλεοράσεις οι επιστήμονες κι οι δημοσιογράφοι κι αντί να διαφωτίζουνε τον κόσμο μιλούσαν συνέχεια με υπαινιγμούς και με μισόλογα. Τη μια φορά ότι είναι πολύ σοβαρά τα πράγματα και πρέπει να μένουμε στα σπίτια μας και την άλλη ότι όλα είναι υπό έλεγχο και δεν διατρέχουμε κανένα κίνδυνο. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Μην ξεχνάς ότι πρώτη φορά μας τύχαινε κάτι τέτοιο.
Πήγε ο πατέρας μου στην πόλη και γέμισε το αυτοκίνητο με προμήθειες, λες κι ήμασταν στον πόλεμο. Τον βοήθησα να κατεβάσει τις σακούλες κι άρχισα να τις τακτοποιώ στα ράφια. Είχαν εμφιαλωμένα νερά, κονσέρβες κι άλλη ξηρά τροφή.
Τις δυο πρώτες μέρες κλειστήκαμε στο σπίτι μας και περιμέναμε. Τριγυρνούσαμε στα δωμάτια, ξαπλώναμε από κρεβάτι σε κρεβάτι, ανοίγαμε την τηλεόραση, αλλά δεν περνούσε η ώρα. Καλού κακού είπαμε να σφραγίσουμε τα ανοίγματα στις πόρτες και τα παράθυρα, για να μην μπαίνει από πουθενά αέρας. Μια στενή πολιορκία γύρω από το σπίτι, πάνω από το χωριό, σε όλη τη Θράκη, τη Μακεδονία και ως τα μισά της Θεσσαλίας. Κοιτούσαμε πίσω από τα κλειστά παράθυρα, κι όμως δεν υπήρχε τίποτα να δούμε. Μας κύκλωνε από παντού ένας αόρατος εχθρός.
Την τρίτη μέρα αρχίσαμε να ξεθαρρεύουμε. Έφυγε το πρώτο ξάφνιασμα, βαρεθήκαμε να περιμένουμε, είδαμε κιόλας ότι όλα ήταν, όπως ακριβώς τα ξέραμε. Έβγαινε ο ήλιος, πρασίνιζαν τα δέντρα, κελαηδούσαν τα πουλάκια. Βλέπαμε κάποιους συγχωριανούς να ξεμυτίζουνε και παίρναμε κουράγιο. Δεν μπορούσαμε να περιμένουμε άλλο. Σβαρνίσματα, σπορές, ποτίσματα είχαν μείνει πίσω. Θα έπρεπε να βιαστούμε, αλλιώς θα χάναμε τις καλοκαιρινές σοδειές μας.
Εγώ τότε δεν μπλεκόμουν στις δουλειές. Το πρωί πήγαινα στο σχολείο, το μεσημέρι είχα διάβασμα, το απόγευμα πήγαινα στο φροντιστήριο, το βράδυ είχα διάβασμα. Τέλειωνα το λύκειο και προετοιμαζόμουν για τις εξετάσεις. Ήθελα να περάσω για να φύγω από το χωριό και να γλιτώσω μια και καλή κι από τα σβαρνίσματα κι από τις σπορές κι από τα ποτίσματα.
Για την ώρα βέβαια το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν υπομονή. Έπλαθα με τη φαντασία μου σκηνές από τη φοιτητική ζωή μου, το δωμάτιο που θα νοίκιαζα, τους φίλους που θα είχα, τις νυχτερινές εξόδους στα μπαρ της πόλης και μεγάλωνε μέσα μου η απελπισία γι’ αυτό που ζούσα. Έπιανα κι έγραφα παντού «down», στα τετράδια, στα βιβλία και στα θρανία. Μου είχε γίνει έμμονη ιδέα από ένα τραγούδι του Τιμ Μπάκλεϊ. «Down, down, down» επαναλάμβανα όλο και πιο χαμηλόφωνα στο ρεφρέν με τη φωνή μου να ηχεί φάλτσα ακόμη και στα δικά μου τα αυτιά. Γιατί ήμουν κι εγώ συνέχεια down, κι ας μην ήξερα ακριβώς το λόγο. Έτσι μου ερχόταν. Ένιωθα ότι όλα ήταν μάταια και μαύρα. Όλα, εκτός από τη Μαρία.
Μαζί μεγαλώσαμε. Παραδίπλα ήταν το σπίτι της και μες στην αυλή της πρωτόπαιξα κρυφτό, κεραμιδάκια και στρατιωτάκια ακούνητα. Με αγαπούσε πολύ η μάνα της. Πήγαιναν στα χωράφια οι δικοί μου κι έστρωνε ένα ακόμη πιάτο στο τραπέζι τους. Η Μαρία, η μάνα της κι εγώ. Ο πατέρας της έλειπε συνέχεια για δουλειές. Έτσι μου λέγανε. «Για τον άντρα του σπιτιού μας» με πείραζε η μάνα της. Πού να καταλάβω κι εγώ, μωρό παιδί ακόμη.
Όταν μεγάλωσα, άρχισα να καταλαβαίνω. Να καταλαβαίνω τι σημαίνει η λαχτάρα να τη δω στο διάλειμμα και ο ενθουσιασμός μου να κάνω και να δείξω, όταν εμφανιζόταν αναπάντεχα μπροστά μου. Αλλά ήμουνα πια στο Λύκειο και Μαρία δεν έβρισκα στο διάλειμμα. Είχε σταματήσει από την πρώτη Γυμνασίου, γιατί δεν τα πήγαινε καλά με τα μαθήματά της. Κι ούτε μπορούσα πια να παίξω μαζί της στην αυλή κρυφτό, κεραμιδάκια και στρατιωτάκια ακούνητα. Δεν με άφηναν οι γονείς μου να περνάω από κει. Κάτι συζητούσαν στο χωριό για τη μάνα της, κάτι άκουσα κι εγώ για τη Μαρία που δεν είχε πατέρα. Αγνώστου πατρός, έγραφε η ληξιαρχική πράξη της γέννησής της. Το διασκέδαζαν οι παλιοί μου φίλοι, κάθε φορά που τη βλέπανε. «Η αδελφή σου» έλεγε ο ένας, «όχι, δική σου αδελφή είναι» απαντούσε ο άλλος. Η Μαρία έκανε πως δεν ακούει, έστω κι αν ήξερε πολύ καλά τι λένε. Εγώ, πάλι, προτιμούσα να σωπαίνω. Δεν ήθελα να καρφώνομαι.
Την είδα ξανά εκείνες τις μέρες. Περπατούσε ολομόναχη. Τη χαιρέτησα από το κλειστό παράθυρο. Σταμάτησε και με κοίταξε. Κατάλαβα αμέσως ότι ήταν λυπημένη. Άνοιξα το παράθυρο.
«Θέλω να σε δω» μου είπε.
«Περίμενε ακόμα λίγο να περάσει. Αύριο, το πολύ μεθαύριο».
«Όχι, όχι τώρα πρέπει».
«Είναι τόσο σημαντικό;»
«Αλλιώς δε θα σου το ζητούσα».
«Καλά, θα έρθω. Πότε θέλεις».
«Το απόγευμα, στις έξι. Ξέρεις πού θα με βρεις».
Πράγματι ήξερα. Ήταν το δικό μας μέρος. Κάτω από το Κιλιμάντζαρο, εκεί που με περιγελούσανε οι φίλοι μου για το κατουρημένο παντελόνι. Πήγα κρυφά. Οι γονείς μου έλειπαν στις δουλειές και δεν χρειάστηκε να ψάχνω για δικαιολογίες και να τους λέω ψέματα. Ήταν εκείνη η περίοδος που συνέχεια μαλώναμε για τη Μαρία και μου ζητούσανε επίμονα να ξεκόψω.
Τη βρήκα να με περιμένει, πάνω από τα ξεραμένα φύλλα, ανάμεσα στα πρασινισμένα πλατάνια, κάτω από τα μαύρα σύννεφα. Την τράβηξα πίσω από κάτι θάμνους.
«Τι έγινε;» τη ρώτησα.
«Η μάνα μου…»
«Τι, η μάνα σου;»
«Ξέρεις τι λένε όλοι στο χωριό… Ότι παίρνει χρήματα για να πηγαίνει με τους άντρες».
«Άστους να λένε. Εσύ μη δίνεις καθόλου σημασία».
«Μια κουβέντα είναι. Όμως την έπιασε το πρωί ο παπάς… ότι βάζει σε πειρασμό τους άντρες του χωριού... είπε ότι θέλουν όλες οι γυναίκες να μας διώξουν».
Έκρυψε το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια και άρχισε να κλαίει.
Τώρα αυτή ήταν πεσμένη ανάσκελα με το παντελόνι κατουρημένο. Ή θα την κορόιδευα ή θα την άρπαζα από το μπράτσο.
«Κάνε λίγο υπομονή» χάιδεψα τα μαλλιά της. «Περίμενε ώσπου να περάσω. Θα σε πάρω από δω. Να δεις που θα σε πάρω».
Γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε δακρυσμένη. Ένας πνιγμένος Ειρηνικός Ωκεανός τα μάτια της και από πάνω τα μαζεμένα μαυροσύννεφα της άνοιξης.
Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Έπιασα με τα δυο χέρια το πρόσωπό της και τη φίλησα. Ήταν το πρώτο αληθινό φιλί μου. Η αλμύρα των δακρύων της, η γλύκα των χειλιών της και το νερό της βροχής, όλα μαζί ανακατεμένα κι εγώ για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα αληθινά ευτυχισμένος. Είχα μόλις λάβει το βάπτισμα του πυρός.
Ήταν 30 Απριλίου του 1986. Πώς να μην το θυμάμαι; Τέσσερις μέρες νωρίτερα είχε γίνει η έκρηξη στο Τσέρνομπιλ κι ένα ραδιενεργό σύννεφο έβρεχε όλο το απόγευμα πάνω στα κεφάλια μας μια τοξική βροχή.





(συνέχεια: 12.11.09,
ώρα: 23:00,
τίτλος: "Η οπωροφόρα επανάσταση",
έκταση: 4.300λ.)

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

"Stages και Εξάρχεια"

Ένα ακόμη εξαιρετικό κείμενο από την ίδια πάντα πηγή. Αναφέρομαι στο blog του Γιώργου Χ.Παπασωτηρίου

Δεν τους θέλουν ούτε ως πελάτες ούτε ως επαναστάτες. Μιλώ για τους νέους, που ο Χρυσοχοΐδης κυνηγά στα Εξάρχεια, ακόμη κι όταν παρακολουθούν παρουσιάσεις βιβλίων, ή για τους νέους, που ο Ραγκούσης στέλνει στο σπίτι τους, για την ακρίβεια στα Εξάρχεια, διακόπτοντας την ξεφτίλα των stages. Παράλογο; Παράλογο και παράδοξο. Μα το πιο ανορθολογικό απ’ όλα είναι όταν τα θύματα, οι νέοι, μετασχηματίζονται σε θύτες από τους τηλεοπτικούς κήνσορες: «Έχεις μπάρμπα στην Κορώνη;» ρωτά ο ένας. «Πόσες κατουρημένες ποδιές φίλησες;» επιμένει ο άλλος. Πολλές κύριε! Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να βρει κανείς δουλειά. Όχι, η απάντηση αυτή δεν δόθηκε από τα παιδιά, γιατί οι νέοι έχουν αξιοπρέπεια. «Ο εργάτης υπονόμων δεν έχει την πολυτέλεια να μην αγγίζει τα σκατά» μου είχε πει ένας 20χρονος παλαιότερα.
Έκανα αυτόν τον πρόλογο για να αναφερθώ στο πρόβλημα των συμβασιούχων –ή των stages-, ένα πρόβλημα που ήταν και είναι κοινωνικό, ηθικό και πολιτικό, αλλά πρωτίστως πρόβλημα δημοκρατίας. Οι εκάστοτε συμβασιούχοι ήταν και είναι οι πελάτες (αντί για πολίτες) των κομμάτων εξουσίας-και του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ-, ήταν και είναι οι ανταλλάκτες του πολιτικού τους δικαιώματος της ψήφου με μία θέση εργασίας στο Δημόσιο. Τα πολιτικά κόμματα έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν αυτό το πελατειακό παιχνίδι, που εξαχρειώνει τον πολίτη, που υποβιβάζει την πολιτική συμμετοχή σε μία κοινή αγοραπωλησία, που καθιστά τη δημοκρατία ένα στημένο παιγνίδι, που διαπαιδαγωγεί την κοινωνία στην οσφυοκαμψία, στο ραγιαδισμό, στην ελάσσονα προσπάθεια, στην κουτοπονηριά των καταφερτζήδων και των λαμόγιων, ενώ καθιστά την αξιοκρατία και την μείζονα προσπάθεια ίδιο των ηλιθίων. Πρέπει να σταματήσει αυτό; Πρέπει. Πως όμως; Ρίχνοντας στην ανεργία χιλιάδες νέους; Όχι. Απλώς καταργώντας το θεσμισμένο πελατειακό σύστημα και εγκαθιστώντας ένα αυστηρό αξιοκρατικό σύστημα.
Αντιθέτως, το να στέλνεις βίαια χιλιάδες νέους στο δρόμο, τους ωθείς να σου απαντήσουν με τη βία. Γιατί η βία των νέων -όσων πετάνε πέτρες κι αυτών που τραγουδάνε, κι εκείνων που δηώνουν- απαντά ad hominem στην κυρίαρχη, στη νόμιμη βία του κράτους Λεβιάθαν, απαντά στην παροξυσμική τρομοκρατία όχι μόνο των «ράμπο», αλλά και της ανεργίας, της βίας όλων εναντίον όλων. Γιατί, παραδόξως, ενώ γίνεται μια τεράστια επιχείρηση εξάλειψης της βίας από τα Εξάρχεια, χιλιάδες νέοι άνεργοι στέλνονται εκεί. Γιατί μόνο εκεί οι νέοι ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους, βρίσκουν συντροφικότητα και αλληλεγγύη, αρνούμενοι μια ζωή που η προοπτική της είναι ο ζωντανός θάνατος της ανεργίας και η ομηρία των stage, εκεί αρνούνται την πολιτική δημοκρατία, που τους αγνοεί, και μια απούσα κοινωνική δημοκρατία που υφίσταται μόνο για τους κομματικούς πελάτες(γιατί εκτός από τους «κάτω» υπάρχουν και οι «πάνω»). Όσο, συνεπώς, η πολιτεία και το κοινωνικό σύστημα θα λειτουργεί απάνθρωπα, τόσο τα Εξάρχεια θα τονώνονται από τη νεανική ανάγκη-άρνηση μιας ολοκληρωτικής κυρίαρχης ιδεολογίας και το περίφημο πνεύμα της εποχής, που ως μόνη αξία της αλήθειας τους προβάλλουν το ιδιωτικό όφελος, τον ατομικισμό, τον κυνισμό, την απανθρωπιά.
Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, 23.10.09

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Μην μου κολλάτε ρε...




Εντάξει ρε, δίκιο έχεις, δεν έχουμε «προβλήματα».
Συγκριτικά με άλλους δηλαδή, είμαστε μια χαρά, μην σου πω πως είμαστε και πιθανά «χλίδες»
Μεσ’ στον σωρό κι εμείς και τι έγινε στην τελική, όλοι του σωρού είμαστε και αναμοχλέυουμε τις μοναδικότητές μας στην κοινωνική σούπα, μέχρι να μας βγει το σκατό από τον κώλο, να δούμε τα ραδίκια ανάποδα, να ταΐσουμε τα σκουλήκια και να ψάχνουμε να βρούμε τι έγινε ρε πούστη μου, πότε περάσανε τα χρόνια, πότε απέκτησα ζάχαρο, γιατί δεν μου σηκώνεται πια, τι σκατά θέλει η μασέλα αυτή στο στόμα μου;;;…
Θα έχουμε καταναλώσει ολάκερα κοπάδια από ζωντανά μέχρι τότε (αν είμαστε τυχεροί), θα έχουμε πιεί μια θάλασσα, θα έχουμε καπνίσει δυό φυτείες, θα έχουμε χέσει έναν ΧΥΤΑ ολομόναχοι και μια ωραία πρωία θα έρθει εκείνος ο τυπάκος και θα μας πει :
«ότι γάμησες-γάμησες, ότι έπαιξες -έπαιξες, ότι έφαγες –έφαγες, ώρα να πληρώσεις και τον λογαριασμό παλιόπουστα.
Λοιπόν έχουμε και λέμε: καλός άνθρωπος, δεν πείραξε κανέναν, δεν αδίκησε κανένα, δεν είπε κακία για κανέναν, με το χαμόγελο στα χείλη, ολιγαρκής, αλληλέγγυος , ουμανιστής, φιλεύσπλαχνος, καλός φίλος και σύντροφος….
Μάλιστα…
Ωραία λοιπόν, σου αξίζει κάτι ξεχωριστό, σου έχω έναν τάφο μούρλια δίπλα από μια ήσυχη γιαγιά και ένα μωράκι που πέθανε στον ύπνο του. Βγάλε τα παπούτσια σου ρε πρώην φρίκουλα και μπούκα μεσα. Είσαι τυχερός, έχει και high quality σιντιέρα ο τάφος και προσφορά του “Μεγάλου” την δισκογραφία των Gratefull Dead, Dead Monkeys, Zombies, Dead Can Dance. Επιπρόσθετα, έχει και pc με σύνδεση οπτικών ινών . Σουΐτα σου δίνω ρε μπαγάσα...»
(Ωραία το έχω χάσει τελείως τώρα, αναρτηση ότι να΄ναι θα βγει, το στοιχείο μου δηλαδή...)

Έχεις δίκιο ρε παπάρα, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΥΤΥΧΙΑ, ένας γαμημένος δρόμος προς αυτήν υπάρχει μόνο και όλα όσα συμβαίνουν στην πορεία.

Είναι πολλά μικρά βάρη όμως, που κάνουν την πορεία αφόρητη κάποιες στιγμές και εκεί ειναι όλο το "παιγνίδι": Στο crash test των αντοχών μας.
Το έχει πει σε ανύποπτο χρόνο και ο Πάνος: «πρέπει να αφήσουμε τους καρκίνους πίσω μας…»
Ε, άντε και τους αφήσαμε, τι θα αλλάξει δηλαδή;
Άϊντε και κάνουμε πιο ξαλαφρωμένοι το υπόλοιπο της πορείας μας. Ε, και;;;
Τα μάτια πάλι θα μένουν ανοιχτά, το μυαλό θα σκέφτεται, η ψυχή θα αυτομαστιγώνεται, δώστου κι άλλα βάρη λίγο πιο κάτω για να βοηθήσεις κανεναν (γιατί τέτοιο σκατά σε έβγαλε η μάνα σου), δώστου κι άλλα μαστιγώματα μετά, δώστου κι άλλα βλέμματα που θα κάνουν το μυαλό να ξανασκέφτεται, δώστου κι άλλες ενοχές που ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΟΥ ΡΕ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΟΥ ΜΕΣΑ (να τρελαίνεσαι δηλαδή!), άϊντε και ξανά-μανά από την αρχή.
Αδιέξοδο

Κι εκείνον τον «καθρέπτη» –τον θυμάσαι ρε;;;- έχω λίγο καιρό τώρα που δεν τον κοιτάω, γιατί θα αρχίσω να φτύνω ότι βλέπω σ΄ αυτόν και ποιος καθαρίζει τους τοίχους μετά…
… κι όλο μουγκρίζω και με ακούνε τα πιτσιρίκια κι αγριεύονται κι εγω τους χαμογελάω μην φρικάρουνε.

Και ναι, θέλω να πάρω τα βουνά, να πάω να βρω κανά μαλάκα ξυλοκόπο, κανά ασχημομούρη φιλόλογο, κανά τουρκόγυφτο, καμιά ρουμάνα εμιγκρέ, να ανάψουμε φωτιά και να ψήνουμε κάστανα και κοψίδια, να πλακωθούμε στα τσίπουρα και να γίνω ντίρλα και να μην σηκώνομαι, αλλά έλα που το πρωί πρέπει να πάω τα παιδιά στο σχολείο, να πάω να πληρώσω ληγμένους λογαριασμούς, να πάω στη δουλειά, να πάω το αυτοκίνητο για σέρβις, να πάω super market
(Αχ ρε πατέρα, δεν έγινες εισοδηματίας γαμώ το φελέκι μου μέσα…)
Πηγμένος είμαι ρε, εγκλωβισμένος, ασυντόνιστος, απροσανατόλιστος, άφραγκος, άχρονος…

Ναι ρε παπάρα, δεν έχουμε «προβλήματα», ή τουλάχιστον δεν έχουμε εκείνα τα προβλήματα που θα θέλαμε (ούτε αυτό δεν καταφέραμε οι άχρηστοι), αλλά χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, μέρα με την μερα, αποκτάμε την νοοτροπία του προβληματικού και είναι επικίνδυνη η μίξη με ότι πρόσθετο μας έχει ξεμείνει: ένα μεγάλο περίσσευμα ΜΠΙΧΛΑΣ.

Να το βάλω στο τρένο να στο στείλω επάνω με φορτωτική ή έχεις στοκ;

Επίτηδες μου την λες ρε σκατιάρη για να ξεκολλήσω, σε ξέρω πια τι λέρας είσαι και εσύ και το άλλο σιγανό ποτάμι, ο Πάνος.
Σιχτίρ βραδιάτικα μαλάκες, μου φτιάχνετε το κέφι και αυτό με τσατίζει…